Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Μανόλης Αναγνωστάκης,νέοι της Σιδώνος, 1970

   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ 
           Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ποιητής και δοκιμιογράφος, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1952. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη. Τα χρόνια της Κατοχής πήρε μέρος στην Αντίσταση, ενώ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου φυλακίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο για παράνομη πολιτική δράση, αλλά αποφυλακίστηκε το 1951. Ο Αναγνωστάκης δρα πολιτικά στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς , ενώ ως ποιητής είναι από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ανήκει στην ομάδα εκείνων που γράφουν κοινωνική ποίηση, με βάση τις δραματικές εμπειρίες τους της Κατοχής και της Αντίστασης, καθώς και του εμφυλίου που ακολούθησε με το ψυχροπολεμικό κλίμα. 
          Αυτές τις μετακατοχικές πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις απηχεί η ποίησή του, βασικό στοιχείο της οποίας είναι το πρόβλημα της ηθικής στάσης του πολίτη απέναντι στα δημόσια πράγματα, μέσα σ’ αυτή την ταραγμένη εποχή. Τα θέματά του λοιπόν τα αντλεί από προσωπικές του εμπειρίες και βιώματα, στα οποία όμως δίνει συλλογική σημασία και από τα οποία απορρέει ένα συναίσθημα απαισιοδοξίας. Τα ποιήματά του κρατούν έναν τόνο χαμηλόφωνο και εξομολογητικό τόνο, ξεκινώντας από το ατομικό περιστατικό, αλλά εκφράζουν μαζί και τη διάψευση των ελπίδων της γενιάς του»(Λ. Πολίτης). Βασικά στοιχεία της ποίησής του είναι το πρόβλημα της στάσης του ατόμου σε μια εποχή που ταράσσεται από τα πάθη και χαρακτηρίζεται από την ιδεολογική σύγχυση και το αίσθημα απαισιοδοξίας ως αποτέλεσμα πικρής εμπειρίας.           
Τα χαρακτηριστικά της ποίησής του είναι τα εξής:
1)Η πεζολογία ( πελώριοι, άμετροι στίχοι)
2) Η πικρά ειρωνική, η σαρκαστική συμπαράταξη έντονα αντίθετων θεματικών στοιχείων ή διαθέσεων.
3) Ο διαλογικός, «κουβεντιαστός» τόνος.
4) Οι αποχρώσεις φρίκης σε κάποιες περιγραφές.
5) Οι ακριβείς τοπογραφικές αναφορές.
6) Η αίσθηση ότι ο αγώνας, που συνοδεύεται από την προσπάθεια να συντηρηθεί το παρελθόν μέσα στην προσδοκία του μέλλοντος, δεν τελειώνει ποτέ. ( «Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα. (…) Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα π ε ρ ι μ έ ν ω». Κι αλλού: « Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή / Όταν όλα περάσουν / Σε περιμένω»).
7) Η περιγραφή του συμβιβασμού με τις πραγματικές συνθήκες ζωής.  
 8) Αυτή η προσαρμογή στις ευτελείς συνθήκες της ζωής ενοχλεί τον Αναγνωστάκη, αν και γνωρίζει ότι η εμμονή στη διατήρηση των παλιών ιδεών και στη συντήρηση του νικημένου οράματος τον οδηγεί στη μόνωση. (« Όχι δεν πιάνω το χέρι σου. Δε θα κλέψεις το σχήμα του δικού μου»).
9) Η παραίνεση, ο τόνος διδαχής προς εαυτόν, «διαδικασίες που συναποτελούν τη συνειδητή προσπάθεια αντίστασης απέναντι στην προσαρμογή».
10) Ο αυτοσαρκασμός « κάθε φορά που ο ποιητής βλέπει τον εαυτό του ανάμεσα στους προσαρμοσμένους στις τωρινές συνθήκες.«Μ’ αυτή την επώδυνη στάση απέναντι στον εαυτό του», σχολιάζει ο Κοκόλης, «ο ποιητής συντηρεί, αποτελεσματικά, φωλιές νερού μέσα στις φλόγες, όπως έχει πει, κρατάει την περασμένη του ύπαρξη σε εγρήγορση τόση, όση χρειάζεται ώστε, όταν παρουσιαστεί η ανάγκη, να μπορεί να την ανασύρει από το βυθό της κατά συνθήκην ζωής".
