Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Δεν τον ενισχύει,, τον κάνει «σκόνη» !

       Στο ερώτημα αν το ποδόσφαιρο ενισχύει τον εθνικισμό η απάντηση είναι απλώς «όχι». Ο εθνικισμός είναι ένα ιστορικό φαινόμενο με κοινωνικές αιτίες και παραμέτρους που μπορεί να εκδηλώνεται σε όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, άρα και στο ποδόσφαιρο, αυτό το τελευταίο όμως είναι πολύ ευρύτερο κόλπο, πολύ πιο ανοιχτό και «ελεύθερο» από τις προδιαγραφές του εθνικισμού.
        Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα άθλημα όπως τ΄ άλλα· είναι ένα παιχνίδι, ένα παγκόσμιο πάθος, ένα συλλογικό ασυνείδητο που κρατάει ζωντανή την παιδική μας ηλικία. Ταυτόχρονα είναι και σχολείο συνδυασμού της ατομικότητας με τη συλλογικότητα και της γείωσης του σώματος στη γη, αφού κανονικά παίζεται σε χώμα ή σε χορτάρι. Αλλά είναι τόσο ευέλικτο που παίζεται και παντού, στην πλατεία, στο πεζοδρόμιο, στο δημόσιο γήπεδο του μπάσκετ (!), παίζεται με μπάλα αλλά και με αερόμπαλα, με τόπι, με μπαλάκι του τένις, με κουκουνάρι, με πλαστικό μπουκάλι και με κουτί από αλουμίνιο. Τα γράφω, γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο η κορυφή της πυραμίδας, η ποδοσφαιρική βιομηχανία, αλλά ένα τεράστιου εύρους και βάθους φαινόμενο.

           Βέβαια ειδικά η ποδοσφαιρική βιομηχανία, ως τομέας που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους, είναι φυσικά πεδίο χειραγώγησης και πολιτικής εκμετάλλευσης· ας θυμηθούμε μόνο την περίοδο της χούντας. Εκεί μπορεί κανείς να εξαγοράσει διαιτητές, να λαδώσει αντιπάλους, να κάνει τα δέοντα τέλος πάντων, για να έχει εκμεταλλεύσιμα αποτελέσματα. Δύσκολα βέβαια, και για λίγο καιρό. Ένα σχέδιο πολιτικής/εθνικής εκμετάλλευσης μπορεί να εφαρμοστεί πιο εύκολα αλλού. Στον αθλητισμό στίβου, για παράδειγμα, όπου η Ανατολική Γερμανία, με αθλητές εργαστηρίου, κυριαρχούσε κάποτε στον κόσμο, ή στην άρση βαρών με τη χρήση αναβολικών. Στο ποδόσφαιρο αυτό δεν γίνεται. Μαζί με τους παίκτες παίζουν και τόσοι αστάθμητοι παράγοντες, ώστε δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος.
         Στο επίπεδο εθνικών ομάδων εκφράζεται ένας συμβολικός εθνικισμός. Εκφράζεται το εθνικό αίσθημα γενικότερα- αλλά αυτό είναι κάτι άλλο. Σε ένα παλαιότερο Μουντιάλ είχαν ρωτήσει τους προπονητές των φιναλίστ ποια προσόντα χρειάζεται να έχει ένας προπονητής εθνικής ομάδας. Ο μεγάλος Βαλερί Λομπανόφσκι, εκλέκτορας της σπουδαίας τότε (πολυ)εθνικής ομάδας της Σοβιετικής Ενωσης, είχε απαντήσει: «Να είναι πατριώτης»! Το αστείο είναι ότι ήταν ο μόνος που έθιξε αυτή την πτυχή, κανένας άλλος... Σήμερα η «εθνική» λειτουργία των εθνικών ομάδων είναι ακόμη πιο ελαστική, αφού ολόκληρες εθνικές ομάδες στηρίζονται σε μετανάστες, σε προερχόμενους από πρώην αποικίες και σε εθνικοποιημένους «ξένους». Ακόμη και μαύρο γερμανό διεθνή είδαμε...

         Μια ποδοσφαιρική επιτυχία λοιπόν δίνει αφορμή να εκφραστούν εθνικά συναισθήματα, όπως και μια επιτυχία ενός αθλητή στο στίβο ή μια πρωτιά στη Γιουροβίζιον, ιδιαίτερα σε φτωχές πολιτισμικά χώρες. Σε ειδικές συνθήκες, όπου προϋπάρχει εθνική αντιπαλότητα μπορεί να βρει έδαφος η εθνικιστική φαντασίωση, ή απλώς η εθνική εκτόνωση. Οι Ολλανδοί πανηγύρισαν τη νίκη της εθνικής ομάδας τους επί της Γερμανίας το 1988, γιατί τους το είχαν αμανάτι από την περίοδο της Κατοχής: έκφραση εθνικού αισθήματος χωρίς εθνικιστικές παρενέργειες τότε. Γενικότερα μιλώντας, το ποδόσφαιρο από τη φύση του και τη λειτουργία του δεν ενισχύει τέτοιες εκφράσεις. Το αντίθετο μάλιστα.
         Ο συγγραφέας Ιαν Μπουρούμα έχει γράψει ότι «σε ορισμένες χώρες το ποδόσφαιρο είναι το μόνο που ενώνει κοινότητες κατά τ΄ άλλα εντελώς διαφορετικές, όπως είναι οι σιίτες και οι σουνίτες στο Ιράκ ή οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί στο Σουδάν». Αυτό είναι αλήθεια. Όπως επίσης ότι στο ποδοσφαιρικό πάθος προβάλλονται και πολλές άλλες ταυτότητες, φύλου, κοινωνικής τάξης, οικογενειακής παράδοσης, τοπικότητας κ.λπ.

        Ανεβαίνοντας στο επίπεδο των ποδοσφαιρικών ομάδων, εκεί οι συνθήκες αλλάζουν ακόμη περισσότερο. Λέω «ανεβαίνοντας», γιατί εκεί βρίσκεται η καρδιά του πραγματικού ποδοσφαιρόφιλου. Εκεί λοιπόν, όταν παίζει, για παράδειγμα, ένας ελληνικός σύλλογος διεθνή αγώνα, ο χλιαρός φίλαθλος θα τον υποστηρίξει ως ελληνικό, αλλά ο σκληρός πυρήνας των ποδοσφαιρόφιλων οπαδών των αντίπαλων ομάδων θα υποστηρίζει βεβαίως την ξένη ομάδα. Εκεί δεν υπάρχει εθνικός ιστός. Και συμβαίνει παντού, ακόμη και στις καλύτερες οικογένειες... Στην Ιταλία, στην Ισπανία και αλλού. ΄Οταν κάποτε πήγε ο Παναθηναϊκός να παίξει εναντίον της Γιουβέντους, τον περίμεναν στο αεροδρόμιο οι οπαδοί της Τορίνο να του ευχηθούν. Ενας ταξιτζής μού έχει πει: «Δεν θέλω να χάνει ο Ολυμπιακός στην Ευρώπη, θέλω να χάνει και να υποφέρει». Πολλοί εξοργίζονται με αυτή την προσέγγιση. Αλλά τι να κάνουμε; Υπάρχει. Να λοιπόν μια βασική λειτουργία του ποδοσφαιρικού πάθους που όχι μόνο δεν ενισχύει τον εθνικισμό αλλά τον κάνει σκόνη και θρύψαλα.

Του κ. Βάσια Τσοκόπουλου, ιστορικού 

www.tovima.gr| Κυριακή 11 Ιουλίου 2010


  Οι πληγές της Ιστορίας ξανανοίγουν στα γήπεδα



        Η απροσδόκητη κατάκτηση του Εuro από την Εθνική το καλοκαίρι του 2004 αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της αμφιλεγόμενης σημασίας του ποδοσφαίρου: μια υποδεέστερη ποδοσφαιρική (και όχι μόνο) δύναμη κατάφερε να κερδίσει, μέσα στο πεδίο της τιμής, υπέρτερους αντιπάλους, δείχνοντας έτσι πως τα πάντα είναι δυνατά. Την ίδια στιγμή αυτή η επιτυχία (παρά την ομολογούμενη συγκυρία της) αναγορεύτηκε σε εθνικό θρίαμβο, μας έκανε όλους «υπερήφανους» και το δίχως άλλο ανέβασε τις πωλήσεις του εθνικού λαβάρου. Αφήνω κατά μέρος τις λαϊκίστικες και εθνικιστικές κορόνες για την ανωτερότητά μας και άλλα ηχηρά.
        Πάντως αυτή η υπερβολική (πλην ερμηνεύσιμη) εθνική υπερηφάνεια έμελλε να πληγωθεί βαθιά όταν τρία χρόνια αργότερα, στις 24 Μαρτίου 2007, μέσα στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» δεχτήκαμε τέσσερα γκολ από την Τουρκία. Το χειρότερο όμως ήταν η σημασία που έδωσαν οι αντίπαλοί μας σε αυτή την καταστροφή. Μια από τις μεγαλύτερες τουρκικές εφημερίδες, η «Fanatik», έγραψε: «Η νίκη αποκτά ξεχωριστή σημασία καθώς επιτεύχθηκε μία ημέρα πριν από την 25η Μαρτίου, που είναι θρησκευτική γιορτή στην Ελλάδα. Επίσης, διότι το ματς διεξήχθη στο γήπεδο “Καραϊσκάκης”, που πρόκειται για έναν εθνικό ήρωα στην Ελλάδα, στην εξέγερση εναντίον των Τούρκων, κι έτσι η νίκη είναι πιο συμβολική από ποτέ. Αξέχαστη!».

      Η φιλολογία σχετικά με την πατριωτική αλλά και εθνικιστική διάσταση του ποδοσφαίρου, στο επίπεδο των εθνικών, φυλετικών και κάποτε θρησκευτικών αναμετρήσεων, είναι τεράστια και δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Όσο και αν η «διπλωματία του ποδοσφαίρου» φέρνει συχνά τα επιθυμητά αποτελέσματα, οι μάχες ανάμεσα στις εθνικές ομάδες με τους επιτελείς (ας μην ξεχνάμε τον «Καiser» Franz Βeckenbauer ή τον «στρατηγό» Δομάζο) εξακολουθούν να μαίνονται και όχι σπάνια οι κλεισμένες πληγές της Ιστορίας ξανανοίγουν στα γήπεδα, όπου όλα παίρνουν τον χαρακτήρα μιας οιονεί πολεμικής αναμέτρησης. Ωστόσο αυτές οι εθνικές εμμονές και προκαταλήψεις ξυπνούν και αναρριπίζονται, όχι μόνο στα γήπεδα αλλά (κυρίως) στους γιγαντιαίους τίτλους των εφημερίδων, αθλητικών ή μη. Στις 24 Ιουνίου 1996, δύο μέρες πριν από τον αγώνα του Εuro ανάμεσα στην Αγγλία και στη Γερμανία (1-1) η «Daily Μirror» εμφανίστηκε με τον τίτλο της διάσημης φράσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου «Αchtung! Surrender!», γεγονός που επικρίθηκε πολύ από τους ίδιους τους Βρετανούς.
       Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως το ποδόσφαιρο, άθλημα παγκόσμιας αποδοχής, ευνοεί, περισσότερο από όσο οι Ολυμπιακοί Αγώνες, την εθνική υπερηφάνεια και προφανώς αναδεικνύει τον απωθημένο, ή μη, εθνικισμό μας. Ο εθνικός ύμνος, τα εθνικά χρώματα, η εθνική ομάδα, τα «δικά» μας παιδιά και λοιπά αποτελούν ακατάλυτα σύμβολα, όχι μόνο για τους θεατές των γηπέδων, αλλά και για τα εκατομμύρια φιλάθλων σε όλον τον κόσμο. Έτσι, αν η Ευρωπαϊκή Ενωση τείνει (όπως άλλωστε η γενικότερη εννοούμενη παγκοσμιοποίηση) να γεφυρώσει τις εθνικές/εθνικιστικές διαφορές της
ηπείρου μας και να επιβάλει το δικό της μη εθνικό μνημόνιο, οι ποδοσφαιρικές σημαίες και οι ποδοσφαιρικές ιδιοπροσωπίες δείχνουν μια προπολεμική Ευρώπη. Στο ποδόσφαιρο η ιστορία κυλάει πολύ αργά και αναλλοίωτη. Καμία Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει τη δύναμη να αποκλείσει τους ξέφρενους πανηγυρισμούς των Γερμανών μετά την πρόσφατη τεσσάρα εναντίον των Αγγλων, καμία καγκελάριος δεν μπορεί να απαγορεύσει στους Ισπανούς να ταπεινώνουν την Εθνική Γερμανίας...
         Ωστόσο θα ήταν λάθος να λησμονούμε ότι, παρά τις ακρότητες μέσα και έξω από το γήπεδο, παρά τους φανατισμούς και τις βιαιότητες, παρά τις αδικίες και τις αντεκδικήσεις, παρά τις εθνικιστικές και σοβινιστικές κορόνες, το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι, παίγνιον, και όπως όλα τα παίγνια και τα θεάματα είναι ένας τρόπος αναπαράστασης του βίου. Δεν πρέπει να δραματοποιούμε τα πράγματα αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, ένα ματς αποτελεί μια «μίμηση πραγμάτων» όπου καθείς μπορεί να βρει όποιον συμβολισμό θέλει. Τον αδύναμο αγωνιστή που αντιμάχεται υπέρτερες δυνάμεις (κάποτε και ενάντια στη θεϊκή βούληση), τον ήρωα-εκδικητή, τον υπερόπτη που ταπεινώνεται. Πάνω από όλα μέσα στο γήπεδο συγκρούονται πάντοτε δύο δυνάμεις, που, ανάλογα με την κερκίδα όπου καθόμαστε, η μία αντιπροσωπεύει το Καλό και η άλλη το Κακό. Η ταύτισή μας με τη μία ή την άλλη ομάδα είναι κάποτε υπερλογική. Δεν έχει να κάνει με πολιτικούς, ιδεολογικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους.

       Αν παρακολουθώντας ένα ματς αισθανόμαστε βίαιοι, επιθετικοί, εθνικιστές ή οτιδήποτε, σε τούτο δεν φταίει το ποδόσφαιρο. Απλώς μέσα από αυτό το θέαμα αναφαίνονται και εκδηλώνονται τα γνησιότερα, ίσως, αισθήματά μας. Το ποδόσφαιρο, ως μίμηση μάχης και πολέμου, δεν διαφέρει, τηρουμένων των αναλογιών, από μια αναπαράσταση ενός συμβάντος, ακόμη και ενός συμβάντος της τραγωδίας. Το ποδόσφαιρο είναι ο καθρέπτης. Ο καθείς λοιπόν και η κάθαρσή του. Ο καθείς και ο απόκρυφος και συνάμα αναδυόμενος ποδοσφαιρικός εαυτός του. Ο διάσημος συγγραφέας Αrthur Κoestler, γεννημένος στη Βουδαπέστη, είναι εκείνος που είπε πως, όπως έχουμε εθνικισμό, έτσι έχουμε και ποδοσφαιρικό εθνικισμό. Μάλιστα τα αισθήματα που γεννά ο δεύτερος είναι κατά πολύ εντονότερα. Ο ίδιος, που λογάριαζε πολύ τη βρετανική του υπερηφάνεια και νομιμοφροσύνη, υποστήριζε σε όλη τη ζωή του, με εθνικιστικό φανατισμό, την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας.

Του κ. Γιώργη Γιατρομανωλάκη,  ομότιμου καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέα. 

 www.tovima.gr /  Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια :