Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Όταν οι γυναίκες τολμούν, μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο!

     Maha Issaoui, ετών 24, Τυνήσια φοιτήτρια.
           Ξεσήκωσε μέσα από τη σελίδα της στο Facebook και το blog της, τους συμπατριώτες της να βγουν στους δρόμους και να εκδιώξουν μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα τον δικτάτορα Zine El Abidine Ben Ali. Κόρη οδηγού λεωφορείου και μητέρας επίσης ταπεινής καταγωγής, η φοιτήτρια της Βιολογίας βγήκε από τους πρώτους στους δρόμους της Τύνιδας και με το πάθος που ταιριάζει στην ηλικία και στον χαρακτήρα της, μετατράπηκε στην ηγέτιδα των social media, στέλνοντας φωτογραφίες, κείμενα και καταγράφοντας λεπτό προς λεπτό την πτώση του δικτάτορα που παρέμενε στην εξουσία από τη χρονιά που γεννήθηκε η ίδια η Maha.
          Ένα χρόνο αργότερα, η νεαρή επαναστάτρια συνεχίζει τις σπουδές της, ονειρεύεται να ανοίξει το δικό της μικροβιολογικό εργαστήριο και, φυσικά, είναι αφοσιωμένη στο blog της. Όταν ρωτήθηκε, πρόσφατα από δημοσιογράφο της Le Monde για την επιτυχία των ισλαμιστών στη Τυνησία, δήλωσε ότι «οι λαοί κάνουν τις επιλογές τους», ωστόσο την ανησυχεί το γεγονός ότι στο αγαπημένο της Facebook , παρατηρεί στροφή 180 μοιρών από τους συνομήλικους της και όχι μόνο με εμμονή σε συζητήσεις για θρησκευτικά θέματα αλλά και στη μαντήλα. Διερωτάται αν «είναι μόδα που θα περάσει ή μήπως θα γίνουμε σαν το Ιράν με Θεοκρατικό καθεστώς»; Εκείνη, πάντως, πέρασε στην ιστορία χωρίς, μάλιστα, να δείχνει διάθεση να εξαργυρώσει τη δημοτικότητά της με μία θέση στη Βουλή.

       Ίδια η στάση και της Ισραηλινής δημοσιογράφου και φοιτήτριας, Stav Shaffir, ετών 26.
      Πρόταξε τα στήθη της κατά της ακρίβειας, έγινε αρχηγός των διαδηλώσεων στο Τελ Αβίβ που συγκέντρωσαν 400.000 κόσμο στους δρόμους, τον περασμένο Σεπτέμβριο. Από τις ανώνυμες νέες ηρωίδες του 201, η Stav παραμένει στις… επάλξεις και αρνείται να πολιτευτεί αν και το «κίνημα των αγανακτισμένων του Ισραήλ πνέει τα λοίσθια και οι «σοφοί» την πιέζουν να κατέβει στην πολιτική «αλλιώς θα χαθεί ο αγώνας σου», της λένε.
       «Μας έλεγαν χίπις, εξτρεμιστές, περιθωριακούς. Τώρα η νέα τους προπαγάνδα θέλει το κίνημα μας να πεθαίνει. Δεν θα τους περάσει όμως, θα κρατήσουμε τον παλμό, αφού το 88 % των ισραηλινών πιστεύει σε μας και στη δίκαιη αγανάκτησή μας ενάντια στο υψηλό κόστος διαβίωσης». Η φοιτήτρια της Φιλοσοφικής και της Ιστορίας εργαζόταν σε ένα site, αλλά στις 14 Ιουλίου – ημέρα έναρξης των διαδηλώσεων- τα παράτησε και έκτοτε ακολουθεί τον δικό της δρόμο για τη δική της αλήθεια. «Πρέπει να μας βλέπουν παντού , να γίνουμε σαν το νερό που ξεχύνεται εκεί που δεν το περιμένεις για να καταλάβουν ότι αξίζουμε καλύτερης μεταχείρισης»…

 Tawakkol Karman, ετών 32, δημοσιογράφος από την Υεμένη, η νεότερη και μοναδική γυναίκα από Αραβική χώρα, κάτοχος του Νόμπελ Ειρήνης.
      Επονομάστηκε Μητέρα της Αραβικής Άνοιξης, αφού ηγήθηκε της εξέγερσης κατά του δικτατορικού καθεστώτος της πατρίδας της… Με δικό της Κανάλι στο youtube, ιδρύτρια των γυναικών Δημοσιογράφων χωρίς αλυσίδες, journalists without chains. Η λεπτοκαμωμένη, αφρικανή με πάθος και κυρίως απίστευτο θάρρος, με κίνδυνο και συνεχείς απειλές κατά της ζωής της, έβγαινε τα τελευταία δυο χρόνια στην πλατεία Ελευθερίας και διαμαρτυρόταν για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ελευθερία του Τύπου, καταγγέλλοντας τη διαφθορά του κράτους και προσελκύοντας την προσοχή και συμμετοχή χιλιάδων συμπολιτών της.
       Ήταν η πρώτη που αποκάλυψε το πρόσωπό της, σε μια σκληρή μουσουλμανική συντηρητική χώρα όπου οι γυναίκες υποχρεούνται στην απόλυτη σιωπή, λέγοντας ότι το Κοράνι ερμηνεύεται με… λάθος τρόπο! Αποκορύφωμα η ηγετική της στάση στην «Επανάσταση των Γιασεμιών» από τον περασμένο Φεβρουάριο στην ίδια πλατεία για την «έξωση» του, επί 30 χρόνια, τύραννου Αli Abdullah Saleh.
      Leymah Gbowee, 40 ετών, Λιβεριανή νοσηλεύτρια, επικεφαλής του αγώνα για την επιστροφή της ειρήνης στη χώρα της ύστερα από 14 χρόνια εμφυλίου πολέμου, πολλαπλών βιασμών των συμπατριωτισσών της μοιράστηκε φέτος το Νόμπελ Ειρήνης με την δημοσιογράφο από την Υεμένη αλλά και την Πρόεδρο της Λιβερίας. Η Leymah, φορώντας άσπρο t-shirt και άσπρη κορδέλα στα μαλλιά, έκανε καθιστική διαμαρτυρία κάθε μέρα επί δύο χρόνια μαζί με χιλιάδες γυναίκες ζητώντας να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος, να πάψουν να τις βιάζουν δέκα – δέκα οι άνδρες και να τους κλέβουν τα μικρά αγόρια από τα σπίτια, να τα στρατολογούν και να τα μετατρέπουν σε άγριους πολεμιστές… «Κάθε μέρα με βροχή, με ήλιο, τον περιμέναμε.. Είχαμε χάσει τα πάντα, μας σκότωναν, μας διέλυαν τις οικογένειες, γίναμε η σκιά τους».
      «Ο τότε δικτάτορας Charles Taylor βαρέθηκε να τη βλέπει κάθε μέρα μπροστά του, δέχθηκε να τη συναντήσει και να την ακούσει, αφού πίσω της ακολουθούσαν άλλες 2000 γυναίκες. Τελικά, όταν οι άνδρες των αντίπαλων ομάδων άρχισαν να συσκέπτονται σε ξενοδοχείο της Γκάνας, η Leymah και οι φίλες της μπήκαν μέσα και απείλησαν ότι θα… ξεγυμνωθούν – που θεωρείται μεγάλη κατάρα – αν δεν κάνουν ειρήνη. Κάπως έτσι έληξε ο 14ετής εμφύλιος στη σπαρασσόμενη Λιβερία. Η Leymah, σύμβολο έκτοτε του Παγκόσμιου Κινήματος Ειρήνης, στήριξε τη συμβραβευθείσα Ellen να πάρει τα ηνία της χώρας. «Καθένας μας έχει ένα Μαντέλα, ένα Γκάντι και ένα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ μέσα του, ας κοιτάξει να τον βρει λοιπόν», είναι η προσφιλής φράση της.

Ellen Johnson Sirleaf, ετών 74, η τρίτη βραβευθείσα με το Νόμπελ Ειρήνης, Πρόεδρος της Λιβερίας, η ισχυρότερη γυναίκα της Αφρικανικής Ηπείρου.
      Η Εllen σπούδασε στο Harvard, έγινε υπουργός Οικονομικών στη δεκαετία του ‘80, μετά εναντιώθηκε στην ατέλειωτη σειρά δικτατόρων της Λιβερίας και, έτσι, φυλακίστηκε και εξορίστηκε πολλές φορές. Το 2005 εξελέγη Πρόεδρος, έβγαλε την πάμπτωχη χώρα της από το τέλμα του εμφυλίου, των ακροτήτων σε βάρος των γυναικών-το 75% σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ βιάστηκαν τουλάχιστον μια φορά- αλλά και του αναλφαβητισμού, αφού όλοι οι δάσκαλοι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και μια ολόκληρη γενιά child soldiers.
      «Χάθηκε» γιατί δεν πήγε ποτέ σχολείο. Η Εllen ανασυγκρότησε τη χώρα, στήριξε τις γυναίκες με microprojects, αύξησε κατά 40% την εγγραφή των κοριτσιών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, άδειασε τους δρόμους από τα βουνά σκουπιδιών! «Ο άνδρας μου δεν με δέρνει πια γιατί έχω μια σχετική οικονομική ανεξαρτησία και με σέβεται περισσότερο», μια χαρακτηριστική κουβέντα της αλλαγής που επήλθε. Η Εllen έχει 4 γιους και 8 εγγόνια, δούλεψε στην World Bank, την Citibank και την HSBC.
www.aixmi.gr/ Ειρήνη Νικολοπούλου

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Τούτος ο κόσμος είναι άσχημος, βρώμικος και τσιγκούνης...

      Δύο χρόνια βαθιάς και ανελέητης κρίσης θεωρώ ότι μας έκαναν, αν μη τι άλλο, σοφότερους και δυνατότερους. Έχω πειστεί πια ότι το γιγαντιαίο πρόβλημα που στοίχειωσε τη δόλια τη χώρα, δεν συνεπάγεται απαραίτητα τον αφανισμό της. Κάθε άλλο.
       Η ορθή και ψύχραιμη διαχείριση της κρίσης, μέσα από μια διαδικασία αυτοκάθαρσης, μπορεί να αλλάξει τα κόζια και να αποτελέσει αφετηρία εθνικής αναγέννησης. Διαδικασία δύσκολη, χρονοβόρα, που δεν θα επιβληθεί από κανένα Μνημόνιο και κανένα ΦΕΚ, αλλά θα προκύψει ως φυσικό επακόλουθο και ως η μόνη λύση.
       Δυστυχώς, όλα τούτα μοιάζουν ουτοπικά, ανέφικτα και μη υλοποιήσιμα, κολλημένα στο «θα» και το «ίσως» παρά τα απανωτά ηλεκτροσόκ της δυσβάσταχτης χρεοκρατίας. Καθημερινά γινόμαστε θεατές ενός όχι και τόσο ανεξήγητου φαινομένου τύπου «Γιοφύρι της Άρτας»: Ό,τι κι αν χτίζεται σιωπηρά και σταθερά ως απόρροια των θετικών συνιστωσών και των προοδευτικών κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων που επιβάλει η κρίση, γκρεμίζεται μονομιάς σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, μαζί του και οι ελπίδες μας.
      Η αιτία του κακού δεν είναι απρόσωπη, αλλά έχει ονοματεπώνυμο και ΑΦΜ. Οι κάθε λογής «Έλληνες» με τις άθλιες μπλαζέ νοοτροπίες τους και μότο ζωής το «δικό μου δίκιο είναι πάνω απ'όλους» δεν αφήνουν τον άρρωστο να γιάνει και εξακολουθούν να τσιφλικοκρατούν την άρρωστη πατρίδα και τα υγιή της στοιχεία.Είναι όλοι εκείνοι που εξακολουθούν να κατεβάζουν τα παράθυρα των αυτοκινήτων τους για να εκσφενδονίσουν τα σκουπίδια τους, από πλαστικά μπουκάλια μέχρι προφυλακτικά, δίνοντας έτσι μαθήματα συμπεριφοράς στα παιδιά τους, ενώ προσδίδουν μια ελεεινή εικόνα ΧΥΤΑ στους δρόμους και στα δρομάκια της επικράτειας.

      Είναι όλοι εκείνοι που έχουν δώσει και επιβάλει τη δική τους ερμηνεία στα φανάρια όλης της χώρας, καταπατώντας κάθε ίχνος πολιτισμένης οδηγικής κουλτούρας. Δρουν σα ζώα που κρατούν τιμόνι και ωσάν τυφλωμένα χουλιγκάνια τα βλέπουν όλα μονοχρωματικά. Τι πράσινο, τι πορτοκαλί, τι κόκκινο; Για αυτούς είναι όλα πράσινο, και δε σταματούν ποτέ. Κι εμείς οι υπόλοιποι γεμίσαμε τα αμάξια μας με χάντρες, ματάκια, παναγίτσες, σταυρουδάκια και λοιπά φυλαχτά με την ελπίδα να μη διασταυρωθούν ποτέ οι δρόμοι μας.
      Είναι όλοι εκείνοι που εξοστρακίζουν εμένα και τα παιδιά μου από κάθε λογής δημόσιο χώρο, καπνίζοντας σαν Τούρκοι παντού και πάντα, απαξιώνοντας τον αντικαπνιστικό νόμο και τις ελεγκτικές αρχές.Είναι όλοι εκείνοι που επιτρέπουν ακόμα στον παραβάτη του κάθε νόμου να επιβάλλεται με τσαμπουκά στους νομοταγείς πολίτες, υποχρεώνοντάς τους σε κοινωνική εσωστρέφεια και απομόνωση.Είναι όλοι εκείνοι που αδιαφορούν, όταν τους λες ότι μετά από 30 χρόνια ληστρικού και καταδικαστικού για τα παιδιά μας πλιάτσικου, φυλακή πήγαν μια Μπουρμπούλια κι ένας Μπέος!
    Είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν ότι η ρεμούλα, το τζάμπα, η μαγκιά και η λαμογιά είναι χατακτηριστικά του Έλληνα κι επιμένουν στις παλιές καλές συνήθειες, γιατί θεωρούν ότι γεννήθηκαν για να δέχοντας υπηρεσίες από τα κορόϊδα! Είναι αυτοί που βρίζουν τους πολιτικούς, γιατί τους ξεβόλεψαν και ελπίζουν ότι κάτι μαγικό θα συμβεί ξανά και θα τους σώσει ως συνήθως.
 
       Μια αμπρουτσέζικη παροιμία λέει ότι «η μάνα του μαλάκα είναι μονίμως έγκυος». Και, δυστυχώς, στην Ελλάδα αυτό τείνει να γίνει κανόνας. Αν θέλουμε σα χώρα να σηκώσουμε κεφάλι, αυτό θα επιτευχθεί υπό έναν αδιαπραγμάτευτο όρο: Πρέπει να πεταχτούν στον Καιάδα της απόρριψης όλα αυτά τα παθογόνα υβρίδια που λυμαίνονται τον τόπο και αναχαιτίζουν κάθε απόπειρα απογείωσης. Τότε μόνο η ασκήμια του σήμερα θα δώσει τη θέση της σε ένα πολύχρωμο ελπιδοφόρο τοπίο.
www.aixmi.gr/ Αλέξης Πολίτης, ιατρός

      Αλλά είναι κι αυτοί που σιωπούν μοιρολατρικά κι ανέχονται τα λαμόγια κάθε λογής, γιατί θέλουν πάση θυσία να αυτοαποκαλούνται "καλοί άνθρωποι". Υπάρχει κι αυτή η μειοψηφία στη χώρα που δουλεύει αγόγγυστα και αδικείται κατάφωρα, από όλους εκείνους που έμμεσα ή άμεσα ευθύνονται για τη δυστυχία μας και την απελπισία μας. Είναι όλοι εκείνοι που λέγοντας ψέματα στον εαυτό τους και σιωπώντας από ενοχή για αμαρτίες άλλων, συντηρούν και προστατεύουν τη βρωμιά, την ασχήμια και την αδικία. Τούτος ο τόπος χρειάζεται επιτέλους ενότητα κι αλήθεια! 
                                                     Σοφία Κανιάκα

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Ο δωδεκάλογος ενός ταλαίπωρου φιλολόγου

      Διορθώνοντας ατελείωτα γραπτά, με πιάνουν όλα τα συναισθηματικά σύνδρομα και τα υπαρξιακά αδιέξοδα ενός άμοιρου Έλληνα φιλολόγου που:

1. αναρωτιέται σε τι έφταιξε για το λειτουργικό αναλφαβητισμό αυτών των παιδιών.
2. δεν ξέρει πώς προκύπτουν αυτά τα τερατώδη γραπτά με αναφομοίωτες φιλολογικές πληροφορίες- ακατάλληλες για εφήβους που δεν έχουν διαβάσει παρά το "7 μέρες TV" αλλά πρέπει να αναλύσουν τον Κρητικό του Σολωμού.
3. θέλει να τα κάνει φέιγ- βολάν και να τα πετάξει από το μπαλκόνι.
4. από την άλλη κατανοεί αυτούς τους εφήβους, που τους δίνουν λάθος εργαλεία ( λογοτεχνικά κείμενα, αφηγήσεις..), για να ερμηνεύσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους.
5. φαντάζεται τους γονείς τους να έρχονται μεθαύριο με την προσδοκία να τους εξηγήσει την πρόοδο του παιδιού τους, αλλά θα δείξει υπερβάλλοντα ζήλο και θα μιλήσει με κατανόηση για το παιδί τους.
6. θυμώνει και επιθυμεί να τα παρατήσει αλλά δεν μπορεί..
7. βαριέται και το λέει ξεδιάντροπα.
8. είναι του καθήκοντος και θέλει κάποτε να τα τελειώσει, να οργανώσει και να εξηγήσει τα ανεξήγητα λάθη τους, ωστόσο αυτά πολλαπλασιάζονται σαν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας .
9. θα ήθελε να διαβάσει κάτι καλύτερο από αυτά τα χειρόγραφα με τα ορνιθοσκαλίσματα, να ακούσει μουσική, να πάει σινεμά, να πιει ένα ποτήρι κρασί με φίλους , να.. να...
10. ψευτοπαρηγοριέται πως και άλλοι ομοιπαθείς φιλόλογοι, που επιμορφώνονται μέσα σε συνθήκες άθλιες ενός απαξιωμένου εκπαιδευτικού συστήματος, ταλαιπωρούνται ομοίως.
11. αγνοεί αν μπορεί να παράγει κάτι χρήσιμο στα μαθήματά του ή ασυνείδητα αναπαράγει την απύθμενη βλακεία του συστήματος.
12 αγωνιά και αναρωτιέται για τη δική του επάρκεια, πνευματική συγκρότηση κλπ κλπ

     Ο παραπάνω δωδεκάλογος δεν είναι ο "δωδεκάλογος του γύφτου" αλλά ο δωδεκάλογος του μέσου φιλολόγου αυτής της χώρας με την αναμενόμενη σχιζοφρένεια...
Δημήτρης Αδαμίδης

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Facebook:Ανικανότητα για πραγματικές σχέσεις ή κραυγή για επικοινωνία;

       Όσοι χρησιμοποιούν το Facebook με κάποια συνέπεια, μικροί και μεγάλοι, ακόμα κι αν δεν το ομολογούν δημοσίως, η αλήθεια είναι ότι κάπου εκεί, στο βάθος των μύχιων σκέψεων τους αναρωτιούνται με τρόμο… «και τί θα γίνει αν ποτέ ο Mark Zuckerberg αποφασίσει να κλείσει το Facebook»;
       Ζήτησα από τους διαδικτυακούς μου φίλους να σχολιάσουν το Facebook και οι απαντήσεις που έλαβα είναι αρκετά ενδεικτικές. Σχεδόν όλοι το χαρακτήρισαν ως το εναλλακτικό καφενείο, αλλά και την αλάνα για τους νεαρούς μας φίλους. Πράγματι, διαμέσου του Facebook μπορείς να είσαι σε επαφή και να μοιράζεσαι σκέψεις, ιδέες, χαρές και λύπες, αλλά και πληροφορίες με πλήθος ανθρώπων- γνωστών αλλά και άγνωστων, πραγματικών ή εικονικών.
      Κάποιοι επικριτές του μιλάνε για ψευδαίσθηση επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου και εμού. Είναι όμως έτσι; Το Facebook κατοπτρίζει την ανικανότητά μας να έχουμε πραγματικούς φίλους και σχέσεις ή μήπως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, μήπως δηλαδή τονίζει την πραγματική μας ανάγκη -μια ανάγκη που τείνει να γίνει κραυγή- για επικοινωνία, η οποία ολοένα και μειώνεται λόγω του τρόπου ζωής, της απόστασης και ενός μοντέλου κοινωνίας που καθόλου δεν θελήσαμε να έχουμε αλλά μας επιβλήθηκε, δίχως να νιώσουμε πώς;

     Άλλοι φίλοι το χαρακτήρισαν ως το πλέον διαδραστικό forum ιδεών. Στο Facebook συναντάς δύο είδη forum: τα πραγματικά και τα πλασματικά. Το πρώτο είδος αφορά τους «ιδιοκτήτες» σελίδας που επιλέγουν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερους φίλους και με τα post τους προκαλούν συζητήσεις στις οποίες συμμετέχει μεγάλος αριθμός συνομιλητών.
       Στο δεύτερο είδος, αυτό που αποκαλώ πλασματικό, ο «ιδιοκτήτης» της σελίδας είναι συνήθως κάποιος πολιτικός που χρησιμοποιεί την πλατφόρμα, για να είναι κοντά στην «κοινωνία των πολιτών». Στην περίπτωση όμως αυτή, αν και δεν το παραδέχονται ποτέ, ο «χειριστής» της σελίδας δεν είναι ο ίδιος ο πολιτικός, αλλά κάποιος άλλος, ενδεχομένως και έμμισθος, είναι ο λεγόμενος administrator. Φυσικά, οι φίλοι της σελίδας του πολιτικού το γνωρίζουν, αλλά αυτό δεν τους πτοεί, ώστε να συμμετέχουν στις συζητήσεις και αυτό σημαίνει πολλά.
      Το Facebook και ως Forum, πραγματικό ή πλασματικό, για άλλη μια φορά καταδεικνύει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ανάγκη των ανθρώπων για συμμετοχή στα κοινά- να μιλήσουν, να συμμετέχουν, να επηρεάσουν. Και καθώς όλα τα συμβατά μέσα επικοινωνίας με την εξουσία (κόμματα, συνδικάτα, ΜΜΕ) έχουν φραγμένες τις εισόδους και η περίφημη διαδραστικότητα είναι μόνο κατ’ όνομα, το Facebook μοιάζει πολύ πιο χρηστικό και συνήθως είναι.

      Βέβαια. η ανάγκη για διάλογο δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ικανότητα διαλόγου κι αυτό είναι μια από τις εξαιρετικά ορατές παθογένειες στο Facebook. Δυστυχώς, ολοένα και λιγότερο μπορούμε να διατηρήσουμε μια συζήτηση εντός θέματος, να ακούσουμε και να απαντήσουμε στο συγκεκριμένο λόγο. Το θετικό είναι ότι ενώ το πρόβλημα των παράλληλων μονολόγων δε δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, εντούτοις με το Facebook τίθεται ως ζήτημα.
   Ένα επίσης σημαντικό χαρακτηριστικό του Facebook είναι ότι συνιστά ένα ιδιότυπο club, το οποίο προστατεύει τα μέλη του. Διόλου λίγες φορές ο χώρος αυτός προσέφερε το δίχτυ ασφαλείας ή έστω μια ψυχολογική υποστήριξη σε πρόσωπα που είχαν να αντιμετωπίσουν την (άδικη) κατακραυγή των συμβατών ΜΜΕ αλλά και των ψηφιακών (blogs). Τα δε blogs, κυρίως τα δημοφιλή, δυστυχώς χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο από οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που επιδίδονται στη λασπολογία αλλά δεν μπορούν να ξεπεράσουν τη δύναμη του Facebook γιατί ακριβώς το τελευταίο προϋποθέτει συνεχή παρουσία και επικοινωνία.
       Από κει μια πέρα,  είναι αλήθεια πως το Facebook έχει , αλλά και δημιουργεί διάφορα προβλήματα, όπως το ζήτημα των ψευτοπροφίλ, καθώς διάφοροι συμμετέχουν σε συζητήσεις συνειδητά για να τις διασπούν. Ενίοτε αυτό έχει τη μορφή κανονικής επίθεσης αλλά και αντεπίθεσης, το περίφημο stroll ! Ένα άλλο θέμα είναι η έμμεση χειραγώγηση τω χρηστών. Ο χρήστης του Facebook, επιθυμώντας να αποκτήσει περισσότερους φίλους στη σελίδα του ή να εισπράξει τα εύσημα (like ή LoL) συχνά θα μπει στον πειρασμό να γράψει κάτι που θα ικανοποιεί ή θα προκαλεί πολλούς. Σε κάθε περίπτωση, στο Facebook δεν συναντάς παρά συμπεριφορές που ενυπάρχουν και στην «κανονική» ζωή, με τη μόνη διαφορά ότι στο Facebook είναι περισσότερο εύγλωττες, έντονες και συμπυκνωμένες.
      Κατά τη γνώμη μου, ένα είναι το βασικό μήνυμα που στέλνει το Facebook: την ανάγκη για επικοινωνία, την ανάγκη για συμμετοχή σε μια παρέα, σε ένα κόμμα, σε ένα πολιτικό σύστημα. Κι αυτή την κραυγή εάν δεν τη λάβουν υπόψη τα συμβατά μέσα διαδραστικότητας- τα κόμματα, οι εφημερίδες, τα πολιτικά πρόσωπα δεν θα καταφέρουν ποτέ να συγχρονιστούν με τις απαιτήσεις της εποχής. Θα περιθωριοποιηθούν, και το χάσμα μεταξύ πολιτών και συντεταγμένης πολιτείας απλώς θα μεγαλώνει επικινδύνως.
     Το  Facebook, λοιπόν,  στέλνει το μήνυμα, πως παρά τις συστηματικές προσπάθειες, δεν έχουμε ακόμα αλλοτριωθεί,  δεν έχουμε ακόμα συνηθίσει τη σιωπή, μήτε δεχόμαστε να αποφασίζουν άλλοι για εμάς. Είμαστε ακόμα παρόντες και ενεργοί.

www.aixmi.gr/ της Αφροδίτης  Αλ Σάλεχ

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Γυναίκες σπάστε τη σιωπή!

         Την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Κακοποίησης των Γυναικών. Με αφορμή την ημέρα αυτή,θα ‘θελα να πω δυο λόγια βγαλμένα από την ψυχή μου στις γυναίκες που κακοποιούνται λεκτικά, σωματικά, ή σεξουαλικά.
         Θα ήθελα να τους πω κατ΄αρχήν, ότι δεν είναι μόνες. Πολλές, πάρα πολλές, είναι σαν κι αυτές. Τα ποσοστά ενδοοικογενειακής βίας είναι, δυστυχώς, πολύ υψηλά στην ελληνική κοινωνία, σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί η γειτόνισσά τους, η φίλη τους, η συνάδελφός τους, να είναι σαν κι αυτές. Να είναι, δηλαδή, μια γυναίκα που κακοποιείται. Μια γυναίκα που σαν κι αυτές ντρέπεται να μιλήσει γι’ αυτό που της συμβαίνει και σιωπά. Αν, όμως, βρουν το θάρρος να μιλήσουν, θα έχουν κάνει το πρώτο βήμα, θα έχουν σπάσει τη σιωπή.
       Μιλήστε, λοιπόν, γύρω σας, στους φίλους σας, στην οικογένειά σας, στα συμβουλευτικά κέντρα που υπάρχουν γι’ αυτό το σκοπό, για το μαρτύριο που ζείτε. Δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι να υπομένουμε μια σχέση που μας ταπεινώνει, μας εξευτελίζει και τσαλακώνει την ψυχή μας.
Ξέρω, δεν είναι εύκολο. Είναι πάρα πολλοί οι λόγοι, που μπορεί να μας κρατάνε δέσμιες σε μια κολασμένη σχέση. Μπορεί να είναι ο έρωτας που, παρά την ταπείνωση, σιγοκαίει ακόμα μέσα μας. Μπορεί να είναι οικονομικοί λόγοι, ανασφάλεια να μείνουμε μόνες και πώς θα τα καταφέρουμε. Μπορεί να είναι τα παιδιά, που ίσως υπάρχουν και φοβόμαστε μην τα πληγώσουμε. Μπορεί να είναι η οικογένειά μας, γονείς και αδέρφια που φοβόμαστε μην τους στεναχωρήσουμε. Μπορεί…μπορεί…μπορεί… Τόσοι λόγοι, τόσες δικαιολογίες.

       Στην πραγματικότητα, όμως, νομίζω ότι ο μόνος λόγος είναι η δειλία. Είμαστε δειλές και φοβόμαστε. Χρειάζεται θάρρος. Πρέπει να βρούμε τη δύναμη να αντιδράσουμε και να φύγουμε, όσο είναι καιρός, από σχέσεις που μας βασανίζουν και μας κακοποιούν. Τι θα μας δώσει τη δύναμη να το κάνουμε;
        Ας σκεφτούμε την επόμενη μέρα. Μια μέρα χωρίς αγωνία για τα άδικα ξεσπάσματά του επάνω μας. Ας φανταστούμε ότι γυρίζουμε από τη δουλειά στο σπίτι χωρίς το σφίξιμο στην ψυχή με το τί μας περιμένει. Ας φανταστούμε πώς είναι να διαθέτεις το χρόνο σου για σένα όπως εσύ θέλεις, χωρίς να έχεις να δώσεις λογαριασμό σε κάποιον που σε απειλεί αν δεν είναι ικανοποιημένος από αυτά που έχεις κάνει. Ας φανταστούμε ότι μπορούμε να πάμε ελεύθερα μια βόλτα, να πιούμε ένα καφεδάκι με μια φίλη, να πάμε ένα σινεμαδάκι χωρίς το φόβο της επιστροφής σε ένα σπίτι – φυλακή.
         Μπορεί το σπίτι, στο οποίο θα επιστρέφουμε, να είναι πιο μικρό και πιο φτωχικό από εκείνο που αφήσαμε, αλλά θα είναι ήρεμο και θα είναι δικό μας. Η μικρή μας φωλιά για να αναπαυτούμε πραγματικά. Μπορεί να μην έχουμε αυτοκίνητο για βόλτες, ταξίδια ή διακοπές, αλλά θα έχουμε την ελεύθερη επιλογή να πάμε μια εκδρομούλα από τις τόσες που διοργανώνονται με λίγα χρήματα, σε ένα μέρος που εμείς θέλουμε να πάμε και κυρίως, θα είμαστε ήσυχες και ήρεμες όπου κι αν πάμε. Θα μου πείτε ότι τα πράγματα δυσκολεύουν αν υπάρχουν παιδιά. Πιστέψτε με, ότι τίποτα δεν είναι πιο πολύτιμο για την ψυχή των παιδιών από το να μεγαλώνουν σ’ ένα ήρεμο περιβάλλον. Ξέρω ότι στην άσχημη οικονομικά εποχή μας, αν μια γυναίκα δεν έχει δουλειά ή άλλους πόρους, είναι δύσκολο να φύγει από μια τυραννική σχέση και να ζήσει μόνη της. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να τολμήσει, για να είναι ελεύθερη. Γιατί η ελευθερία δεν πλήρωνεται με τίποτα.
       Φίλες μου καλές, συντρόφισσές μου, γυναίκες που σας κακοποιούν ψυχικά ή σωματικά, σπάστε τη σιωπή, μιλήστε γι’ αυτό που σας συμβαίνει και βρείτε το θάρρος να ανοίξετε την πόρτα προς την ελευθερία...

www.aixmi.gr/ Άννα Βαγενά, ηθοποιός

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Να μπορέσουν! Γιατί αν δεν μπορέσουν θα γίνουμε «οι παλιόψαθες των εθνών και βάρος της γης»

      Λίγες μέρες πριν, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού με κομμένη την ανάσα περίμενε μια κάποια στοιχειώδη συναίνεση, για να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί για τη χώρα μας, αυτήν την ύστατη στιγμή. Ευτυχώς μέσα από τις κομματικές συμπληγάδες κατάφερε να γίνει κάτι από το οποίο, με όσες διαφωνίες κι αν έχει ο καθένας μας, μπορεί να ελπίσει σε μια χαραμάδα φωτός.
      Και πριν επίσημα πάρει την έγκριση από το Κοινοβούλιο αυτή η «χωρίς όνομα» κυβέρνηση άρχισαν τα όργανα. Πικρόχολα σχόλια, πικρόχολες Κασσάνδρες, υποθετικά προβλήματα, σχόλια για κομματικές διαδοχές και διάφορες κακές θεατρικές παραστάσεις από λίγους που άδραξαν την ευκαιρία για λίγη δημοσιότητα. Λόγια ασυλλόγιστα.
       Αναρωτιέμαι αν όλοι αυτοί έχουν καταλάβει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου ενδιαφέρεται μόνο για το αν θα σωθεί η χώρα μας και όχι ποιος θα είναι μετά από τρεις μήνες υποψήφιος πρωθυπουργός ή αν θα μπορέσει να συνεργαστεί ο ένας με τον άλλον. Να μπορέσουν. Γιατί αν δεν μπορέσουν θα γίνουμε «οι παλιόψαθες των εθνών και βάρος της γης», όπως πολύ γλαφυρά και καθόλου γλυκά έγραψε ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματα του κι ας μην ήξερε κάτι για παγκοσμιοποίηση. Γνώριζε, όμως, πολύ καλά τα χαρακτηριστικά μας, που δυστυχώς παραμένουν αναλλοίωτα, όπως δείχνει το παρακάτω απόσπασμα:

 «Θα σημειώσω γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος. Αλλά η αλήθεια είναι πικρή και όσοι κάμαμεν το κακό μας κακοφαίνεται, ότι και το κακό το θέλομε και το νιτερέσιον να το κάμωμε και καλούς πατριώτες θέλομε να μας λένε. Και αυτό δεν γίνεται ούτε θα το κρύψω εγώ και να μείνη κρυμμένο, ότι η πατρίς ζημιώθη, διατιμήθη και όλο σ αυτό κατανταίνει ότι μας ηύρε όλους θερία».
   Αυτά τα χαρακτηριστικά με όσα συνεπάγονται σε πολιτικές επιλογές μας οδήγησαν σήμερα σ' αυτήν την κατάντια. Οι μόνοι που δεν φταίνε είναι οι νέοι μας. Όλοι οι υπόλοιποι τους οφείλουμε αυτήν τη στιγμή να συλλογιστούμε και να περπατήσουμε σωστά. Να μη συμβεί για άλλη μια φορά αυτό που τόσο παραστατικά γράφει ο Νίκος Γκάτσος, που τον τιμάμε εφέτος, στο ποίημα του το μελοποιημένο από το Μάνο Χατζιδάκη «Γκρεμίσανε τα φράγματα»:
Για να κριθούν τα πράγματα /  στο δύσκολο καιρό /   γκρεμίσανε τα φράγματα /  να τρέξει το νερό. /                                                     
 Μα τα παλιά φαντάσματα / σαν είδαν το σεισμό / οργώσαν τα χαλάσματα / και σπείραν διχασμό...                                                                                

www.aixmi.gr/ της Ουρανίας Χρυσαφίνου,ομότιμης καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Τέλος στις κομματικές μειοψηφίες στο χώρο του Πανεπιστημίου!

     Όλοι όσοι φοιτούμε στο Πανεπιστήμιο, πιστεύουμε ότι πρόκειται για μια κοινότητα που προάγει την Παιδεία και τον Πολιτισμό και δεν υπάρχει χώρος για μικροπολιτικά συμφέροντα και κουλτούρες που το μετατρέπουν σε ένα είδος κομματικού βουλευτηρίου.
     Προσωπικά θεωρώ ότι το Πανεπιστήμιο μας δίνει ερεθίσματα ώστε, αφενός να κατακτήσουμε τη γνώση πάνω στο αντικείμενο με το οποίο ο καθένας μας ασχολείται, αφετέρου να αποκτήσουμε υγιή πολιτική σκέψη μέσω κοινωνικών ζυμώσεων. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται ότι εντός του Πανεπιστημίου υπάρχει θέση για κομματικές πρακτικές και ιδιοτέλειες.
       Καθημερινά γίνομαι μάρτυρας ενεργειών και καταστάσεων που μπορούν να απεικονίσουν τη δυσφορία που επικρατεί. Υπάρχουν φοιτητές που ρυθμίζουν με περίεργο τρόπο τις προτεραιότητές τους και ζητούν αναβολή των μαθημάτων, ώστε να πραγματοποιηθεί η συνέλευση του τμήματος και, μάλιστα, μετατρέπουν τη συνέλευση σε κάτι που μόνο η λέξη «μπάχαλο» μπορεί επακριβώς να περιγράψει. Στις συνελεύσεις εισέρχονται φοιτητές που αποτελούν φερέφωνα συγκεκριμένων κομματικών παρατάξεων. Επιδίδονται σε ένα ξύλινο λόγο, (προφανώς έτοιμο από τα κεντρικά γραφεία του κόμματος), τον οποίο έχουν αποστηθίσει, εκσφενδονίζουν λογύδρια επί παντός επιστητού, ασκούν σωματική και ψυχολογική βία στους παρευρισκόμενους.

     Βλέπουμε, λοιπόν, μια υπονόμευση συλλήβδην των δημοκρατικών ελευθεριών και διαστρέβλωση του ρόλου του Πανεπιστημίου. Και εμείς αναρωτιόμαστε «γιατί δεν πάει καλά η Παιδεία μας;». Αρνούμενοι την εξόφθαλμη πραγματικότητα και καταφεύγοντας σε επικοινωνιακά τερτίπια, δε δίνουμε λύσεις αλλά αφήνουμε το πρόβλημα να διαιωνίζεται.
       Το πρόβλημα δεν μένει μόνο εκεί. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το Πανεπιστήμιο είναι η μικρογραφία της κοινωνίας. Συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, καθώς διαπιστώνω συνεχώς τις αρνητικές συνέπειες που υφίσταται η κοινωνία από τη δράση μειοψηφιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο ελληνικός συνδικαλισμός. Είναι, πλέον, πασιφανές ότι ο συνδικαλισμός μετατράπηκε από μέσο προστασίας των εργαζομένων σε ένα σκληρό συνονθύλευμα που νοιάζεται για την επιβίωσή του και τη διαιώνισή του- κι όχι για την υπεράσπιση των συμφερόντων των αδυνάτων.
        Κατά τη δική μου άποψη, ακόμα και ο πιο απλός φαινομενικά τρόπος διαμαρτυρίας, μπορεί να επιφέρει σημαντικότατα αποτελέσματα αν η άσκηση του γίνεται σε δημοκρατικά πλαίσια και δεν στρέφεται εναντίον του υπόλοιπου κοινωνικού συνόλου. Σίγουρα τρόποι υπάρχουν. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει κοινωνική (αυτό) συνείδηση και περίσσιο αίσθημα ευθύνης από όλους τους εμπλεκόμενους, που θα καταστήσει δυνατή και αποτελεσματική τη διαμαρτυρία τους.

www.aixmi.gr/ του Γιάννη Μπαξεβάνου,φοιτητή στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Η μάχη για επιβίωση προτιμάει βίαια σχολεία σε βίαιο κόσμο!

     Ας κρατήσουμε το παράθυρο ανοιχτό. Ίσως έτσι το φως κουράζεται λιγότερο να μπει στο δωμάτιο...
     
          Για να μπορέσει το σχολείο να διαχειριστεί τις όποιες εντάσεις στο εσωτερικό του, χρειάζεται να είναι χώρος ελεύθερης μάθησης και όχι υποχρεωτικού εγκλεισμού και να μπορεί να διαχειριστεί τα πολιτισμικά σοκ που προκαλούνται από την είσοδο διαφορετικής προέλευσης μαθητών στην τάξη και να μην αντιμετωπίζει τον ατίθασο νέο ως εσωτερικό εχθρό. Εντέλει το σχολείο μπορεί να προκαλέσει, αλλά και να διαχειριστεί με ορθό παιδαγωγικό τρόπο τη νεανική έκρηξη βίας είτε αυτή ορίζεται ως αντιδρώσα είτε ως αυτόνομη. Η άποψη, όμως, ότι και το σχολείο «ασκεί» πρωτογενή βία λόγω της υποχρεωτικής παρακολούθησης μαθημάτων και του ελέγχου δεν είναι πειστική, αφού οι διαφορές στην εκδήλωση ενδοσχολικής βίας είναι σημαντικές στα διάφορα σχολεία.
        Ο θυμός μέσα στο σχολείο και έναντι όλων, συνδυάζεται και ενισχύεται από την πλήξη (53%) και την απογοήτευση (32%), αλλά δεν αίρουν την ανάγκη του μαθητή να ανήκει σε μια ομάδα χωρίς να χάνει την ατομικότητά του. Η ενσωμάτωση στην κοινότητα των  συνομηλίκων, ακόμα και επιθετικών, η ατομική ή συλλογική λεκτική επιθετικότητα των μαθητών κινούνται ανάμεσα στο παιχνίδι, το χιούμορ και την προσβολή, αλλά δύσκολα θα μπορούσαν να εκφράζουν ακραίες εξουσιαστικές διαθέσεις, στο ελληνικό, τουλάχιστον, πολιτισμικό πλαίσιο. Μάλλον πρόκειται για ομαδικές κοινωνικές αναπαραστάσεις ή για συμπεριφορές αναζήτησης ζωτικού χώρου,όπου ο ανταγωνισμός, η προσαρμογή, ο συμβιβασμός και η συνεργασία συνυπάρχουν.Οι ανομικές φασαρίες μέσα στην τάξη αποδεικνύουν το τέλος των αντοχών του μαθητή στις πιέσεις που δέχεται για να «πετύχει».

        Ας μην ξεχνάμε ότι το ελληνικό όνειρο επιτυχίας «που καλλιεργούν οι γονείς», μεταλλάσσει συναισθηματικά τα νέα παιδιά που διαισθανόμενα ότι δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στα υψηλά standards και στις προσδοκίες, επιδίδονται σε ανομική φασαρία και καταστροφική άρνηση και αντί-δραση. Η οποιαδήποτε ανυπακοή σε μοντέλα, η αμφισβήτηση των μεθόδων και η διεκδίκηση άλλου μέλλοντος δεν πρέπει, όμως, να προσεγγίζεται σαν βία και να επισύρει ηθικούς πανικούς.
Το πέρασμα από την ανομική φασαρία στην τάξη στην εγκληματικότητα και όχι απλά στη συμβολική βία, δεν είναι τόσο απλό ή αυτόματο.
        Πώς να διαμορφώσεις «όρους ειρηνικού σχολείου», μέσα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο βίας; Οι ρίζες της βίας είναι βαθιά χωμένες στον Πολιτισμό και στην κοινωνία. Στις ανισότητες και στις δικίες. Από την άλλη, οι ορισμοί και οι εννοιολογήσεις της σχολικής βίας δημιουργούν συχνά συγχύσεις. Οι αιτίες μπλέκονται με τ’ αποτελέσματα και όλα αυτά με διάφορα ιδεολογήματα.Το συχνά αδιάφορο σχολείο δεν έχει μηχανισμούς και δασκάλους προετοιμασμένους να χειριστούν δύσκολες μέχρι και βίαιες καταστάσεις, ενώ η γειτονιά και η τοπική κοινωνία απλώς κάθε φορά εκπλήσσονται,  κρύβοντας κάτω από το χαλί την «οικολογία του φόβου και της αποτυχίας». Κι, όμως, η ζεστή σχολική ατμόσφαιρα της κατανόησης και της συνεννόησης μπορεί να δημιουργεί θετικά συναισθήματα και αίσθημα ασφαλούς περιβάλλοντος και να χρησιμοποιεί την επικοινωνία ως μέσο κοινωνικής ένταξης και ψυχολογικής υποστήριξης.
       Ακόμα και οι ακραίες περιπτώσεις μαθητικής συμπεριφοράς, όπου και αν οφείλονται και σε ό,τι και αν καταλήγουν (βία, ναρκωτικά, πορνεία κλ.π), πρέπει να βρουν μέσα στο σχολείο ένα «χώρο ζωής» κι έναν «κώδικα ζωής», που θ’ ανατρέπουν τους αρνητικούς όρους (κοινωνικούς, πολιτισμικούς, οικογενειακούς) οι οποίοι ώθησαν τον νέο στα άκρα.Άλλωστε, η συγχωρητικότητα ή ικανότητα συγχώρεσης είναι συνυφασμένες με τη διαλλακτικότητα και την ενσυναίσθηση και αφορούν τις διαπροσωπικές αντιδικίες.

       Η σχολική βία παραμένει «μια βία που επερωτά», που στέλνει μηνύματα ιδίως όταν ανθεί μέσα σε «υπέρμετρα ιδιάζοντα σχολεία» κοινωνικών προβλημάτων (ανεργίας και στιγματισμού).
       Τα «κακά υποκείμενα-μαθητές» ζητούν –δια της βίας- επικοινωνία, δηλώνουν «παρών» με τις πράξεις-προφάσεις τους, αποσυμπιέζουν τα αισθήματα καταπίεσης (μέσω μιας προσωρινής ισορροπίας) κι ανευρίσκουν ταυτότητα (ίσως και αξίες αρρενωπότητας). Άρα, δεν χρησιμεύουν σε τίποτα οι ευχές και οι κατάρες.
        Χρειάζονται δύσκολες αποφάσεις. Ουδείς θα δεχτεί παθητικά «τον κοινωνικό του θάνατο». Το σχολείο δεν στάθηκε ικανό να παραδώσει μαθήματα συμβίωσης χωρίς βία. Οφείλει, λοιπόν, αφενός να κατανοήσει και αφετέρου να μάθει να διαχειρίζεται τις κρίσεις που προκαλούν η ανισότητα, η αδικία και η αμάθεια -εντός και εκτός των «σχολικών τειχών». Γιατί μόνον έτσι το σχολείο μπορεί να γίνει ένα πεδίο διαλόγου και διαχείρισης της βίας. Αρκεί να γεφυρώσει –και όχι να γκρεμίσει- τη σχέση «οικογενειακό – κοινωνικό περιβάλλον» και «σχολικό περιβάλλον»,με όσα πολιτισμικά στοιχεία το καθένα από αυτά φέρει και επιβάλλει.
       Το σχολείο ως χώρος συμβίωσης και επικοινωνίας είναι, ταυτόχρονα, και το κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης συνειδήσεων, αντιλήψεων και πρακτικών ήπιας επίλυσης των ενδο-συγκρούσεων. Η εξωτερική ασφάλεια του σχολείου (security) που περιλαμβάνει προσωπικό ασφαλείας, ηλεκτρονικό έλεγχο και ηλεκτρονικό κλείδωμα των χώρων, ειδικά καρτελάκια με τη φωτογραφία τους που φέρουν οι μαθητές, κουμπί συναγερμού στην έδρα του δασκάλου, έλεγχο για ναρκωτικά και όπλα, συγκρούεται με την εσωτερική ασφάλεια (safety) ενός χώρου εκπαιδευτικής διαδικασίας που απαιτεί άλλο περιβάλλον και άλλες σχέσεις. Ούτε η ποινικοποίηση κάθε αντικανονικής συμπεριφοράς, ούτε ο εισαγγελέας, ούτε η αστυνομία του σχολείου, ούτε τα σχολεία-φρούρια, ούτε η επαναφορά της βέργας, καλλιεργούν συνείδηση συνύπαρξης.

       Η κοινωνική ομπρέλα προστασίας σχετίζεται με τη συνευθύνη των κοινωνικών φορέων και όχι με την αστυνόμευση. Χρειάζεται μια συνέργεια πολλών θεσμών και φορέων, για να πεισθούν οι νέοι να ξαναγυρίσουν στην κοινωνική συμβίωση χωρίς βία.
       Η βία στο σχολείο δεν εγγράφεται στο κληρονομικό φορτίο του θεσμού. Πρέπει, συνεπώς, το σχολείο να ξαναβρεί την εσωτερική του δημοκρατία (ισότητα, διάλογος, ηπιότητα, ελευθερία έκφρασης) και ν’ αναπτύξει δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών. Πρέπει να «επανεφεύρουμε» το σχολείο, που σημαίνει νέα δομή, νέα μορφή, νέες σχέσεις, νέα αισθητική, νέα λειτουργία, νέοι ρόλοι, πρέπει να αυτονομήσουμε (έστω σχετικά) το σχολείο από τη διαδικασία νομιμοποίησης της κρατούσας κοινωνικής τάξης για να μην είναι καταδικασμένο και αυτό κι εμείς ν’ αναπαράγουμε ή και να διευρύνουμε τις προϋπάρχουσες ανισότητες.
        Το σχολείο που πληγώνει αντί να εκ-παιδεύσει, οι υπόγειες διαδρομές της βίας στο σπίτι, στην πλατεία και της σχολικής βίας, ο ανταγωνισμός ως εργαλείο επιτυχίας και το παιχνίδι ως μέσον ενηλικίωσης, οι περικυκλωμένοι από «όχι» και «μη» έφηβοι, διαμορφώνουν τους όρους μιας «αντι-δραστικής» επιθετικότητας, έντασης, θυμού, διάψευσης, δυσφορίας. Στο σχολείο συναντώνται πολλές κρίσεις: Εφηβείας, αμφισβήτησης από τους νέους, διάψευσης, κόπωσης από τους δασκάλους, απαξίωσης, υποβάθμισης ρόλου από τους γονείς, αμφίσημης αντιμετώπισης από την Πολιτεία. Η «μάχη για επιβίωση» προτιμάει βίαια σχολεία σε βίαιο κόσμο. Γι’ αυτό χρειάζεται από τη μία η χάραξη ορίων σε όλη την κοινωνική δράση κι από την άλλη η αλλαγή πλαισίου ζωής των νέων.

www.aixmi.gr/ Γιάννης Πανούσης,καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Δεν φοβάμαι που δεν υπάρχει δικαιοσύνη, γιατί ποτέ δεν υπήρχε.

      Ζούμε σε χαλεπούς καιρούς. Αδιαμφισβήτητα. Κι επίσης αδιαμφισβήτητα, η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική. Επτωχεύσαμε σε πνευματικότητα. Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο.
    Εδώ και πολλά χρόνια αναλωνόμαστε σε ένα πλιάτσικο συμπεριφορών και αναγκών επίκτητων, άναρχων και ξένων προς τον τόπο και την ιστορία τού λαού μας. Δεν μιλώ εθνικιστικά. Απέχω μακράν από οποιαδήποτε μικροεθνική νοοτροπία. Αλλά για να είμαστε ουσιαστικά πολίτες τού κόσμου, οφείλουμε να προστατεύουμε τα πρωτογενή μας αγαθά –υλικά και μη. Μόνο έτσι μπορούμε να ενωθούμε επί της ουσίας με το όλον. Μόνο όταν διαφυλάσσουμε την αυθεντικότητά μας.
     Είναι εμφανές ότι εδώ και χρόνια η παράδοσή μας έχει επισκιαστεί από την ποπ-μπουζούκι ανθυποκουλτούρα και τα φο μπιζού. Όπως λέει άλλωστε και η αγαπημένη μας Κική Δημουλά “ανέκαθεν είχε πέραση το φο”. Και δεν είναι αυτό που με τρομάζει. Όταν όμως κόβεται ο ομφάλιος λώρος επέρχεται η ορφάνια.Αυτό ζούμε σήμερα. Ορφάνια κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική.
Κι η ορφάνια είναι ξενιτιά.

      Ξενιτεμένοι λοιπόν στον ίδιο μας τον τόπο κι έχοντας πλήρη συνείδηση των ευθυνών μας, αφού κατά βάθος ξέρουμε πως όλοι φταίμε γι αυτή μας την κατάντια, ξαφνικά αναγκαζόμαστε να επαναπροσδιορίσουμε τις ανάγκες μας. Ανάγκη πρώτη η ταυτότητά μας. Ποιοι είμαστε; Τι θέλουμε; Γιατί καταπιεζόμαστε από τον εαυτό μας κι από τους άλλους;
     Δεν χρειάζεται να μεμψιμοιρούμε. Τι θα απογίνουν οι νέοι αλλά κυρίως οι γέροι σ’ αυτή τη χώρα! Πως θα επιβιώσουν! Φταίνε κι αυτοί που τόσα χρόνια πάσχιζαν με ρουσφέτια και μπαχτσίσια να αναθρέψουν ακαμάτες απογόνους, ραχατλήδες τού δημοσίου.
      Ως εκπρόσωπος της γενιάς των τριάντα και βάλε, δεν φοβάμαι για την επιβίωση. Αρκεί να μου δίνει ο Θεός υγεία. Δεν φοβάμαι που δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Ποτέ δεν υπήρχε. Φοβάμαι όταν δεν κοιταζόμαστε στα μάτια. Φοβάμαι όταν νομίζουμε ότι κάποιος άλλος φταίει για τη “δυστυχία” μας.Και αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία βλέπω να αλλάζει τώρα τελευταία. Βλέπω πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι της γενιάς μου έχουμε αρχίσει να θέτουμε ερωτήματα. Να παραδεχόμαστε ότι δεν ξέρουμε.

      Θέλουμε να μάθουμε. Κι αφού το ζητάμε, οι δάσκαλοι θα έρθουν.Εμείς τα μάθαμε όλα στο δρόμο. Είναι καιρός τα δικά μας παιδιά να αρχίσουν να μαθαίνουν και κάποια πράγματα στο σπίτι. Κι όχι τι θα γίνουν ή τι θα ψηφίσουν όταν μεγαλώσουν.
      Αλλά πώς θα αγαπάνε και θα αγαπιούνται καλύτερα. Κι αυτό δεν κοστίζει λεφτά ούτε επηρεάζεται από οικονομικές κρίσεις. Χρειάζεται χρόνο και παρουσία. Είναι καλό που εξαιτίας της κρίσης σταματήσαμε. Καιρός να γυρίσουμε πίσω και να δούμε ότι τόσα χρόνια τρέχοντας δεν έχουμε προχωρήσει ούτε ένα χιλιοστό.

www.protagon.gr/Γιώργος Καραμίχος

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Τα αυγά θα τα σπάσουν μόνο οι γενναίοι!

       Το καλοκαίρι του 2010, αναζητήσαμε έναν δημόσιο χώρο στις απαξιωμένες γειτονιές του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης, για να τον αναμορφώσουμε, δημιουργώντας ένα παράδειγμα δράσης που ελπίζαμε να ακολουθήσουν και άλλοι, φορείς και πολίτες.
       Έτσι μαζί με τον αρχιτέκτονα Πρόδρομο Νικηφορίδη επιλέξαμε το αδέσποτο οικόπεδο στη γωνία Ιασωνίδου και Ευριπίδου, ένα σκουπιδότοπο στην πραγματικότητα. Με τη βοήθεια εθελοντών και την ευγενική χορηγία εταιριών που ανέλαβαν τα έξοδα δενδροφυτεύσαμε, κατασκευάσαμε πρότυπα παγκάκια, καθαρίσαμε το χώρο και δημιουργήσαμε μια μικρή ανάπλαση που ενάμιση χρόνο τώρα άλλαξε λίγο το τοπίο της γειτονιάς.
        Στο διάστημα αυτό ο χώρος ξαναγέμισε σκουπίδια, καθώς κανείς από τις αρχές του Δήμου, τις πρώην ή τις τωρινές δεν έδειξε την ευαισθησία να μεταφέρει τους κάδους λίγο πιο πέρα από το πάρκο, μερικά από τα φυτά μαράθηκαν καθώς το κατάστημα που συνδέσαμε την παροχή νερού έκλεισε και η γειτονιά μάλλον αδιαφόρησε για την τύχη του πάρκου.
       Φέτος είπαμε να επιστρέψουμε ολοκληρώνοντας τη διαμόρφωση. Βρήκαμε χορηγούς για να αλλάξουν το δάπεδο, να τοποθετήσουν φωτισμό, κούνιες για τα παιδιά της γειτονιάς, νέα φυτά στη θέση των παλιών και φυσικά εθελοντές να υλοποιήσουν. Τα δεκάδες τηλεφωνήματα με τις υπηρεσίες του δήμου και τις αρμόδιες αντιδημαρχίες δεν έβγαλαν πουθενά. Κανενός είδους βοήθεια στην πράξη γιατί η κυριότητα του οικοπέδου αμφισβητείται. Το διεκδικεί το σύμπαν. Μια οικογένεια Οθωμανών που μένει στη Συρία, ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, το τούρκικο κράτος και άλλοι μας είπαν. Πήραμε την απόφαση να συνεχίσουμε μόνοι. Χωρίς καμία επίσημη κάλυψη.

       Εκεί ήρθαμε αντιμέτωποι με τη γειτονιά. Το πρώτο πρωινό που μαζευτήκαμε να καθαρίσουμε τον τόπο και να περισυλλέξουμε τα ξεραμένα φυτά ένας γείτονας έξαλλος μας προειδοποίησε πως αν συνεχίσουμε να φτιάχνουμε πάρκα για τα Αλβανόπουλα θα αγοράσει το οικόπεδο και θα το καταστρέψει. Τρεις στους τέσσερις αρνήθηκαν να μας δώσουν ρεύμα για να τοποθετήσουμε τα φωτιστικά και τις κούνιες, άλλοι τόσοι μας είπαν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι.
     Η πλειοψηφία μας κοίταζε από τα μπαλκόνια ένα Σάββατο μέσα στη βροχή να ξεχορταριάζουμε και να καθαρίζουμε με τα χέρια ένα χώρο που άλλαξε την ασχήμια της γειτονιάς τους και δεν δέχτηκε ούτε να συνδέσουμε ένα λάστιχο με νερό με τις βρύσες τους για να ποτίσουμε τα δέντρα που μεγάλωσαν και έγιναν όμορφα.
       Εμείς συνεχίσαμε. Όχι γιατί θέλαμε να αποδείξουμε τίποτε πουθενά. Απλά, γιατί ενάμιση χρόνο τώρα πεισμώσαμε πολύ και πιστεύουμε πως το ‘’δε γίνεται’’ είναι δική μας εφεύρεση. Νιώθουμε  κόπωση, κυρίως από την αδιαφορία των ανθρώπων. Να παλεύεις ναι δε λέω, αλλά με πόσους και με ποιους; Η απογοήτευση έχει να κάνει με το διπλανό αλλά και με τους άρχοντες, παλιούς και καινούργιους, που αδυνατούν να καταλάβουν πως όσο συνεχίζουν με τον παλαιό τρόπο να πορεύονται τίποτε δεν θα αλλάξει. Τα αυγά θα τα σπάσουν μόνο οι γενναίοι. Οι υπόλοιποι απλά θα λουστούν με τα ζουμιά τους.
     Το Σάββατο 22 Οκτωβρίου το όνειρο έγινε πραγματικότητα, έστω και κουτσουρεμένο. Υπολείπεται το δάπεδο που ευελπιστούμε να ολοκληρωθεί σύντομα. Στη διάρκεια της επέμβασης αυτού του πρωϊνού, η καχυποψία της γειτονιάς συνεχίστηκε. Υπήρξαν όμως στιγμές και άνθρωποι, όπως η θρυλική κυρία Θωμαή που βοήθησε με σωματική εργασία ωρών και τα παιδιά της γειτονιάς, που αγκάλιασαν αμέσως το πάρκο που στο τέλος της μέρας μας δικαίωσαν. Ξεκινώντας να γράφω αυτό το κείμενο ήμουν περισσότερο απαισιόδοξος. Χτες βράδυ όμως περνώντας αργά από το φωτισμένο και ολοκληρωμένο πάρκο, που μέχρι πέρσι ήταν σκουπιδότοπος, σκέφτηκα πως στο τέλος νικάει το καλό, αρκεί να το πιστέψεις και να το παλέψεις!

http://parallaximag.gr

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Επάγγελμα "εκπαιδευτικός"

       Ο Freud εμπιστεύτηκε κάποτε στην πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη (Bonaparte, 1931) ότι «στην εκπαίδευση ό,τι κι αν κάνει κανείς, το κάνει λάθος».
      Και το 1937, στο “Ανάλυση που τελειώνει και ανάλυση που δεν τελειώνει”, ο ίδιος χαρακτήριζε ως «μη δυνατά» τα επαγγέλματα του εκπαιδευτικού, του πολιτικού και του αναλυτή, θέλοντας να τονίσει έτσι ότι σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές οι «επαγγελματίες» βρίσκονται (ή θα πρέπει να βρίσκονται) σε μια τόσο στενή και βαθιά σχέση ψυχικής αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, μεταβιβαστικού τύπου, με τους ανθρώπους στους οποίους αποσκοπεί η εργασία τους, ώστε τα αποτελέσματα της να εξαρτώνται κυρίως από αυτήν ακριβώς τη σχέση και όχι τόσο από τις δικές τους ενέργειες.
      Στο πλαίσιο της επαγγελματικής του ταυτότητας ο εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, μέσα του αλλά και στις διαπροσωπικές του σχέσεις, μια σειρά από συγκρούσεις, που συχνά είναι οδυνηρές ή τουλάχιστον δυσεπίλυτες. Θα ασχοληθούμε εν συντομία με τρεις από αυτές, ίσως τις πιο χαρακτηριστικές.
        Η πρώτη έχει να κάνει με την εξιδανίκευση αλλά και ταυτόχρονα την απαξίωση της εργασίας του όσο και του ίδιου από την κοινωνία και την πολιτεία. Είναι γνωστή εξάλλου στην ψυχαναλυτική ψυχολογία η σχέση της εξιδανίκευσης με την επιθετικότητα. Από το ένα μέρος, το μήνυμα που παίρνει ο εκπαιδευτικός είναι ότι αυτό που κάνει είναι εξαιρετικά σημαντικό, ότι η κοινωνία του έχει εμπιστευτεί τα ίδια της τα όνειρα και το μέλλον, ότι η εργασία του δεν αποτελεί καν επάγγελμα αλλά λειτούργημα, ενώ από το άλλο, αυτό που εμπράκτως του απευθύνεται είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο: είναι η κοινωνική ανυποληψία, η υποτίμηση, ακόμα και η περιφρόνηση. Σε μια κοινωνία όπου τα πάντα μετρώνται με το χρήμα, οι αμοιβές των εκπαιδευτικών αποτελούν ένα κραυγαλέο και αδιάψευστο δείκτη της κοινωνικής αξίας που φαίνεται να τους αναλογεί.
       Μια δεύτερη σύγκρουση, ιδεολογική αυτή, συνδέεται με το δίπολο ελαστικότητα vs. αυστηρότητα. Από τη μία, τόσο η περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα του ανταγωνισμού όσο και ο ρόλος του κοινωνικού ελέγχου και της επιλογής που ανατίθεται από την κοινωνία και την πολιτεία στο σχολείο απαιτούν από τον εκπαιδευτικό να αξιολογεί τους μαθητές του και να είναι αυστηρός. Από την άλλη, οι αξίες του αντι-αυταρχισμού, της ανοχής και της επιτρεπτικότητας που αιωρούνται επίσης μέσα στην ίδια ιδεολογική ατμόσφαιρα, απαιτούν ταυτόχρονα από τον εκπαιδευτικό να είναι ελαστικός Δεν είναι καθόλου εύκολο να ανακαλύπτει κανείς διαρκώς τη σωστή δοσολογία πάνω σ' αυτόν τον άξονα, ώστε να μπορεί να είναι τόσο ελαστικός που να μην παύει να είναι και όσο χρειάζεται αυστηρός, ή να είναι τόσο αυστηρός που να μη χάνει και την ελαστικότητα που οφείλει επίσης να έχει.

       Μια τρίτη αντίθεση και σύγκρουση είναι ανάμεσα στα στοιχεία ενήλικας και παιδί. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει την εξής ιδιαιτερότητα: ο εκπαιδευτικός καλείται να περνά το μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης μέρας του ως μόνος ενήλικας αυτός μέσα σε μια ομάδα παιδιών ή εφήβων.
         Για να μπορέσει να κάνει σωστά τη δουλειά του, κάτι που προϋποθέτει την ουσιαστική και σε βάθος επικοινωνία με τους μαθητές, ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει την ικανότητα να ταυτίζεται εν μέρει με το μαθητή. Εν μέρει, γιατί θα πρέπει και να μπορεί να παραμένει ενήλικας, ώστε να λειτουργεί σαν δάσκαλος.
       Πώς να διατηρεί ανέπαφη και νηφάλια αυτή την ενήλικη πλευρά του επαγγελματικού εαυτού του, όταν κατακλύζεται από παιδικές συμπεριφορές που εγκαλούν διαρκώς και αναπόδραστα το παιδί που είναι μέσα του; Ένα παιδί, που από το άλλο μέρος δεν είναι το ίδιο εύκολο, ή δεν είναι πάντα το ίδιο εύκολο, σε όλους τους εκπαιδευτικούς να το αντιμετωπίσουν και να έχουν ψυχική επαφή μαζί του, γιατί συμβαίνει να είναι ένα παιδί που έχει υποφέρει, ένα παιδί που αισθάνεται νωπή ακόμα τη ντροπή και την ενοχή (Navridis, 1998), το φθόνο, την οργή, την εγκατάλειψη; Με ποια πλευρά του εαυτού του να ταυτιστεί ο εκπαιδευτικός; Με την ενήλικη ή την παιδική; Απέναντι σε ποια άλλη;
       Μερικές φορές, η εμμονή πολλών εκπαιδευτικών να προτάσσουν στην επικοινωνία το ενήλικο κομμάτι του εαυτού τους λειτουργεί ως αμυντική προκάλυψη που τους επιτρέπει να αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν άμεσα βαθύτερες ψυχικές τους ανάγκες και αιτήματα. Ανεξάρτητα δηλαδή από τη συγκεκριμένη χαρακτηροδομή και την ψυχοπαθολογία που μπορεί να έχει ένας εκπαιδευτικός, η δυσκολία του να εκφράσει συναισθηματικά αιτήματα έχει να κάνει και με το επάγγελμα και αυτή ακριβώς η ψυχοκοινωνική και επαγγελματική πτυχή του προβλήματος είναι που μας απασχολεί στο πλαίσιο αυτού του κειμένου.
       Πώς κατασκευάζεται αυτό το επαγγελματικό ιδίωμα; Από το γεγονός ότι η ίδια η παιδαγωγική σχέση, λόγω της ηλικιακής ασυμμετρίας της, αλλά και της δομικής ανισοτιμίας των ρόλων που προϋποθέτει καθώς πραγματώνεται μέσα σ' ένα ακραία υπερεγωτικό αξιακό καθεστώς υψηλών εξιδανικεύσεων, με κεντρικό όρο το ίδιο το «παιδί», αυτοθυσίας, αλτρουισμού και αυστηρότητας, απαιτεί διαρκώς από το δάσκαλο να αναστέλλει τις προσωπικές του ανάγκες υπέρ των αναγκών του μαθητή, στον οποίο αισθάνεται ότι οφείλει να προσφέρει αφειδώς, εκτός από γνώσεις, το ενδιαφέρον, τη φροντίδα και την αγάπη του.

      Επίσης, οι εκπαιδευτικοί βιώνουν μεγάλη ψυχική και σωματική ένταση στη δουλειά τους και άγχος, από την πίεση ενός παράλογα αυστηρού επαγγελματικού υπερεγώ, που τους επιβάλλει άκαμπτους και απαιτητικούς κανόνες σχετικά με το ωράριο διδασκαλίας και παρουσίας τους στο σχολείο, με την τήρηση του προγράμματος και της διδακτέας ύλης, την καθημερινή προετοιμασία για το μάθημα και τη δουλειά που πρέπει να παίρνουν στο σπίτι.
        Η υποχρέωση να διδάσκουν προκαλεί στους εκπαιδευτικούς άγχος, γιατί ασυνείδητα προβάλλουν στους μαθητές τους το δικό τους (επι)κριτικό και απαξιωτικό υπερεγώ. Είναι δηλαδή σαν να μη μιλάνε προς τους μαθητές, αλλά να απευθύνονται σε μια πλευρά του βαθύτερου εσωτερικού εαυτού τους, που αν κάνουν κάποιο λάθος, αν τύχει να παραλείψουν κάτι, είναι έτοιμη να τους ελέγξει, να τους αποδοκιμάσει και να τους επιπλήξει με τον πιο προσβλητικό τρόπο.
      Η απροκάλυπτη τέλος επιθετικότητα, η έντονη αμφισβήτηση και η βία των μαθητών σε πραγματικό επίπεδο, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς και η πραγματική πλέον απειλή εκδήλωσης ακόμη και σωματικής βίας προς τους καθηγητές, σε μια εποχή μάλιστα χαρακτηριστικής και γενικευμένης κοινωνικής έκπτωσης του κύρους της εξουσίας και του σεβασμού για τους θεσμούς, οξύνει ακόμα περισσότερο το φαντασιωσικό τρόμο, που ούτως ή άλλως προκαλεί ασυνείδητα ο έφηβος στον εκπαιδευτικό (όπως άλλωστε και στο γονιό).
Εάν σε όλα αυτά προστεθούν και οι δυσκολίες που συνήθως υπάρχουν στις σχέσεις με τους συναδέλφους, οι οποίες συχνά είναι ή βιώνονται ως ακραία ανταγωνιστικές, με βασικό αντικείμενο την αγάπη και την προτίμηση των μαθητών, έχουμε το συνοπτικό πανόραμα των προβλημάτων μιας μάλλον παραγνωρισμένης επαγγελματικής καθημερινότητας, που παρόλα αυτά τείνει να προκαλεί το φθόνο της υπόλοιπης κοινωνίας, η οποία επιμένει να θεωρεί τους εκπαιδευτικούς προνομιούχους.
Η πραγματικότητα βεβαίως είναι τελείως διαφορετική. Τα ψυχολογικά και ψυχοσωματικά προβλήματα δεν είναι διόλου σπάνια στους εκπαιδευτικούς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που φτάνουν ακόμη και μέχρι τη νευρική και ψυχική εξουθένωση, το λεγόμενο burnout.                                       

Κλήμης Ναυρίδης

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Όταν η κρίση της Αργεντινής σάρωνε στο διάβα της ζωές, αξίες, θεσμούς, όνειρα...

     "Η χρονιά της ερήμου" του νέου και ελπιδοφόρου αργεντινού συγγραφέα Πέδρου Μαϊράλ, στις εκδόσεις Πόλις, είναι ένα μυθιστόρημα για την Αργεντινή της κρίσης. Είναι σίγουρα υπερτονισμένο ως ένα βαθμό, γιατί ο συγγραφέας θέλει να αποδώσει μια φρικιαστική αλληγορία για την τρομακτική κρίση της Αργεντινής που ξέσπασε και σάρωσε στο διάβα της ζωές, αξίες, θεσμούς, όνειρα. Η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας προκαλεί ανατριχίλα:
        Το ηλεκτρικό κόβεται, οι υπολογιστές αντικαθιστώνται με γραφομηχανές, το πλύσιμο στο πλυντήριο γίνεται πολυτελής συνήθεια, αφού δεν υπάρχουν ρεύμα και απορρυπαντικά. Αντικαθίσταται από το πατροπαράδοτο πλύσιμο στη σκάφη, συχνά χωρίς σαπούνι. Οι εκπομπές στην τηλεόραση προβάλλονται με διακοπές που όσο πάνε επεκτείνονται.Τα ίδια και το ραδιόφωνο που αποτελεί πηγή ενημέρωσης και ψυχαγωγίας στους ελευθέρους πολιορκημένους.
      Η βενζίνη γίνεται σπάνιο είδος, τα νοσοκομεία μένουν από φάρμακα, υλικό και ιατρικά εργαλεία. Οι γιατροί αναγκάζονται να γυρίσουν στα παλιά πατροπαράδοτα μαντζούνια της μεσαιωνικής επαρχίας, για να ανακουφίσουν πρόσκαιρα και όχι για να θεραπεύσουν, τους αρρώστους. Οι επιδημίες θερίζουν ανθρώπινες ζωές, χωρίς κανείς να μπορεί να τις αντιμετωπίσει.
    Και όταν δεν θερίζουν οι επιδημίες, θερίζουν οι σφαίρες, καθώς οι δρόμοι είναι γεμάτοι οδοφράγματα, με μόνιμη την υπόκρουση των εκρήξεων, το κροτάλισμα των όπλων, με τις κάνες να προβάλλουν από ανοιχτά παράθυρα και να σκορπούν τον θάνατο. Το κέντρο της πόλης βρίσκεται στο έλεος συμμοριών, ένστολων και επαναστατημένων, έτσι που η πεινασμένη επαρχία έχει εισβάλει στην πρωτεύουσα και διαγουμίζει το καθετί.

      Ηχητική υπόκρουση οι λεηλασίες στα καταστήματα, το σπάσιμο των βιτρινών με τους ιδιοκτήτες ένοπλους να υπερασπίζονται το βιος τους, οι προκηρύξεις, τα επαναστατικά τραγούδια και συνθήματα. Λαϊκοί ηγέτες της στιγμής, ριζοσπάστες συνθηματολόγοι, ένοπλες ομάδες ρέμπελων και ένοπλες ομάδες πραιτωριανών του καθεστώτος, σε ένα τραγικό χορό θανάτου, με δίκες και θανατικές εκτελέσεις χωρίς απολογία και χωρίς δικαστική απόφαση. Παντού το δίκιο της κάνης, η επιβολή του ισχυρότερου.
        Οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους, αρνούνται να κατέβουν στους δρόμους που περπατούσαν, τα οικοδομικά τετράγωνα επικοινωνούν μεταξύ με υποτυπώδεις εναέριες γέφυρες, και οι σφαίρες να σφυρίζουν γύρω τους. Οι ανθρώπινες σχέσεις, τα συναισθήματα γυρίζουν εκατομμύρια χρόνια πίσω, όταν τα δίποδο ον που λέγεται άνθρωπος είχε σπίτι του την ζούγκλα.
      Τα σχολεία μένουν χωρίς βιβλία και χωρίς χαρτί να γράψουν οι μαθητές, το γκάζι είναι κομμένο, οι άνθρωποι μαγειρεύουν το λιτό φαγί τους ακόμη και με προσάναμμα τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών τους. Ένα ατέλειωτο ανθρωπομάνι κατατρεγμένων ,πεινασμένων, ειδικά στην παραμεθόριο, φεύγουν ποδαρόδρομο από τη χώρα να γλυτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και το θάνατο.

      Η ηρωίδα του βιβλίου , η Μαρία Βαλπέζ Νεϊλαν, ζούσε μια ήρεμη μικροαστική ταχτοποιημένη ζωή. Γραμματέας σε μια λατινοαμερικάνικη πολυεθνική, φρόντιζε τον πατέρα της και φλέρταρε τον όμορφο νεαρό Αλεχάντρο.Η κρίση της ανέτρεψε τα πάντα και τη βυθίζει σταδιακά στη φρίκη.Ο Αλεχάντρο συλλαμβάνεται από τις δυνάμεις του καθεστώτος, η ίδια χάνει την δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα για να φροντίσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα της, εγκαταλείπει το νοσοκομείο, για να μη γίνει ένα από τα επόμενα θύματα σε αυτή την επικράτεια θανάτου, που έχουν καταντήσει τα νοσοκομεία της χώρας.  
      Περιπλανιέται αβοήθητη στους πέντε δρόμους, η αδυσώπητη ανάγκη του ψωμιού την αναγκάζει να γίνει πόρνη και στη συνέχεια φόνισσα. Τρέπεται σε φυγή, για να βρει απάγκιο στην πρωτόγονη αθωότητα των φυλών της προκολομβιανής περιόδου τη χώρας της. Αναπολεί παραληρηματικά τον αγαπημένο της Αλεχάντρο και τις βόλτες με τη μηχανή του στο όμορφο, προ κρίσης, Μπουένος Αϋρες, ώσπου κατανοεί ότι εκείνος ο παράδεισος της νιότης και της ανεμελιάς, έχει οριστικά χαθεί.
    Είναι μια ιστορία για την έρημο αλλά και για τη φωνή της ερήμου, που αφηγείται με παράδοξο χιούμορ και πηγαία ανθρωπιά την κατάντια της ίδιας της ανθρωπότητας, όπως σημειώνει το οπισθόφυλλο του βιβλίου…

www.protagon.gr/ Γιάννης Σιδέρης

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Στη μνήμη της φίλης μου Μαρίας

   
       Η Μαρία δεν ήταν ακριβώς φίλη μου. Γιατί φίλο λες κάποιον με τον οποίον μοιράζεσαι μυστικά. Αλλά η Μαρία δεν ανοιγόταν. Ούτε και σ’ αυτούς –μάλλον-που έμοιαζε να νιώθει πιο κοντά τους. Αλλά ήταν συνάδελφός μου. Δεν ταιριάζαμε ακριβώς. Εγώ πιο αυστηρή, εκείνη πιο αλέγρα. Ίσως πάλι και να μην της έδωσα την ευκαιρία ή να μη μου έδωσε τη δυνατότητα να πούμε αλήθειες. Σημασία έχει πως τώρα πια δεν μπορούμε να διορθώσουμε τίποτα. Μερικές φορές νομίζουμε πως ο χρόνος είναι ανεξάντλητος. Πόσο παιδική είναι αυτή η σκέψη…
      Πριν από δύο εβδομάδες, το μεσημέρι της Παρασκευής, της ευχήθηκα «καλό Σαββατοκύριακο» και τώρα δεν είναι πια μαζί μας. Αυτός ο θάνατος είναι τόσο ακατανόητος και τόσο άδικος! Τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν είμαι σίγουρη καν αν τη χαιρέτισα. Το μεσημέρι της Παρασκευής όλοι είναι αφηρημένοι και βιάζονται. Ίσως ήθελα απλά να φύγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ίσως απορροφημένη από τη μικροζωή μου, τη θεωρούσα δεδομένη. Ότι θα τη ξανασυναντήσω, σαν το γραφείο μου, στη θέση που καθόταν πάντα, το πρωί της Δευτέρας.

     Εκείνη ήταν πάντα εκεί συνήθως χαρούμενη ή τουλάχιστον αισιόδοξη. Της άρεσε το χρώμα και η διάθεσή της φαινόταν πρωτίστως από τα ρούχα της. Μερικές φορές ντυνόταν σοφιστικέ κι όταν κάποτε της είπα ότι μου άρεσε το στυλ της, γιατί έμοιαζε με αγγλίδα δασκάλα, δεν το πήρε καλά. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω τι θα ήθελε να της πω.
        Καθόταν στον υπολογιστή και πάντα μοιραζόταν με το σύλλογο οτιδήποτε της έκανε εντύπωση. Τον τελευταίο καιρό ήταν φοβισμένη, αλλά περισσότερο θυμωμένη με τις περικοπές στο μισθό των εκπαιδευτικών, όπως όλοι μας. Μου είχε εξομολογηθεί τους φόβους της κι εγώ την αποπήρα. Αλλά δεν κατάλαβα κάτι παραπάνω. Δεν υποψιάστηκα ότι ήταν πιεσμένη.
     Ποτέ δε μου ζήτησε βοήθεια. Μπορεί να μην είχε μάθει να ζητάει από τους άλλους. Ήταν αυτάρκης και δυναμική. Έτσι τουλάχιστον, ήθελε να δείχνει. Σίγουρα, δεν της άρεσε η ζωή της πόλης. Της άρεσε η Σάμος, γιατί είχε ζήσει καλά εκεί και ήθελε να ξαναγυρίσει. Τη θαύμαζα, όταν μιλούσε για το διάστημα που είχε ζήσει στη Νότιο Αφρική. Μου διηγιόταν ιστορίες που τη σημάδεψαν εκεί και τη ζήλευα για τη γενναιότητά της. Τότε σκεφτόμουν ότι το σχολείο μας είναι πολύ μικρό για κείνη, αλλά δεν της το είπα ποτέ.

       Πάντα αναπολούσαμε τη βραδιά που είχαμε πάει μαζί στη συναυλία του Μαραβέγια και είχαμε περάσει πολύ καλά. Είχαμε διασκεδάσει πολύ κι αυτό ήταν σημείο αναφοράς για τη σχέση μας. Γενικά, της άρεσε η μουσική και μάλιστα οι προτιμήσεις της δεν ήταν συνηθισμένες. Μου άρεσαν τα τραγούδια της δεκαετίας του ’30 που άκουγε. Πραγματικά, μάθαινα από εκείνη, αλλά ούτε κι αυτό της το είπα ποτέ.
      Τότε είχαμε δοκιμάσει να τα πούμε κι εκτός σχολείου, αλλά δεν  καταφέραμε να πούμε πολλά. Ανέκαθεν πίστευα ότι όσοι εργάζονται στον ίδιο χώρο, φοβούνται να μοιραστούν πιο προσωπικές σκέψεις. Μπορεί να είναι και προσωπικός φόβος. Δεν ξέρω. Πάντως, μέσα μου δεν είχα κλείσει το ενδεχόμενο να ξαναδοκιμάσουμε στο μέλλον. Πίστευα ότι όλος ο χρόνος είναι δικός μας…
       Στο νοσοκομείο την είδαμε λίγο, αλλά είμαι σίγουρη ότι μας κατάλαβε. Την ένιωσα φοβισμένη από το αναπάντεχο και λυπημένη από την ανημποριά της. Ίσως, να μην ήταν η δική μας Μαρία, αλλά είμαι σίγουρη ότι μας κατάλαβε. Τουλάχιστον, προλάβαμε να τη χαϊδέψουμε λίγο, πριν μας την πάρουν.
      Δε θέλω να την αποχαιρετήσω. Ο θάνατός της ήταν απροσδόκητος και δε θέλω να τον δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι μέσα σε δυο εβδομάδες μπορούμε να εξαφανιστούμε έτσι απλά, σα να μην είχαμε υπάρξει ποτέ… Μπορώ όμως να της πω «καλό ταξίδι» και θέλω να δώσει χαιρετίσματα στους αγαπημένους από την άλλη όχθη…
                                                                                                                        Σοφία Κανιάκα

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Ποιος φταίει πραγματικά;

     Σ'αυτόν τον πόλεμο, τον κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, ποιος ακριβώς είναι ο εχθρός;Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι είναι ο δυσκολότερος όλων: Ο εαυτός μας και οι εδραιωμένες συνήθειες των τελευταίων 40 χρόνων.
      Ο ζόφος της οικονομικής κρίσης έφερε στην πραγματικότητα όλους τους Έλληνες αντιμέτωπους με τον εαυτό τους και τις επιλογές τους. Η ελληνική κοινωνία είναι σαφές ότι αιφνιδιάσθηκε από το ξέσπασμα της κρίσης , από τη σφοδρότητά της και κυρίως από την ταχύτητα των εξελίξεων, που δεν επέτρεψε την ανάλυση και και την αφομοίωση των γεγονότων και των αιτίων τους και μάλιστα τη στιγμή που ταυτοχρόνως προσπαθεί κανείς στοιχειωδώς να επιβιώσει.
      Το ερώτημα "τι είναι αυτό που μας συνέβη;" και "γιατί;" γρήγορα οδήγησε στο πιο θεμελιακό ερώτημα, "τι είναι αυτό που κάναμε λάθος;" ή αν θέλετε "τι είναι αυτό που έκανα λάθος;" Σε συντροφιές, στο διαδίκτυο, και στον τύπο, τα τελευταία 2 χρόνια, λέγονται και γράφονται κάθε είδους προσωπικές και συλλογικές αυτοκριτικές προσεγγίσεις για πολιτικές, οικονομικές, επαγγελματικές, καταναλωτικές επιλογές από όλων των ειδών και των αποχρώσεων τις ιδεολογικές, βιοφιλοσοφικές, ηθικές σκοπιές.
      Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κοινωνία επέλεξε ή αφέθηκε στη δεκαετία του'80 στην κυριαρχία ενός ψευδοεκδημοκρατισμού με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, που υπονόμευσε την ιεραρχία και τη διοικητική επάρκεια του κρατικού μηχανισμού, διέλυσε τα πανεπιστήμια, διόγκωσε το δημόσιο και τις παραφυάδες του, διέχυσε τη μικρής κλίμακας διαφθορά σε όλη την κοινωνία, για να γίνεται ανεκτή και να επιβραβεύεται πολιτικά η μεγάλης κλίμακας διαφθορά των εκάστοτε κυβερνητικών αξιωματούχων και εμπέδωσε μια λογική ήσσονος προσπαθείας που σταδιακά επικράτησε παντού.

       Ο ιδιωτικός τομέας έγινε και αυτός κρατικοδίαιτος,με "εθνικούς" εργολάβους και "προμηθευτές" να καταβροχθίζουν εθνικούς πόρους και κοινοτικές επιδοτήσεις.Ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας ατρόφησε και η χώρα έφθασε να μην παράγει σχεδόν τίποτα. Στην πραγματικότηταλα, όλα  αυτά δεν απασχολούσαν σχεδόν κανένα μας. και το βλαχομπαρόκ life style της δεκαετίας του ενενήντα μετετράπη σε απόλυτα χαζοχαρούμενο καταναλωτισμό και κοντόφθαλμο (ενίοτε δε και χυδαίο) ευδαιμονισμό μόλις στα πορτοφόλια μας μπήκε το "σκληρό" ευρώ και οι φθηνές πιστώσεις που το συνόδευαν.
      Ουδέποτε αναρωτηθήκαμε σοβαρά πού βαδίζουμε, ποιο είναι ή πρέπει να είναι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, μιας χώρας μέλους της ευρωζώνης, τι ρόλο θα παίξουμε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Και το κυριότερο, ποτέ δεν θέσαμε αυτά τα ερωτήματα στους πολιτικούς μας ταγούς, ούτε απαιτήσαμε απαντήσεις και συνηθίζαμε να ψηφίζουμε αυτούς που μας χάϊδευαν τα αυτιά.
    Αυτού του τύπου την αυτοκριτική οι Έλληνες πολίτες σε μεγάλο βαθμό την έχουν κάνει και συνεχίζουν να την κάνουν, ενώ και τα ελληνικά και τα ξένα ΜΜΕ καλλιεργούν ένα κλίμα, υπερβολικής έως ύποπτης-ως προς τα κίνητρα αυτών που την καλλιεργούν- συλλογικής ενοχής. Η αυτοκριτική προαπαιτεί εντιμότητα και γενναιότητα και είναι το πρώτο και κρισιμότερο βήμα στην πορεία προς την αυτογνωσία. Αισθάνομαι ότι η ελληνική κοινωνία παρά την κατάθλιψη και την οργή της βαδίζει προς τα εκεί.
     Εκείνο που τραβά άλλο δρόμο και μοιάζει απολύτως αμετανόητο είναι το λεγόμενο πολιτικό σύστημα, το οποίο εντέλει ούτε πολιτικό είναι, ούτε πολύ περισσότερο σύστημα. Οι άνθρωποι αυτοί, που είχαν την πολιτική διεύθυνση της χώρας και την εξουσία στα χέρια τους, δεν βρίσκουν ούτε μία κουβέντα αυτοκριτικής να αρθρώσουν, ούτε καν για τα προσχήματα. Για όλους αυτούς, μηδενός εξαιρουμένου, για όλα φταίνε, είτε οι πολίτες που τους εκβίαζαν, για να κάνουν διορισμούς ("μαζί τα φάγαμε"), είτε οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, είτε ενδεχομένως ο διεθνής καπιταλισμός.

       Όταν, σπανίως ερωτώνται αν έχουν κάνει κάποιο λάθος, δεν αναφέρουν ποτέ κάποιο συγκεκριμένο ολίσθημά τους, αλλά παραθέτουν με βαρύγδουπο ύφος φαιδρές κοινοτυπίες όπως "όποιος δρα και δουλεύει σκληρά, κάνει λάθη", "λάθη δεν κάνει μόνο ο Θεός" ή το κορυφαίο "ήταν λάθος μου ότι δεν επικοινώνησα σωστά  το μεγάλο έργο που έκανα".
      Ο πρωθυπουργός της χώρας που ερημώνεται από την ύφεση αδυνατεί να μας αναφέρει ένα λάθος που έχει κάνει, μία λανθασμένη εκτίμηση. Ούτε καν για το περίφημο "λεφτά υπάρχουν", έχει απολογηθεί. Στα 2 χρόνια διακυβέρνησής του αναγνώρισε (στη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ) έναν λανθασμένο υπολογισμό: δεν υπολόγισαν λέει σωστά, φέτος, την επίπτωση της επιστροφής φόρου από την υποβολή αποδείξεων και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν περισσότερους φόρους από αυτούς που λογάριαζαν! Να σημειωθεί εδώ, ότι για να προϋπολογισθεί τι δημοσιονομικές επιπτώσεις θα είχε το εν λόγω μέτρο απαιτούνταν από τους "εγκεφάλους" του οικονομικού επιτελείου στοιχειώδεις γνώσεις αριθμητικής επιπέδου Δ' δημοτικού.
         Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανότατα επόμενος πρωθυπουργός αδυνατεί επίσης να βρει και να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σφάλμα στην πενταετή κυβερνητική θητεία 2004-2009, οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτία για την εκλογική συντριβή του κόμματός του το 2009 και πολύ περισσότερο οποιοδήποτε δικό του προσωπικό λάθος στην πολυτάραχη πολιτική του πορεία από το 1990 (Μακεδονικό, ανατροπή κυβέρνησης το 1993 κτλ) και εντεύθεν. Ο τέως πρωθυπουργός που δημοσιεύει μακροσκελή άρθρα για τον στρουθοκαμηλισμό των Ελλήνων, δεν έχει πει ποτέ τίποτα, ούτε για την είσοδο της χώρας στο ευρώ με ανατιμημένη ισοτιμία (σημαντικό μέρος του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας της), ούτε καν για το θηριώδες σκάνδαλο του χρηματιστηρίου.
      Την ίδια απόλυτη αδυναμία αυτοκριτικής (πρόκειται ουσιαστικά περί αναπηρίας) μοιράζονται και οι "μικρότεροι" του πολιτικού σκηνικού. Διεκδικούν και αυτοί το αλάθητο. Το ΚΚΕ έχει το αλάθητο της κομμουνιστικής ορθοδοξίας, ο Καρατζαφέρης το αλάθητο της χριστιανικής ορθοδοξίας, ο Τσίπρας το αλάθητο της παρατεταμένης εφηβείας, ο Κουβέλης της πολιτικής ευπρεπείας και η Ντόρα το αλάθητο της οικογενείας.
    Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πέραν του ότι είναι κατώτερο των περιστάσεων-αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο στην Ελλάδα, αφορά δυστυχώς όλη την Ευρώπη- είναι και αμετανόητο ή τουλάχιστον δε δείχνει να έχει διδαχθεί τίποτα από την κρίση. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται πολλά για να ξεκολλήσει το κάρο από την λάσπη και μεταξύ αυτών όραμα, πραγματισμό, ενότητα, αλλά  και   ηγεσία. Νομίζω ότι θα μπορέσει να αρχίσει να ελπίζει ότι τη βρήκε, όταν προκύψει πολιτικός ηγέτης που θα απευθυνθεί στους πολίτες ξεκινώντας από ειλικρινή και προσωπική αυτοκριτική.

 Σπύρος  Ασραχάς, "H αμαρτία και η συλλογική ενοχή"/ Καθημερινή/sxoliopoliti.blogspot.com

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Πώς να κρυφτούμε απ' τα παιδιά...

   11 η ώρα βράδυ, βράδυ Κυριακής. Έκλεισε τον υπολογιστή … χαρούμενος απόψε …. αύριο δεν θα περνούσε την κόλαση του Δάντη διδάσκοντας λογοτεχνία στα παιδιά της Γ’ Λυκείου, ένα μάθημα καταδικασμένο, μιας και δεν εξετάζεται στις πανελλαδικές όπως λένε κι οι συνάδελφοι. Κι ο ίδιος ήταν μπουχτισμένος από τη μονοτονία τόσων χρόνων: ανάγνωση του ποιήματος, χωρισμός σε ενότητες, πλαγιότιτλοι, νόημα κ.λπ. – πόσο μάλλον τα παιδιά …
       Τι κρίμα, σκεφτόταν, για τον Αναγνωστάκη, το Λειβαδίτη, τη Δημουλά … τι κρίμα να πάνε χαμένα τα έργα τους και να διαβάζονται σε αίθουσες, όπου τα παιδιά συλλαβίζουν ξύλινο σχολικό λόγο και εφευρίσκουν κάθε απίθανο τρόπο να διασκεδάσουν την αφόρητη πλήξη τους παίζοντας με τα νεύρα του…
       Αυτή τη φορά θα ήταν αλλιώς… μετά από 20 χρόνια υπηρεσίας πήρε την απόφαση να τολμήσει ένα μάθημα διαφορετικό, να δώσει μια άλλη αίσθηση στα παιδιά για τη λογοτεχνία. Κάτι βοήθησε ένα σεμινάριο για «το πώς μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα άλλο στυλ δασκάλου», κάτι ο διαδραστικός πίνακας που μπήκε από πέρσι στην τάξη (κι αράχνιαζε), κάτι τα βιβλία που δεν ήρθαν ακόμη...
     Kι έτσι βρέθηκε να παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις: ας μείνει λίγο πίσω στην ύλη, ας εγκαταλείψει τις τυραννικές «Οδηγίες διδασκαλίας του Υπουργείου», ας υπομείνει τα ειρωνικά σχόλια των παλιότερων συναδέλφων…. Θα διδάξει στα παιδιά λογοτεχνία μιλώντας στη γλώσσα τους και στη γλώσσα του. Το μάθημα θα είχε τίτλο «Το δίκιο του αγώνα» και θα τους μάθαινε πως δεν υπάρχει χαμένος αγώνας και πως το να αγωνίζεσαι για το συλλογικό, δίνει νόημα στην ύπαρξή σου … Ένιωσε μέρες Φιλοσοφικής Σχολής της δεκαετίας του ’80, τότε που μαζί με τους συμφοιτητές του οραματιζόταν ένα άλλο σχολείο.
      Θα έβαζε τα παιδιά να ακούσουν στο youtube το τραγούδι του δικού του Ρασούλη «Τίποτα δεν πάει χαμένο», θα διάβαζαν ιστοσελίδες με αυθεντικές ιστορικές πηγές που συνήθως δεν υπάρχουν στα σχολικά βιβλία, θα μελετούσαν μουσική της δεκαετίας του ’60 με το ροκ της αμφισβήτησης, θα ανέλυαν στίχους, θα συσχέτιζαν ιστορικά γεγονότα, θα συνέδεαν με το σήμερα … Κάτι του ‘λεγε πως η ζωντάνια θα έμπαινε στην τάξη, πως θα τους έλεγε «αντίο» η κατάθλιψη του πίνακα, της κιμωλίας, της «ερώτησης-απάντησης» και πως θα ξαναέβρισκε τη χαρά της διδασκαλίας.

        Λίγο πριν κοιμηθεί είδε στην τηλεόραση να συζητούν για τις καταλήψεις που φούντωναν στα πανεπιστήμια και στα λύκεια. Μια ομιλούσα κεφαλή απήγγειλε: «Πάντα οι καταλήψεις είχαν σοβαρό λόγο ύπαρξης… και φέτος με την έλλειψη των βιβλίων ακόμη σοβαρότερο. Δεν είναι υποκινούμενες όπως ισχυρίζονται όσοι θέλουν να υποβαθμιστεί το λαϊκό κίνημα. Τα παιδιά μάς δείχνουν το δρόμο».
       «Μήπως να βιντεοσκοπήσω ένα κομμάτι της συζήτησης και να το ενσωματώσω στο μάθημα»; αναρωτήθηκε, «έτσι για να συνδέσω το χθες με το σήμερα… να αποκτήσει το μάθημα προσωπικό νόημα για τους μαθητές. Πολλά μπορώ να κάνω. Θα δω πώς θα βγει το αυριανό μάθημα και θα κάνω βελτιώσεις και προσθήκες». Κοιμήθηκε καλά …
       Το πρωί μόλις έστριψε τη γωνία και είδε το σχολείο, κατάλαβε … οι συνάδελφοι στο πεζοδρόμιο, ο διευθυντής πέρα – δώθε, οι γονείς σε πηγαδάκια, όλοι έτοιμοι για καυγά – Κατάληψη! Μια μητέρα ούρλιαζε ότι το παιδί της υπέστη εκφοβισμό για να ψηφίσει «ναι».
        Ένας πατέρας ανέλυε την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση και κατέληγε ότι τα παιδιά με τον αγώνα τους μας δείχνουν το σωστό δρόμο. Σε διάφορα πηγαδάκια ακουγόταν κραυγές «υποκινούμενη» «ναι, αλλά καλύτερα να πείθεις τα παιδιά, παρά να τους επιβάλλεσαι», «να ‘ρθει ένας εισαγγελέας επιτέλους», «ποιος έχει την ευθύνη για ό,τι γίνεται εκεί μέσα; ξέρετε ότι μιλάμε για μικρά παιδιά;»
       Ζαλίστηκε· έκανε στην άκρη για να σκεφτεί … Τελικά έχει το δίκιο του ο αγώνας των παιδιών; Στο κάτω – κάτω αυτό το μάθημα θα τους έκανε αν δεν υπήρχε η κατάληψη. Πήγε προς την κεντρική καγκελόπορτα της αυλής του σχολείου για να μπει μέσα και να πάρει ένα καφέ από το κυλικείο, το οποίο τις μέρες της κατάληψης έκανε χρυσές δουλειές. Τρελάθηκες; του φώναξε μια φίλη συνάδελφος. Γυρεύεις καυγάδες με τα παιδιά, μέρα που είναι;
      Πλησίασε· η ομάδα περιφρούρησης – παιδιά της Α’ Λυκείου του χαμογέλασε με νόημα «καλημέρα κύριεεεε!» σαν να του ‘λεγε «είδατε τι είμαστε ικανοί να κάνουμε»; «Θέλετε να πάρετε καφέ; Άντε θα σας αφήσουμε γιατί είστε καλός!» όσο περίμενε πιάσανε κουβέντα «να προσέχετε το σχολείο, την καθαριότητα, τους υπολογιστές και τα μουσικά όργανα!», τους είπε. «Ναι καλέ κύριε, παιδιά είμαστε τώρα;» Ευγενικά, πρόσωπα, καθαρά.    
        Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να βγαίνουν όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές τους από το κτίριο με τύμπανα, κορνέτες, κλαρινέτα και σαξόφωνα. «Πού τα πάτε» ρώτησε. «Έχουμε πορεία, συνεννοηθήκαμε με το συντονιστικό των μαθητών κι εμείς θα συμμετέχουμε μετά μουσικής». Άρχισαν τις πρόβες, τα τύμπανα βροντούσαν κι έδιναν τον τόνο στα συνθήματα, οι κορνέτες δονούσαν την ατμόσφαιρα με ενθουσιασμό γηπέδου και σε προκαλούσαν να λάβεις μέρος στη γιορτή. Άρχισε να συγκινείται. Ίσως τα παιδιά να έχουν δίκιο σκεφτόταν, ίσως ο αγώνας τους να πάει κερδισμένος … κι ενδόμυχα καμάρωνε.
Οι μεγάλοι της Γ’ Λυκείου, χτυπούσαν τύμπανα και τραγουδούσαν:
Δεν είμαστε καλά  //  δεν έχουμε μυαλό // είμαστ’ άρρωστοι με το Μουσικό Σχολειό.
Θα γίνουμε καλά  //  θα έχουμε μυαλό   //  όταν έρθουν πάλι τα βιβλία στο  σχολειό.
Παύση λίγων δευτερολέπτων – το σύνθημα συνεχίστηκε όλο και πιο θρασύ, όλο πιο ρυθμικό:
Αν δεν έρθουν όμως τα   //  βιβλία στο σχολειό  // τότε να! κι εμάς, στ’ αρχίδια μας τα δυό.


       Τόμπολα!! «Αυτό ήταν όλο λοιπόν; Μια πλάκα; Τσάμπα χαραμίζω τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό μου; Μια  τσογλανοπαρέα κάνει την πλάκα της με τα ιερά και τα όσια της νιότης μου;» Βγήκε σκυφτός από την αυλή κι έπιασε μόνος τον ήσκιο της απέναντι φτελιάς. Έβλεπε τα παιδιά να βγαίνουν από το σχολείο σε πορεία, με μουσικές και συνθήματα. Οι γονείς και οι καθηγητές, τους κοιτούσαν να απομακρύνονται βλοσυροί, ειρωνικοί, χαρούμενοι, ανήσυχοι, απειλητικοί, σκεπτικοί, ψύχραιμοι, θερμόαιμοι … Εκείνος μια κοίταζε τα παιδιά και μια τους μεγάλους…
       Θυμήθηκε τις ένδοξες κινητοποιήσεις του κλάδου του και των ΔΕΚΟ, το κλείσιμο δρόμων από τους αγρότες και την ΑΕΛ, όλα όσα έγιναν στα προ μνημονίου χρόνια … Και τότε κατάλαβε! …. κατάλαβε τι συμβαίνει. Τα παιδιά – χωρίς να το ξέρουν – κοροϊδεύουν τους δήθεν «αγώνες» των γονιών τους …. Τους «αγώνες» με τους οποίους τόσα χρόνια κερδήθηκαν πόστα, εύνοιες και ατιμωρησία. Παρωδούν όσους καμώνονται πως είναι αρχέτυπα – αγωνιστές, όσους ξεπατικώνουν τον πραγματικό αγωνιστή εκείνον που έχασε περιουσία, αρτιμέλεια ίσως και ζωή, εκείνον που «το δίκιο του αγώνα πολλά του στέρησε».
      «Πώς να κρυφτούμε απ’ τα παιδιά;» σκέφτηκε. «Αυτά παίζουν τους αγωνιστές και τους καταληψίες, αλλά πάνω στον καθρέφτη του «αγώνα» τους ζωγραφίζεται η φάτσα και τα κόλπα μας. Και γι’ αυτό, οι αγώνες τους έχουν το δίκιο τους· οι δικοί μας όμως όχι. Ας μη θυμώσουμε με τα «τσογλάνια»· μας βοηθούν να καταλάβουμε που πατήσαμε και που πήγαμε…»Η πορεία με τα τύμπανα να βροντούν απομακρυνόταν σιγά – σιγά για να συναντήσει τα άλλα σχολεία σε μια πλατεία της πόλης. Έτσι είχαν συνεννοηθεί με το συντονιστικό.
 www.protagon.gr/ Αναστάσιος Μάτος, φιλόλογος

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Η οικονομική κρίση με απογυμνώνει από αυτό που θέλω να είμαι. Mε κάνει αυτό που είμαι.

      Ο Karl Marx γράφει σε μια επιστολή του: "Ό,τι υπάρχει για μένα μέσω του χρήματος, ό,τι μπορώ να πληρώσω, δηλ. μπορεί το χρήμα να αγοράσει, είμαι εγώ ο ίδιος, ο κάτοχος του χρήματος." Η φράση του Marx ισχύει σήμερα κατά μείζονα λόγο.
      Αρχές του '80 ο ιδιοκτήτης ενός μίνι-μάρκετ στην Ύδρα μου είπε για τους τουρίστες: "Και η ανάσα τους είναι τζίρος". Τούτο δεν ισχύει μόνο για τους τουρίστες της Ύδρας αλλά για όλους μας. Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά δραστηριότητα την οποία δεν πληρώνουμε. Και η ανάσα μας ακόμη θέλει, κυριολεκτικά πλέον, χρήματα για έργα που θα διατηρήσουν τον αέρα σχετικά αναπνεύσιμο.
      Ενδεχομένως σήμερα θα ίσχυε η αντιστροφή της φράσης του Marx: "Είμαι ό,τι μπορώ να πληρώσω." Δεν είναι δηλαδή το πορτοφόλι μου, που καταλαμβάνει μια θέση στο είναι μου, το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει και άλλα πράγματα έξω από την οικονομία, αλλά σε μεγάλο βαθμό το πορτοφόλι μου είναι ο φορέας του είναι μου. Έτσι η οικονομική κρίση είναι κρίση υπαρξιακή. Με ποιον τρόπο όμως ταυτίζονται πορτοφόλι και ύπαρξη; Ο Marx συνεχίζει στην επιστολή του:
      "Όσο μεγάλη είναι η δύναμη του χρήματος, άλλο τόσο μεγάλη είναι η δύναμη μου. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις δικές μου - του κατόχου του -. Αυτό που είμαι και δύναμαι δεν καθορίζεται λοιπόν διόλου από την ατομικότητα μου. Είμαι πανάσχημος, όμως μπορώ να μου αγοράσω την ωραιότερη γυναίκα. Άρα δεν είμαι πανάσχημος γιατί η επίδραση της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εκμηδενίζεται από το χρήμα. Είμαι - σύμφωνα με την ατομικότητα μου - παράλυτος· όμως το χρήμα μου δίνει 24 πόδια· άρα δεν είμαι παράλυτος· είμαι ένας κακός, άτιμος, ασυνείδητος, απολίτιστος άνθρωπος· όμως το χρήμα εκτιμάται, επομένως και ο κάτοχος του."

      Αν είναι γεγονός η ασχήμια, η παραλυσία, η κακία μου κλπ., τότε το χρήμα επιτελεί μια απο-γεγονοποίηση. Με κάνει έναν άλλο. Κάνει τον πανάσχημο γοητευτικό, τον παράλυτο ελάφι, τον άτιμο ευυπόληπτο. Όμως η απο-γεγονοποιούσα ιδιότητα του χρήματος δεν αφορά μόνο την εικόνα του κατόχου του.
     Αφαιρεί και από τα πράγματα την οντότητα τους διότι τα καθιστά αντικαταστάσιμα κατά βούληση. Από τη στιγμή που έχω αρκετά χρήματα για ένα νέο κινητό, ένα νέο αυτοκίνητο, ένα νέο σπίτι κλπ., το κινητό, αυτοκίνητο, σπίτι του σήμερα είναι το προδιαγραμμένο σκουπίδι του αύριο. Το πόσο κοντά είναι αυτό το αύριο εξαρτάται μόνο και μόνο από τα χρήματα που διαθέτω για την αντικατάστασή τους.
Το χρήμα με καθιστά ικανό να αγνοώ το πώς είμαι (πανάσχημος, παράλυτος, κακός κλπ.) και συνάμα να αγνοώ τα πράγματα, τον δικό τους χρόνο της χρήσης και της φθοράς.
      Η οικονομική κρίση, εκεί που συνεπάγεται δραστική μείωση των εισοδημάτων, είναι ένας σεισμός που καταλύει αυτήν τη σχέση με τον εαυτό και τα πράγματα. Με επαναφέρει στη γεγονότητά μου: Είμαι πανάσχημος και αποκρουστικός, δεν γυρίζει καμιά γυναίκα να με κοιτάξει. Είμαι παράλυτος, δεν μπορώ πια να εξαγοράσω 24 πόδια με τη μορφή τεχνικών υποκατάστατων, υπηρετών που να τρέχουν για μένα, κολάκων που κάνουν σαν να μην τρέχει τίποτα κλπ.Η οικονομική κρίση μου αφαιρεί όλα τα φτιασίδια που με καλλώπιζαν, όλα τα φτερά παγωνιού που με στόλιζαν. Η οικονομική κρίση με απογυμνώνει. Από αυτό που θέλω να είμαι, με κάνει αυτό που είμαι.
    Τα πράγματα δεν είναι πια αντικαταστάσιμα. Το κινητό μου θα το προσέχω, θα το επιδιορθώνω, θα το κρατήσω όσο κρατήσει. Το ίδιο θα γίνει με το αυτοκίνητο, με τα έπιπλα κλπ. Δεν θα διαθέτω εγώ τα πράγματα. Θα είμαι στη δική τους διάθεση.Για πολλούς αυτές οι προοπτικές είναι εφιάλτης. Αντιδρούν και θα αντιδρούν με λύσσα. Καθώς ύπαρξη και πορτοφόλι ταυτίζονται, περικοπή των εσόδων τους ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό. Αν ποτέ συμφιλιωθούν με τη γύμνια τους, αν ποτέ μάθουν να προσέχουν τα πράγματα, αυτό θα γίνει με πολύ πόνο και αίμα.

www.protagon.gr/ Κώστας Γεμενετζής, ψυχαναλυτής