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
           Το ποίημα πραγματεύεται, όπως και το ποίημα του Καβάφη Νέοι της Σιδώνος 400 μ. Χ., τη στάση μιας παρέας νέων απέναντι σε προβλήματα της εποχής τους. Ανήκει στην πολιτικά τολμηρή συλλογή «Ο Στόχος», την τελευταία συλλογή, που ο Αναγνωστάκης ενσωμάτωσε στο ποιητικό του έργο, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη συλλογική αντιδικτατορική έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα»(1970). Το ποίημα γράφεται σε μια περίοδο, κατά την οποία επικρατεί πολιτική άπνοια και δεν έχει εκδηλωθεί το μεγαλειώδες αντιδικτατορικό κίνημα της νεολαίας, που θα λάβει χώρα τρία χρόνια αργότερα, στο Πολυτεχνείο.
ΘΕΜΑ
       Πρόκειται για κριτική απέναντι στη νέα γενιά που εξαντλεί την αγωνιστικότητά της, εναντίον της δικτατορίας, με εκδηλώσεις εκ του ασφαλούς σε συντροφιές, με τραγούδια γενικής και αόριστης διαμαρτυρίας, με συζητήσεις γενικού θεωρητικού περιεχομένου και αντιστασιακής γυμναστικής. ΕΝΟΤΗΤΕΣ
1η : Οι νέοι, οι προβληματισμοί τους και η στάση του ποιητή απέναντί τους (στίχοι 1-16) α)Η εμφάνιση και γενικά ο τρόπος ζωής των νέων(στίχοι 1-4) β)Οι κοινωνικοί και πολιτικοί προβληματισμοί τους και η δράση τους (στίχοι 5-13) γ) Η καθαρά ειρωνική κριτική του ποιητή: η αξιολόγηση της στάσης των νέων και η ανταμοιβή που τους ταιριάζει (στίχοι 13-16)
 2η : Η πικρία και η απογοήτευση του ποιητή και της γενιάς του(στίχος 17).
ΤΙΤΛΟΣ 
           Η χρονολογία του τίτλου παραπέμπει στην περίοδο της δικτατορίας, κατά την οποία διώχθηκαν εκτός των άλλων πολλοί αγωνιστές της γενιάς του ποιητή. Ξεχωρίζει το καβαφικό διακείμενο στον τίτλο, που περιλαμβάνει όλο το ποίημα, στο οποίο εμπεριέχεται το επίγραμμα του Αισχύλου. Έτσι, το ποίημα του Αναγνωστάκη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πιθανή απάντηση του Αισχύλου στους Σιδώνιους νέους. Είναι προφανής η πρόθεση του Αναγνωστάκη να παραλληλίσει τη στάση των νέων της εποχής της δικτατορίας (Απρίλιος 1967-Ιούλιος 1974) με τη στάση των Νέων της Σιδώνος, όπως αυτή παρουσιάζεται και σχολιάζεται στο γνωστό ποίημα του Καβάφη, «Νέοι της Σιδώνος 400 μ. Χ. Η αναφορά στο συγκεκριμένο ποίημα του Καβάφη γίνεται μόνο στον τίτλο. Το κύριο σώμα του ποιήματος αυτονομείται από το καβαφικό και λειτουργεί και ανεξάρτητα.
 Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ,ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ. Χ) 
             Το ποίημα του Καβάφη τοποθετείται στην ελληνιστική εποχή της παρακμής και του ηδονισμού. Σ’ ένα συμπόσιο, όπου διασκεδάζουν, νέοι της εποχής, ένας ποιητής απαγγέλει το επιτύμβιο επίγραμμα, όπου ο Αισχύλος αναφέρει ως το σημαντικότερο επίτευγμα της ζωής του το γεγονός ότι πολέμησε στο Μαραθώνα, ανάμεσα στους Αθηναίους πολίτες, για να υπερασπιστεί την πόλη του. Ένας από τη συντροφιά εκφράζει την αντίθεσή του, θεωρώντας λιποψυχία το γεγονός ότι ο μεγάλος τραγικός ποιητής δεν αναφέρεται στο έργο του, για το οποίο ξεχώρισε και έμεινε στην ιστορία, αλλά τονίζει κάτι που σύμφωνα με το νέο της Σιδώνος θεωρείται κατώτερο, αφού πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή χιλιάδων στρατιωτών. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Αυτό που προέχει είναι η ποιητική δημιουργία ή η πατριωτική πράξη; Αυτό που έχει σημασία είναι αυτό που κάνει το άτομο να ξεχωρίσει ή αυτό που επιτυγχάνει με τη συμμετοχή του στους συλλογικούς αγώνες; 
          Στο ποίημα του Καβάφη, λοιπόν, προβάλλεται ένας προβληματισμός για την τέχνη και τη σχέση της με τη ζωή και τη δράση. Οι Σιδώνιοι νέοι του Καβάφη είναι ευαίσθητοι, τρυφηλοί , φανατικοί για τα γράμματα, χωρίς ιδιαίτερο πατριωτικό ζήλο. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι η τέχνη και η απόλαυση. Σύμφωνα με τον Τ. Μαλάνο, το ποίημα απηχεί τις απόψεις του ίδιου του Καβάφη, που διακατεχόταν από παθολογική σχεδόν αδυναμία για το έργο του. Ωστόσο, το προσωπική άποψη του ποιητή περί της ανωτερότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας υποβαθμίζεται στο στόμα του ελαφρόμυαλου νέου. Όσο όμως κι αν ταυτίζεται ο ποιητής με τις απόψεις του ομιλητή στο ζήτημα της ποιητικής προσήλωσης, η περιγραφή του πλαισίου και των προσώπων που συμμετέχουν στο συμπόσιο υποδηλώνει πως ο Καβάφης στέκεται απέναντι στο συγκεκριμένο επεισόδιο με κάποια ειρωνική διάθεση. Όταν η λογοτεχνία χρησιμεύει μόνο ως ψυχαγωγία της συντροφιάς , η αμφισβήτηση του Αισχύλου καταλήγει σε θεατρινισμό, γεγονός που αντανακλά τη διάσταση ανάμεσα στη λογοτεχνική κοινωνία και στην ιστορική πραγματικότητα (Εdmund Keeley).
           Η γλώσσα, το ύφος, οι λεκτικοί τρόποι, η δομή, ο επιλογικός στίχος είναι παράλληλα στα δύο ποιήματα. Στόχος του Αναγνωστάκη είναι να ταυτίσει τους Σιδώνιους νέους του 400 και 1970 μ. Χ., που περιορίζονται σε θεωρητική προσέγγιση των προβλημάτων της εποχής του. Οι Σιδώνιοι νέοι του Αναγνωστάκη, όπως και εκείνοι του Καβάφη, συμβολίζουν τους βολεμένους, καλοζωϊσμένους ανθρώπους, που, ενώ ιδεολογικά εκφράζουν προοδευτικές αντιλήψεις, απουσιάζουν παντελώς από τη δράση. Τους χαρακτηρίζει η μεγαλοστομία, αλλά τελικά διακατέχονται από ατομικισμό και δεν συμμετέχουν στους συλλογικούς αγώνες, ούτε μπορούν ουσιαστικά να κατανοήσουν την αξία τους.
 
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ   
             Ο ποιητής απογοητευμένος και πικραμένος από τη στάση των νέων του 1970, που ήταν παθητική απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς της εποχής εκείνης, τους παραλληλίζει με τη στάση των Νέων της Σιδώνος, όπως αυτή παρουσιάζεται στο γνωστό καβαφικό ποίημα του Καβάφη, με στόχο να στιγματίσει την απαράδεκτη αυτή κοινωνική συμπεριφορά τους και να τους αφυπνίσει, ώστε να ξεσηκωθούν και να δράσουν κατά του ανελεύθερου καθεστώτος. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ποιητική σκηνοθεσία είναι ο ποιητής, ο οποίος συνομιλεί, αφενός με τους νέους της εποχής του 1970 και αφετέρου με το φίλο του Γιώργο που εκπροσωπεί όλη τη γενιά του. Έτσι διεξάγεται ένας διάλογος σε δύο επίπεδα, ενώ οι αντιπαραθέσεις παρόντος – παρελθόντος, δράσης – αδράνειας, επιφάνειας-ουσίας είναι συνεχείς. Πρόκειται βέβαια και στα δύο επίπεδα για μονόλογο του ποιητή, γιατί απουσιάζει ο λόγος της άλλης πλευράς. 
          Με τον 1ο στίχο ο ποιητής αποφαίνεται με λεπτή ειρωνεία ότι η στάση των νέων του 1970 δεν είναι κακή και στη συνέχεια το αιτιολογεί : τα αγόρια και τα κορίτσια αυτής της γενιάς είναι εγκάρδια και υγιή και τα διακρίνει ζωντάνια και όρεξη για δράση. Ο Αναγνωστάκης προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του και τη γενιά του(« να’ χουμε») με αρνητική και δεοντολογική διατύπωση (« δεν πρέπει») σχετικά με τη στάση των νέων της εποχής του. Ωστόσο, ο φαινομενικά καθησυχαστικός τόνος του στίχου αυτού μας αφήνει με τον προβληματισμό: αν δεν σκεφτούμε «κανονικά»(με τη λογική, σύμφωνα με ό, τι βολεύει και δεν εγκυμονεί κινδύνους στο παρόν), θα εξακολουθούμε να μην κρίνουμε αρνητικά τη στάση των νέων; Το «κανονικά», λοιπόν, στην αρχή του ποιήματος προδιαθέτει για τις αντιρρήσεις και την κριτική στη συνέχεια. 
         Στους στίχους 2-4 παραθέτει τα προτερήματα των νέων, συσσωρεύοντας λέξεις με θετικό σημασιολογικό περιεχόμενο (δροσερά, αρτιμελή, πάθος, έρωτα, ζωή, δράση) : είναι κοινωνικοί και ανοιχτόκαρδοι, γεμάτοι ζωντάνια και πάθος για τη ζωή και τον έρωτα. Χρησιμοποιώντας το τονισμένο με παύλα χιαστό σχήμα (κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια) εστιάζει από τη μια στην ομορφιά των κοριτσιών και από την άλλη στην υγεία και στη δύναμη των αγοριών, σύμφωνα πάντα με την παγιωμένη άποψη για το σπουδαιότερο προσόν των δύο φύλων. Έτσι, δίνεται η εντύπωση ενός κλίματος αμεριμνησίας, καθώς οι νέοι φαίνεται να χαίρονται τα νιάτα τους και τον έρωτα και να καλοπερνούν, χωρίς προβλήματα.      
          Αφού περιγράφεται με γλαφυρότητα η όλο ζωή νεανική συντροφιά, στη συνέχεια η περιγραφή από τα πρόσωπα περνάει στη δράση και στη συμπεριφορά τους (στίχοι 5-10), που φαίνεται μέσα από τα ενδιαφέροντα και τα τραγούδια τους. Η λέξη «δράση» λειτουργεί στο πλαίσιο του ειρωνικού τόνου του ποιήματος και αντιδιαστέλλεται με την πραγματική αδράνεια που δείχνουν οι νέοι απέναντι στα προβλήματα της εποχής τους, όπως θα φανεί στη συνέχεια του ποιήματος. Τα τραγούδια των νέων της εποχής του ποιητή, ελληνικά και ξένα, παρόλο που έχουν αγωνιστικό και επαναστατικό χαρακτήρα δεν αναφέρονται στην ελληνική πραγματικότητα, παρά σε μακρινούς λαούς, είτε υπαρκτούς («Μαύρους, Κιτρινωπούς»), είτε φανταστικούς(«Πράσινους»), σε ξένους τόπους και κινήματα ή στο παρελθόν. Μια τέτοια δραστηριότητα είναι ανώδυνη, ανεύθυνη και αποτελεί θεωρητική, επιφανειακή, μελοδραματική (ανθρώπινα, συγκινημένα, παιδάκια, καημό, πάσχοντος) και αναποτελεσματική συμμετοχή στα προβλήματα του καιρού τους, μέσα από μια υποτιθέμενη δράση που ουσιαστικά αποτελεί διασκέδαση γι’ αυτούς. Τα ενδιαφέροντα των νέων δεν αφορούν τα δεινά του ελληνικού λαού από τη δικτατορία, αλλά τα γενικότερα ανθρώπινα προβλήματα («για τον καημό του πάσχοντος ανθρώπου»), αποφεύγοντας να αναπτύξουν ενεργό πολιτική δράση, ν’ ασχοληθούν με το εδώ και τώρα. Η ειρωνεία του ποιητή είναι έκδηλη στον 5ο στίχο , στο υποκοριστικό «παιδάκια»(στίχος 7) και κυρίως στην αναδίπλωση του 6ου στίχου: «τόσο, μα τόσο ανθρώπινα…».      
          Αφού ο ποιητής απαρίθμησε τα θέματα των τραγουδιών και γενικά τα ενδιαφέροντα των νέων, στους στίχους 11-13 αξιολογεί τη στάση τους και την επαινεί, θεωρώντας την ιδιαίτερα τιμητική, επειδή οι νέοι με άμεσο και ενεργό τρόπο παίρνουν μέρος στους αγώνες των λαών. Εδώ είναι ολοφάνερη η ειρωνεία του ποιητή (συμμετοχή, άμεσο παρόν, δραστικό), αφού η στάση των νέων είναι μόνο θεωρητική, αποστασιοποιημένη, αναποτελεσματική και δεν αφορά το δράμα της πατρίδας τους. 
           Ως εδώ όλα μοιάζουν καλά, αλλά στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι η όλη αντίσταση και το ενδιαφέρον των νέων εξαντλείται ως εκεί και θεωρούν ότι έτσι επιτέλεσαν το καθήκον τους και μπορούν να χαρούν πια τη ζωή τους.Η στάση τους επηρεάζει αρνητικά την ψυχική διάθεση του ποιητή, δημιουργώντας του αγανάκτηση, πικρία και απογοήτευση. Γι’ αυτό στους στίχους 14-16, με την πρόταση του ποιητή για ανταμοιβή των νέων για τη στάση τους, η ειρωνεία του για τη στάση των νέων κορυφώνεται και μετατρέπεται σε σαρκασμό (με το παραπάνω, να ξεσκάσετε, αδελφέ, κούραση), καταγγέλλοντας, έτσι, την ψευτιά, την απουσία της αγωνιστικής πράξης και την ευζωία μέσα σε κρίσιμες εποχές ( να παίξετε, να ερωτευτείτε, να ξεσκάσετε). 
           Εντύπωση προκαλεί ο σαρκασμός της φράσης «δυο δυο, τρεις τρεις», με την οποία συνίσταται ως ανταμοιβή για τους νέους η ασφαλής ευθυγράμμισή τους με το αντιδημοκρατικό καθεστώς της στρατοκρατίας και η υπακοή στις αυστηρές διαταγές του. Μία απ’ αυτές λοιπόν απαγόρευε τις δημόσιες συγκεντρώσεις «πέραν των πέντε ατόμων», επειδή αυτές θεωρούνταν ύποπτες, συνωμοτικές και επικίνδυνες γι’ αυτό. Τέλος παρατηρούμε τη λεπτή ειρωνεία, που εκφράζει η χρήση της καθαρεύουσας στη φράση «κατόπιν τούτου», που διαχωρίζεται εμφαντικά με παύλα από τον υπόλοιπο στίχο, γεγονός που παραπέμπει στην επιβολή της συγκεκριμένης γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης και γενικά στο δημόσιο βίο από το δικτατορικό καθεστώς.    
         Στον τελευταίο στίχο (στίχος 17) ο ποιητής απευθύνεται στο φίλο του Γιώργο , προφανώς σύντροφο στους νεανικούς αγώνες της δικής του γενιάς, για να του δηλώσει με απαισιοδοξία, πίκρα και απογοήτευση («το κατάλαβες») ότι οι σημερινοί νέοι, με την αδράνεια και την παθητική στάση τους απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς, με τον εφησυχασμό και την αδιαφορία, με την έλλειψη ιδανικών και αγωνιστικότητας, έχουν γεράσει ψυχικά, αφού τους λείπει η φλόγα της νεότητας. Εδώ το εγώ μιλάει συλλογικά ως εμείς (οι παλιοί αγωνιστές, η γενιά του εμφυλίου) σε αντίθεση με το εσείς (οι σημερινοί νέοι του ’70). Από την άλλη και η δική του γενιά (ο ποιητής είναι 45 ετών) νιώθει ακόμη πιο γερασμένη από τους νέους, πολύ πριν γεράσουν φυσιολογικά. Με το α΄ πληθυντικό πρόσωπο «μας γέρασαν» μπορούμε να υποθέσουμε ότι μαζί με το συνομιλητή του, αναφέρεται στη γενιά της αντίστασης και του εμφυλίου. Ο στίχος βρίσκεται σε παρένθεση , όχι τόσο για να δηλωθεί η αλλαγή του προσώπου στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής, αλλά κυρίως η αλλαγή του ύφους, η μετάβαση από την ειρωνεία στην πίκρα. Παρατηρούμε ότι το ποίημα άρχισε με τίτλο που παραπέμπει στον Καβάφη και κλείνει με την τεχνική του αιφνιδιασμού, που παρατηρείται στο τέλος κάποιων καβαφικών ποιημάτων.
          Η παλιά γενιά χλευάζει τους νέους με βαθιά πίκρα, όπως δείχνει και η αποστροφή του ποιητή στο φίλο του, Γιώργο (Αποστολίδη), με τον εξομολογητικό στίχο, που βρίσκεται σε παρένθεση, στο τέλος του ποιήματος. Η αναφορά του ονόματος εκτός από το ότι δημιουργεί δραματικότητα, με την προσθήκη ενός άλλου προσώπου στη σκηνή, δίνει στο κείμενο «ζεστασιά, θερμότητα, ισχυρότητα, αμεσότητα». Η ρητορική ερώτηση («το κατάλαβες») αναδεικνύει το βάθος του προβληματισμού του ποιητή και συνειδητού πολίτη και την αντίθεσή του με τη στάση των νέων που σταματουν στα λόγια. Στο επίρρημα «προώρως» υπάρχει μια καταγγελία΄ δηλώνεται ο χρόνος ( νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε) και υπονοείται αξιολόγηση (άδικα). Στο τελικό ρήμα του στίχου «κατάλαβες» ανακεφαλαιώνονται η οργή, η αγανάκτηση, η διαμαρτυρία σε δύο επίπεδα χρόνου. Στο παρόν (1970) καταγγέλλεται, αφενός η παραίτηση από τη δράση ως στάση ζωής και αφετέρου επικρίνονται οι Νέοι της Σιδώνος που την υιοθετούν άμεσα και οι πολλοί με την αδιαφορία τους που την αποδέχονται έμμεσα. Στο παρελθόν (αόριστα) καταγγέλλεται από τη μια η κατάχρηση της νιότης και από την άλλη οι ανώνυμοι υπεύθυνοι. Η νέα γενιά έδωσε την απάντηση, τρία χρόνια αργότερα, στο Πολυτεχνείο.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΙΔΩΝΙΩΝ ΝΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Καβαφικοί Νέοι της Σιδώνος 
           Ενδιαφέρονται πρωτίστως για τα γράμματα και γενικά για τη θεωρητική και αισθητική αντίληψη της ζωής  Προτεραιότητά τους επίσης είναι ο έρωτας και οι απολαύσεις, στο πλαίσιο ενός βίου τρυφηλού. Υποτιμούν τους αγώνες για την προάσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας και γενικά την υπεύθυνη πολιτική και πατριωτική δράση.
 Οι νέοι του 1970, σύμφωνα με τον Αναγνωστάκη       
           Έχουν κοινωνικά και πολιτικά ενδιαφέροντα σε επιφανειακό και θεωρητικό επίπεδο, μακριά από τη δράση και τους αγώνες.Ενδιαφέρονται επίσης για τον έρωτα, τη διασκέδαση και την καλοπέραση  Δε δείχνουν ευαισθησία για το ανελεύθερο καθεστώς που επικρατεί στο παρόν της πατρίδας και δεν έχουν συνειδητοποιήσει το χρέος τους απέναντι σ’αυτήν.
ΤΕΧΝΙΚΗ
1. Το λεξιλόγιο είναι λαϊκότροπο και εφησυχαστικό και αναδιπλώνεται με το «καλά» του 5ου στίχου. 2. Με το απλό, λιτό, λαϊκό, κουβεντιαστό, πεζό, έμμεσα διδακτικό λόγο σηματοδοτεί ο ποιητής την αλήθεια και την αυθεντικότητα προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων.
3. Ο στίχος είναι πεζολογικός, υπάρχουν τύποι της καθαρεύουσας, επαναλήψεις (για τα παιδάκια, για ήρωες, σ’ άλλην ήπειρο, σ’ άλλα χρόνια), ρητορικά σχήματα. Γενικά η γλώσσα είναι άλλοτε καθημερινή (κανονικά, καλά, ζουμί, παιδάκια, ξεσκάσετε, αδελφέ) και άλλοτε «καβαφίζουσα», δηλαδή μιμείται τη γλώσσα του Καβάφη (αρτιμελή, εν γένει, πάσχοντος, δικαιούσθε, προώρως). «Ο Αναγνωστάκης στο ποίημα αυτό απλοποιεί και αντιστρέφει τη γλώσσα και το ύφος του Καβάφη» (Γ. Δάλλας).
 4. Κυριαρχεί η ρεαλιστική γραφή και ο λόγος χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και κυριολεξία.
5. Ο τόνος του ποιήματος είναι ειρωνικός, ενώ στον τελευταίο στίχο γίνεται προσωπικός και εξομολογητικός. Ο ποιητής μιλάει σε α’ πρόσωπο (δεν πρέπει να’ χουμε, νομίζω, μας γέρασαν). Το β’ πρόσωπο (η συντροφιά σας, τα τραγούδια σας, σας τιμά, δίνετε , δικαιούσθε, να παίξετε, να ερωτευθείτε, να ξεσκάσετε, Γιώργο) δίνει στο λόγο αμεσότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :