Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ρέα Γαλανάκη, Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά

           «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά», με υπότιτλο «Spina nel cuore (di Venezia)»(= αγκάθι στην καρδιά της Βενετίας) της Ρέας Γαλανάκη, ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με στοιχεία  μεταμοντερνισμού,  κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1989, από τις εκδόσεις Άγρα. Το 1994 μάλιστα έγινε το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO συμπεριέλαβε στη συλλογή αντιπροσωπευτικών έργων της. Στην πραγματικότητα, όμως, η συγγραφέας δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία, αποτελεί το έναυσμα και το υπόβαθρο, για να τεθεί υπό ρεαλιστικές συνθήκες ο κόσμος του κεντρικού προσώπου που την ενδιαφέρει. Στο έργο διαπραγματεύεται ένα φάσμα θεμάτων της ελληνικής λογοτεχνίας της νεότερης εποχής και αναδεικνύει τη σχέση του ελληνικού παρόντος με το ιστορικό παρελθόν και την ελληνική παράδοση σε συνάρτηση με την κυρίαρχη ξένη κουλτούρα.
                Η Ρέα Γαλανάκη, στον πρόλογο του βιβλίου της λέει χαρακτηριστικά: «Δεν με συγκίνησε τόσο η αιχμαλωσία του ήρωα, ούτε η αλλαγή της πίστης του, συνηθισμένο φαινόμενο στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όσο η επιστροφή στο πατρικό του σπίτι, ο ψυχικός του κλυδωνισμός, οι εικόνες του παρελθόντος που ξαναζωντάνεψαν, για να δεχτεί η γη η ελληνική τον εξωμότη της. Άραγε εμείς πώς θα επιστρέψουμε στη γενέθλια γη μας;»
                Ο «βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» ασχολείται με το θέμα του νόστου, των δύο πατρίδων, της διπλής ταυτότητας. Ο ιστορικός πυρήνας του βιβλίου είναι η σφαγή και η υποδούλωση των εγκλείστων στο σπήλαιο της Μιλάτου (Φεβρουάριος του 1823) από τις δυνάμεις του Χασάν πασά, γαμπρού  του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που μεταφέρονται στην Αίγυπτο είναι και ο πρωτότοκος γιος του Παπά Φραγκιού, ο Εμμανουήλ Καμπάνης Παπαδάκης.
                Ένα κρητικόπουλο, λοιπόν, με το όνομα Εμμανουήλ, αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια του, όταν αιχμαλωτίζεται από τους Οθωμανούς και καταλήγει στην Αίγυπτο, όπου παίρνει το όνομα, Ισμαήλ. Μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον, όπου παλεύει ανάμεσα στην ελληνική του ταυτότητα και καταγωγή και στην καινούργια του ταυτότητα. Παλεύει με το διχασμένο του εαυτό. Ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη του ευφυΐα και αναλαμβάνει θέση υψηλόβαθμου στελέχους του αιγυπτιακού στρατού. Η αιχμαλωσία ενός αγοριού, η αλλαγή θρησκείας και η σταδιοδρομία του στη διοίκηση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
                Την ίδια στιγμή, ο αδερφός του, ο Αντώνης Καμπάνης-Παπαδάκης του Φραγκιού, με τον οποίο είχαν αιχμαλωτιστεί μαζί, μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη απ’ όπου γλιτώνει με την παρέμβαση της ρωσικής πρεσβείας και εξελίσσεται σε σημαίνοντα αστό των Αθηνών, ο οποίος νοιάζεται για τη μόρφωση του σκλαβωμένου λαού και παράλληλα βοηθά με προσωπικό και εθνικό συνάμα κίνδυνο τις επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή.
                Μισό αιώνα μετά την αιχμαλωσία του ο Ισμαήλ επιστρέφει στη γενέτειρα Κρήτη, ως αρχηγός του αιγυπτιακού στρατού, για να καταστείλει την επανάσταση του 1866-1868, κατά τη διάρκειά της οποίας, δολοφονείται ή σκοτώνεται, ή αυτοκτονεί. Είναι μια επιστροφή γεμάτη πόνο και απελπισία, αφού έρχεται ως κατακτητής στην πατρίδα του, για να καταστείλει μιαν επανάσταση, ενώ ο ίδιος ήταν θύμα της επανάστασης. Η τραγική ειρωνεία είναι πως ο αδερφός του Αντώνης χρηματοδοτεί και εμψυχώνει την ίδια επανάσταση από την Αθήνα.  
                Το μυθιστόρημα αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος με τίτλο «Χρόνια της Αιγύπτου – Ο Μύθος» ο Ισμαήλ (Σελίμ) δημιουργεί δίαυλο επικοινωνίας με το χαμένο του αδερφό Αντώνη. Στο δεύτερο «Ημέρες νόστου και Ιστορίας» επιστρέφει στην Κρήτη, τη γενέθλια γη, επικεφαλής των αιγυπτιακών στρατευμάτων, για να καταστείλει την επανάσταση. Στο τρίτο το «Επιμύθιο» παρατίθενται οι τρεις εκδοχές (δολοφονία, θανάσιμος τραυματισμός στη μάχη, αυτοκτονία) για το θάνατο του Ισμαήλ.
                Το δίδυμο χώρου και ιστορίας δίνεται από δυο διαφορετικές σκοπιές. Από τη σκοπιά του μύθου η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο, το ύφος δανείζεται ποιητικούς τρόπους, τα γεγονότα υπάρχουν σχεδόν αφηρημένα και ο χρόνος συμβολικά. Από τη σκοπιά της ιστορίας, η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, ο ρεαλισμός των πολεμικών επιχειρήσεων διακόπτει το μονόλογο του αφηγητή και ο χρόνος απλώνεται στην εξαντλητική καθημερινότητα εννέα μόνο μηνών. «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» διατρέχει και τους δύο τρόπους αφήγησης αποτελώντας τον συνδετικό τους ιστό. Η αιχμαλωσία του και η επιστροφή, το κάλεσμα του θανάτου, η εξιδανίκευση της χαμένης ζωής και η διάψευσή της, οι διαφορετικές κάθε φορά παγίδες της ιστορίας, η είσοδος των σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών στην Ανατολική Μεσόγειο, ο κλειστός συναισθηματικός κόσμος του ήρωα, αποτελούν μερικά από τα βασικά θέματα του μυθιστορήματος.
                Το κλειδί του μυθιστορήματος είναι η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο αδερφών με τη μεσολάβηση του ξαδέρφου τους Ιωάννη, στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Στις επιστολές αυτές τα δύο αδέρφια είναι δύο στενοί συγγενείς, χωρίς ιδιότητες, που ξαναβρίσκονται. Αρχικά, στις επιστολές τους είναι διάχυτη η επιφυλακτικότητα η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε αμοιβαία εξομολόγηση και επαναφορά στην αληθινή τους σχέση, αυτήν του αίματος. Ο χειρισμός της Γαλανάκη στο θέμα της πάλης των ταυτοτήτων και στο ζήτημα της ισορροπίας είναι αξιοσημείωτος.
                Στο δεύτερο μέρος, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ισμαήλ πριν από τον άδοξο θάνατο του, όπου περιγράφονται, χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς, τα γεγονότα της Κρητικής επανάστασης καθώς και της αντίδρασης του αιγυπτιακού στρατού υπό την ηγεσία του Ισμαήλ Φερίκ πασά. Με βήματα αργά και σταθερά, η αφήγηση φτάνει στην κορύφωση της.
                Οι γνώσεις της συγγραφέως για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αν και επίκτητες, είναι εντυπωσιακές και η αίσθηση της ιστορίας είναι διάχυτη στο έργο της κι ας δηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ωστόσο κατορθώνει, περίτεχνα, να υπερβεί την ιστορική πραγματικότητα, ανάγοντας το ιστορικό γεγονός -το οποίο βεβαίως και υπάρχει ως αφετηρία- σε στοιχείο του μύθου και της φαντασίας. Το εντάσσει στην προσωπική μυθολογία της, για να το εντάξει, μέσω της μυθοπλασίας, στην ιστορία την οποία θα μας αφηγηθεί. Μέσα από την καταγραφή των τοπωνυμίων, των χρονολογιών, των ονομάτων και την εμπλοκή υπαρκτών προσώπων, δηλώνεται η ακρίβεια και η αυθεντικότητα των ιστορικών γεγονότων. Όλα αυτά παραπέμπουν σε ντοκουμέντο, σε αυθεντικό γεγονός που δεν μπορεί να παραβλεφθεί.
                Τα γεγονότα, αλλά και ο χώρος, είναι και αναγνωρίσιμα και μη. Για παράδειγμα, σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, αποφεύγεται συστηματικά και επιμελώς η αναφορά στο Λασίθι, γενέτειρα του Ισμαήλ Φερίκ πασά, το οποίο υποδηλώνεται, περικειμενικά, με τη λέξη οροπέδιο που συνεκδοχικά παραπέμπει στο οροπέδιο Λασιθίου. Δύο ενδέχεται να είναι οι λόγοι γι’ αυτή την απόκρυψη: Αφενός, ο εσωτερικός πόνος του ήρωα, για τη γενέτειρά του, είναι πολύ μεγάλος, σαν αγκάθι στην καρδιά, εξ’ ου και ο υπότιτλος, γι’ αυτό και εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφετέρου, η αφηγήτρια ενδέχεται να επιθυμεί να διατηρηθεί μια κάποια απόσταση από την πραγματικότητα και ενισχύει μ’ αυτό τον τρόπο το μυθοπλαστικό στοιχείο, για να κινείται ελεύθερα. Έτσι, επιτυγχάνεται  η ισορροπία ανάμεσα στο αληθινό και το αληθοφανές, στην Ιστορία και στη μυθοπλασία.
                Κυρίαρχο στοιχείο στο έργο είναι ο νόστος. Ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς επιστρέφει, μετά από πενήντα χρόνια, στο γενέθλιο τόπο, όπου και πεθαίνει. Η ιστορία πραγματώνεται σε σχήμα κύκλου, αφού ολοκληρώνεται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Ο μυθιστορηματικός ήρωας γνωρίζει ότι ο νόστος είναι, όχι απλώς μια δύσκολη υπόθεση, αλλά επώδυνη και επισφαλής, ο φόβος, μάλιστα, που τον διακατέχει θα επαληθευθεί και ενδεχομένως γι’ αυτό και μέχρι τώρα κατέφευγε μόνο στον εσωτερικό νόστο, τον έτσι κι αλλιώς βασανιστικό.
                Η ιστορία του Ισµαήλ Φερίκ, αν και υπαρκτή, δεν συνιστά ένα ιστορικό µυθιστόρηµα, τουλάχιστον µε την αυστηρή έννοια του όρου. Αποτελεί ωστόσο το υπόβαθρο για να θιγούν απόψεις εθνικής, αλλά και ανθρώπινης ταυτότητας, τόσο σε θέµατα γλώσσας και θρησκείας, όσο και σε θέµατα πολιτιστικών διαφορών και κουλτούρας. Μέσα από την διχασµένη προσωπικότητα του Ισµαήλ αναδεικνύονται οι ποικίλες πλευρές της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας σε µια χρονική στιγµή µάλιστα που και η ίδια η Ελλάδα ψάχνει την ταυτότητά της ανάµεσα σε ανατολικές και δυτικές επιρροές.
                Η αξία του μυθιστορήματος έγκειται πρώτιστα στην προσπάθεια κατανόησης των εσωτερικών συγκρούσεων που ταλανίζουν την ψυχή ενός ανθρώπου που διχάζεται μεταξύ δύο θρησκειών, εθνοτήτων, πολιτισμών. «Η σύγκρουση ιδεολογικών στοιχείων (εθνικότητα, θρησκεία κ.ά.) έπρεπε να μεταφερθεί από το πεδίο των μαχών στο επίπεδο των ψυχικών ατομικών συγκρούσεων», λέει η ίδια η συγγραφέας στο επίμετρο. Ειδικά σήμερα που η πολυπολιτισμικότητα υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, παιδιά από μεικτούς γάμους είναι πλέον συνηθισμένα και οι μετακινήσεις από χώρα σε χώρα (είτε στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης ή στη σκληρή διαδικασία της προσφυγιάς και της μετανάστευσης) είναι συχνές, ο τόσο μακρινός Ισμαήλ ή Εμμανουήλ φαντάζει πολύ επίκαιρος, τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά, όπως λέει χαρακτηριστικά και η ίδια η συγγραφέας:
« … Όταν το βιβλίο βγήκε στην Αίγυπτο, γνωρίστηκα με τους απογόνους του που με θεωρούν πλέον μέλος της οικογένειας. Και για να μη θεωρούμε όλους  τους Άραβες φανατικούς, πρέπει να σας πω ότι η πέμπτη εγγονή του Ισμαήλ - αυτή  η υπέροχη γυναίκα - έμαθε από το βιβλίο ότι ο Ισμαήλ καταγόταν από ελληνική χριστιανική οικογένεια και είπε «τι ωραία!». Ευχαριστήθηκε που κυλάει ελληνικό  αίμα στις φλέβες της».

Το απόσπασμα «Επιστροφή στο σπίτι»
                Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι μια ενδοσκόπηση στο βαθύτερο κόσμο του ήρωα και σε όσα τον συνδέουν με τη μνήμη της φυλής του, αλλά και με  το ατομικό του υποσυνείδητο. Το κείμενο χρησιμοποιεί στοιχεία από τη χριστιανική θεολογία (η βροχή-αναφιλητό της φύσης, η εύνοια των φυσικών στοιχείων που προστατεύουν το σπίτι από τη φωτιά, τα καρφιά της σταύρωσης), τις μεθόδους της ψυχανάλυσης (οι τεχνικές της απώθησης και της ανάδυσης των γεγονότων, οι λειτουργίες των μικροαντικειμένων, η πάλη  του υποσυνείδητου με τον εξωτερικό κόσμο) και τα στοιχεία της αρχαίας και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης (η σταύρωση, η σκηνή της κάθαρσης με τη σπονδή του αίματος, η ανάκληση των νεκρών, ο ρόλος του ιερέα-προφήτη).

Ενότητες
Α΄ ενότητα : Η επιστροφή του Ισμαήλ Φερίκ πασά («Την πρώτη μέρα...οφθαλμαπάτη»)
                Στις αναμνήσεις κυριαρχεί  η εικόνα του πατρικού σπιτιού, παρά την προσπάθεια της απώθησης. Διακρίνονται δύο πραγματικότητες: η εξωτερική (η εικόνα της σπηλιάς και της πραγματικής μπόρας) και η εσωτερική, που ανακαλείται με την ανάμνηση της παλιάς βροχής.  Η πρώτη είναι άμεση , ενώ η δεύτερη μέσα από σειρά διαδικασιών ανάκλησης.
Β΄ ενότητα : Η εσωτερική πάλη («Αν ήθελα...ξαναρώτησαν»)
                Περιγράφεται η αργή διαδικασία της επαναπροσέγγισης του παρελθόντος μέσα από τη μνήμη και την αγωνιώδη προσπάθεια του ήρωα να επανασυνδεθεί με αυτό.
Γ΄ ενότητα : Οι παιδικές μνήμες έρχονται στην επιφάνεια (« Αποφάσισα...πέπλα τους»)
                Το  υποσυνείδητο ανεβαίνει αργά στη μνήμη. Το κλειδί , η πόρτα, τα μικροαντικείμενα του σπιτιού αποκαλύπτουν  έναν άλλο εαυτό, κρυμμένο έως τώρα. Ο αθώος κόσμος του παιδιού διευκολύνει το ξεπέρασμα των προκαταλήψεων και των φόβων των ενηλίκων.
Δ΄ ενότητα : Η ανάκληση των νεκρών («Προχώρησα ...ύπνο»)
                Η ανάκληση των αγαπημένων νεκρών και ιδιαίτερα η συνάντηση με τη μητέρα λειτουργεί ως επώδυνη επανασύνδεση με το παρελθόν και αφορμή για νέες αιματηρές εξελίξεις.
Ε΄ ενότητα : Η εικόνα του πατέρα («Έτρεξα...συναντηθούμε»)
                Το πρόβλημα της διπλής ταυτότητας επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από τα λόγια του πατέρα. Ο πατέρας του, ως ιερέας και γνώστης της ανθρώπινης ψυχής είναι ο μόνος που αναγνωρίζει το βάθος του προβλήματος και τις δυσκολίες του.

Βασικοί θεματικοί άξονες
                Το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος έχει ως θέμα τις αναμνήσεις της ζωής του ήρωα, πριν από την αιχμαλωσία του. Οι αναμνήσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην ανάμνηση στοιχείων του σπιτιού, αλλά και των αγαπημένων του προσώπων , μέσα από την ανάκληση των νεκρών γονιών του. Το απόσπασμα δομείται πάνω στην αντίθεση ανάμεσα στην αγάπη του ήρωα για τη γενέθλια γη, χαμένη στα βάθη του υποσυνείδητου και τις υποχρεώσεις του προς τη νέα πατρίδα, που τον καθιστούν εχθρό του τόπου του και του αδερφού του. Η αντίθεση αυτή εξελίσσεται σε μια βαθύτερη εσωτερική σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό και την υπόστασή του, που θα οδηγήσει τον ήρωα στο βιολογικό του θάνατο, όπως προφητεύει στο τέλος του αποσπάσματος ο ίδιος ο πατέρας του.

Η λειτουργία της μνήμης
                Η μνήμη είναι ο χώρος, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα του αποσπάσματος. Η συγκυρία που διεγείρει τη μνήμη του αφηγητή είναι η φυσική εικόνα του πατρικού του σπιτιού.  Αυτό που ωθεί τον ήρωα να αναζητήσει το πατρικό σπίτι, νόστος χωρίς πατρικό σπίτι δε γίνεται, είναι μια ψυχική ανάγκη, αλλά και περιέργεια. Θέλει κυρίως να ανακαλύψει αν τον περιμένει και, κατ’ επέκταση, αν οι δικοί του άνθρωποι θα έχουν θετική διάθεση απέναντί του. Το ευεργετικό νερό της βροχής, έξω από το σπίτι, συμβάλλει στην κάθαρση και αποκαθαίρει τον Φερίκ από το μίασμα του εξωμότη, πριν μπει σ’ αυτό. Η θεληματική επιστροφή στο σπίτι, το οποίο ενέχει θέση καταφύγιου, υποδηλώνει ότι η μνήμη κι η νοσταλγία εμφιλοχωρούν, και σχετίζεται με την εκπλήρωση του προορισμού του, που είναι το κλείσιμο των ανοιχτών λογαριασμών με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά και με τη συνείδησή του.
                Η μνήμη ενισχύεται με την επιστράτευση της θρησκευτικής παράδοσης (τα καρφιά της σταύρωσης), τη συνειδητοποίηση των μηχανισμών απώθησης(θυμάται το φυσικό περιβάλλον, όχι όμως το σπίτι)τη διάθεση για κάθαρση, τους πατρογονικούς δεσμούς, τα έθιμα (η σπονδή του αίματος). Ο αφηγητής-ήρωας έρχεται σε επαφή με τα βάθη της ψυχής του, μέσα από τη βαθιά συναισθηματική συνάντηση με τη μητέρα του και της σκέψης και της λογικής, που αντιπροσωπεύει ο πατέρας-ιερέας.
                Η εμπλοκή του σπιτιού είναι σημαντική διότι, αφενός, αποτελεί την αρχετυπική εστία του νόστου και, αφετέρου, ενώνει τις εκδοχές του θανάτου τόσο του κεντρικού ήρωα, όσο και της μητέρας του που, κατά μία εκδοχή, τελείωσε εκεί τη ζωή της. Η αίσθηση του σπιτιού και η καταγραφή του ως ιδιαίτερου ιδιωτικού – οικογενειακού χώρου και χώρου γαλήνης είναι εμφανής. Το σπίτι όμως, για να τον «αναγνωρίσει» και να το δεχθεί στα σπλάχνα του, πρέπει ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς να «επανέλθει» στη μορφή και την ηλικία που είχε στην πρώτη του ζωή. Αλλά και ο ίδιος μόνο έτσι θα νιώσει οικεία στο χώρο. Ο μισός αιώνας, που μεσολάβησε από τότε που ξεκίνησε η αιχμαλωσία του, είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα μόνα βιώματα και οι μνήμες, που έχει απ’ αυτό το σπίτι, είναι από την παιδική ηλικία, γι’ αυτό θα μεταμορφωθεί σε παιδί: «Διαπίστωσα πως η πόρτα, που πάνω της στηριζόμουν, είχε ψηλώσει, ενώ εγώ είχα μικρύνει σε παιδί. Μ’ ένα δεξί χεράκι σκούπισα τα χείλια».
                Αλλά κι ο πατέρας, για να μαλακώσει η καρδιά, να επανέλθουν τα πατρικά αισθήματα, πρέπει να τον ξαναδεί ως παιδί, να τον δει να μετανιώνει, να νιώσει τις εσωτερικές ατομικές συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα να εξωτερικεύονται, να συγκλονίζεται και να εξιλεώνεται και τέλος να αποκτά αυτογνωσία. Τότε μόνο θα μπορέσει να διαγράψει το πρόσωπο του εξωμότη: «Δεν ήθελε να με ξέρει σαν Οθωμανό στην Αίγυπτο. Περίμενε να ξαναγίνω παιδί, να ξαναμπώ στο ίδιο σπίτι, για να με σκεφτεί σαν άτομο, έστω και σαν άτομο που απέτυχε να προεκτείνει τις δικές του επιλογές. Περίμενε να με δει να κλαίω». (176)
                Σ’ αυτό το σπίτι λοιπόν, στο χώρο που είναι έντονα χαραγμένος από τα αγαπημένα πρόσωπα, όπου θα επέλθει και η αυτογνωσία του, η λήθη θα γίνει μνήμη και θα αποκτήσει σχήμα, φωνή και πρόσωπο. Τα μισοξεχασμένα πρόσωπα της οικογένειάς του αρχίζουν να παίρνουν ξεκάθαρη μορφή, αφού ο νόστος του είναι πλέον συνειδητός και, ως εκ τούτου, έχει ήδη επέλθει η συγχώρεση. Τα χέρια θα επαναδραστηριοποιηθούν και θα ολοκληρώσουν τις εργασίες τους. Τότε, θα δει ολόσωμες τις μορφές των δικών του, ένδειξη ότι τον αποδέχονται και οι αισθήσεις θα ενεργοποιηθούν:
                «Ήρθαν οι γνώριμες φωνές ανθρώπων, των σπιτίσιων ζώων, ο ήχος του καιρού, των τραγουδιών, του κάματου, του πένθους και των εορτών. Έπειτα ήρθαν μυρωδιές του σώματος, του δέντρου, του υφάσματος, της χειμωνιάτικης φωτιάς, του θερισμένου κάμπου και των ώριμων μήλων. Αυτή πλημμύρισε το σπίτι, όπως τότε, και το γύρισε στο κόκκινο. Στο φως των μήλων είδα το χέρι της, που είχε σταματήσει στο αδράχτι, να στρίβει επιτέλους τα δάχτυλα. Και το χέρι του πατέρα, που είχε σταματήσει στο χαλινάρι, να λυγίζει επιτέλους τον καρπό. Τα χέρια οδήγησαν ολόσωμες τις μορφές» .

Η ανάκληση των νεκρών
                Η πλοκή παρουσιάζει αναλογίες με την ομηρική νέκυια, την κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη. Τη δική του νέκυια, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, την επιτυγχάνει με μια τελετουργία ανάλογη μ’ αυτήν που περιγράφεται στην Οδύσσεια (ραψωδία λ), για να υποδηλώσει, με έμμεσο τρόπο, ότι κι αυτός, ως ένας άλλος Οδυσσέας, «ακολουθεί» το δρόμο της ομηρικής νομοτέλειας κι επιστρέφει στο παρελθόν και στους γεννήτορές του. Στην ομηρική νέκυια, βέβαια, ο Οδυσσέας εξασφαλίζει την πραγματοποίηση του νόστου του, ενώ στη νέκυια της Γαλανάκη, ο Φερίκ πασάς το επιτυγχάνει μεν, αλλά με τραγικό τρόπο. Έτσι, η συγγραφέας αποκαλύπτει τον πραγματικό σκοπό της, που δεν είναι η αφήγηση μιας ιστορικής περιόδου, αλλά η διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η διαδικασία της κάθαρσης
                     Ο αφηγητής παραδέχεται ότι το σπίτι υποσχόταν μια απειλητική και φιλήδονη κάθαρση. Τα στάδια της κάθαρσης είναι η αποκάλυψη της θαμπής εικόνας του σπιτιού , η είσοδος στο σπίτι και η πρώτη εξαγνιστική επαφή με τα αντικείμενα-σύμβολα, η θυσία του αίματος , η επαφή με τα άγια των αγίων. Μην έχοντας σφάγιο για τη σπονδή του, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, ανοίγει μικρή λακκούβα και χαράζει με το γιαταγάνι τον καρπό του, για να τρέξουν λίγες σταγόνες αίμα. Τους δικούς του τούς καλεί με το αίμα του, που είναι και δικό τους. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι η πράξη του ήρωα έχει διπλή ιδιότητα: Από τη μια, είναι ένας τρόπος να καλέσει τους νεκρούς. Από την άλλη, η θυσία είναι προϋπόθεση για τον καθαρμό κι έχει εξαγνιστική λειτουργία για τη διπλή του ταυτότητα. Καλεί εκείνους με τους οποίους συνδέεται με αιμάτινους δεσμούς, που έζησαν σ’ αυτό το σπίτι, για να μάθει αν τον συγχώρησαν, αλλά και να αντλήσει δύναμη απ’ αυτούς για την προαποφασισμένη πράξη του. Έχει μια παραδοξότητα, όμως, η ιεροτελεστία του Φερίκ πασά, διότι δεν καλεί μόνο ψυχές, αλλά και τον εν ζωή αδερφό του. Χρειάζεται και τους νεκρούς και τους ζωντανούς, για να απαλύνουν την οδύνη που νιώθει, επιστρέφοντας στη γενέθλια γη και στην αρχική του ταυτότητα .

Το μήνυμα της διπλής ταυτότητας

                Στο απόσπασμα αυτό δοκιμάζεται η πίστη του Ισμαήλ, μέσα από μεταφυσικά φαινόμενα (η ξαφνική βροχή που προστατεύει το σπίτι, η σπονδή του αίματος, οι εμφανίσεις των νεκρών γονιών), καθώς και η θέληση του ήρωα να επικοινωνήσει μαζί τους.  Η επιστροφή στη γενέτειρα ξυπνά µνήµες θαµµένες βαθιά µέσα του και κλυδωνίζεται ανάµεσα στα δύο εγώ του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ποιος ακριβώς είναι, καθώς φαίνεται πως ο γενέθλιος τόπος παραµένει «αγκάθι στην καρδιά» του (δικαιολογώντας τον υπότιτλο του βιβλίου “Spina nel cuore”). Επισκέπτεται το ερειπωµένο πατρικό σπίτι και βρίσκεται αντιµέτωπος µε φαντάσµατα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, καθώς βιώνει σε µυστηριακό περιβάλλον την επιστροφή και την συνάντηση µε µέλη της οικογένειας, νεκρά και ζωντανά. Λίγο καιρό αργότερα πεθαίνει στην Κρήτη δολοφονηµένος ή αυτοκτονώντας, αδιευκρίνιστο πώς, έχοντας όµως εκπληρώσει την ένωση των δύο διαφορετικών εαυτών του σε µια ενιαία οντότητα.
                Η πάλη του καλού και του κακού κλυδωνίζει τον ψυχισμό του, καθώς ο ερχομός του στην Κρήτη ανέσυρε  τη διπλή ταυτότητα: προσκυνητής και κατακτητής της πατρίδας του. Αυτά τα αντίρροπα συναισθήματα παλεύουν μέσα του και αυτό ακριβώς είναι το δράμα και η εξιλέωσή του. Δεν μπορεί να είναι κακός, αφού δε θέλησε ποτέ να ξεχάσει και να ξεριζωθεί από την πατρίδα των παιδικών του χρόνων , έστω κι αν ακολούθησε μια αυστηρή εκπαίδευση και μια δύσκολη καριέρα ,με καινούριο όνομα και καινούρια θρησκεία. Αυτό ήταν το χαράτσι για τις γνώσεις που του πρόσφερε η Αίγυπτος και αποφάσισε να το πληρώσει, χωρίς να του δώσει περισσότερη σημασία απ' ό,τι σ’ έναν φόρο. Επανέλαβε την απόφασή του να αφοσιωθεί στη μνήμη, στολίζοντας όμως το μέτωπό του με το στεφάνι του οροπεδίου, μυστικό, δροσερό και ακάνθινο. Και ούτε μια φορά δεν είπε ότι θα μπορούσε να ενώσει τις δύο ξεχωριστές ζωές.     Το νήµα του νόστου οδηγεί, αναπόφευκτα, στο τέλος, διότι ο Ισµαήλ Φερίκ πασάς δεν µπορεί να παρεκκλίνει της οδού, είναι αδύνατον πια να επιστρέψει τόσο στη δεύτερη ζωή όσο και στην πρώτη. ∆εν αντέχει να έχει δυο χαµένους τόπους, όπως θα οµολογήσει ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο.
                     Η σημαίνουσα βαρύτητα του λόγου, που θα του απευθύνει ο πατέρας, θα γίνει η τροχιά, για να ολοκληρωθεί ο νόστος, μια και είναι αυτός που δεν τον είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή αποδεχτεί. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, είπε, και για τούτο σε δέχομαι, αν και τυραννίστηκα μέχρι να το αποφασίσω. Να ξέρεις πως ξανά θα προτιμούσα τη σφαγή από την ατίμωση. Πλην, άλλο αυτό, απ’ τη ζωή που σου’ τυχε. Πρόκοψες, κι αυτό είναι καλό, χάθηκες όμως από τη συνέχειά σου. Μαζί σου έκοψες και μένα. Σε σώζει ότι ποτέ δε θέλησες, ή δεν κατάφερες, να μας διαγράψεις. Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω μια προσπάθεια εξιλέωσης. Θα παρακαλέσω για σένα. Όχι, δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα πεθάνεις, σου λέω μόνο πως είναι γραφτό να γίνει δύσκολα. Εσύ, να σταθείς γενναίος και να μη φοβηθείς. Γρήγορα θα συναντηθούμε».
                     Η συγγραφέας μέσα από την αναφορά στην ταυτότητα του ήρωα θέτει το ζήτημα της καθαρότητας και της επιμειξίας, ανατρέποντας βαθιές προκαταλήψεις, που μόνο ένας ιερέας θα τολμούσε να κατανοήσει («Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω τη δυσκολία των δύο δρόμων»). Πάντως το τελικό μήνυμα είναι αισιόδοξο («Γρήγορα θα συναντηθούμε»). Έτσι, η συγγραφέας ανοίγει το δρόμο για τη διερεύνηση της φύσης του ανθρώπου, που αποτελεί πεδίο της διαπάλης του καλού και του κακού και προτείνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού.

Αφηγηματικές τεχνικές
Ο αφηγητής και το είδος της αφήγησης
                Ο νόστος του ήρωα, προσφέρεται σε πρωτοπρόσωπη, ημερολογιακή μορφή –αφηγηματικός ελιγμός πράγματι απροσδόκητος, που τονίζει την αμεσότητα και το βιωματικό χαρακτήρα της αφήγησης, μακριά από την ψυχρή τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός καθαρά ιστορικού μυθιστορήματος. Ο ήρωας αφήνεται συχνά στην αναπόληση και στη φαντασία, κινείται στο «βασίλειο των ίσκιων», συναναστρέφεται με αγαπημένους νεκρούς και πληροφορείται για τον επικείμενο , εξιλαστήριο θάνατό του στη γενέθλια γη. Ο ήρωας προχωρά σε μια διαδικασία αυτογνωσίας και μόνο η αφήγηση σε α΄ πρόσωπο μπορεί να αποδώσει την οδύνη που βιώνει.  Ο αφηγητής συμμετέχει στη δράση (ομοδιηγητικός αφηγητής) και η εστίαση είναι εσωτερική, δηλαδή ο αφηγητής γνωρίσει όσα και ο ήρωας με τον οποίο ταυτίζεται. Πρόκειται για κείμενο με εξομολογητικό χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί η αφήγηση μιας αυστηράς προσωπικής στιγμής που αγγίζει τα όρια της ονειρικής αναπόλησης.

Στοιχεία του μύθου
                     Ως σημείο δέσης του μύθου θεωρείται η επιστροφή του ήρωα στο πατρικό του σπίτι , γιατί αυτό το γεγονός ξυπνά μνήμες από το παρελθόν. Η κορύφωση επέρχεται με τη σκηνή του αίματος, μέσω της οποίας ο ήρωας προσδοκά την εξιλέωση και η λύση έρχεται με τα λόγια του πατέρα , που ανακαλεί τα πράγματα στην τάξη που ορίζει η μοίρα.

Ο χώρος
                     Είναι αυστηρά περιορισμένος στα όρια ενός μικρού σπιτιού, που αναδεικνύεται σε σύμβολο ενός τόπου και μιας ταυτότητας. Ο ίδιος ο ήρωας ομολογεί ότι το σπίτι δεν είναι γι’ αυτόν η κατοικία των γονιών του, όσο η ανάμνηση της πατρίδας. Όταν, όμως, το σπίτι μετατρέπεται σε χώρο θυσίας και ιεροτελεστιών, ξεπερνά τα όρια του πραγματικού και αποκτά μια μεταφυσική διάσταση, αποδεικνύοντας το συμβολικό του χαρακτήρα. Έτσι , ο χώρος έχει μια ειδική λειτουργία : είναι πραγματικός , αλλά λειτουργεί μέσα από το όνειρο και ως μια μεγάλη αυλαία, για να χωρέσει όλο το παρελθόν.

Ο χρόνος
                     Το απόσπασμα περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός, αλλά με την εμφάνιση του παράδοξου (μαγιάτικη μπόρα, τα καρφιά, το κλειδί)η αφήγηση περνάει από το ιστορικό στο φανταστικό-αφηγηματικό χρόνο. Έτσι, ο χρόνος αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τις λίγες στιγμές που περιγράφονται, γιατί αντιστοιχεί στη διάρκεια των εντυπώσεων του ήρωα. Επίσης, λειτουργεί αναδρομικά, γιατί ο ήρωας θυμάται το παρελθόν και προδρομικά, όταν ο Ισμαήλ μαθαίνει για τον επικείμενο θάνατό του από τον ιερέα-πατέρα του.

Πρόσωπα και χαρακτήρες
                     Στο απόσπασμα παρακολουθούμε το δράμα του ήρωα που ταλαντεύεται  ανάμεσα  σε δύο φύσεις. Ο Ισμαήλ θυμάται την παιδική του ηλικία , όταν ζούσε αμέριμνος στο σπίτι των γονιών του. Για να ξαναφτάσει όμως σ’ αυτή την πρώτη μνήμη, πρέπει να βιώσει ξανά όλη τη διαδικασία της οδύνης των γεγονότων που έζησε, όταν ήταν παιδί και τα έχει απωθήσει στη μνήμη του. Έτσι το ιστορικό πρόσωπο αντιπροσωπεύει όσους έχουν την αίσθηση της διπλής ταυτότητας και μένουν μετέωροι ανάμεσα στη φύση τους και στον ιστορικό προορισμό τους. Άλλα πρόσωπα της αφήγησης είναι οι νεκροί γονείς. Η μάνα του, με λαχτάρα και αγάπη για το χαμένο της παιδί, πρώτη τον καλωσόρισε στη συνάντησή τους. Ο πατέρας του , μέσα στις ψαλμωδίες ως ιερέας συνδέει το μουσουλμάνο Ισμαήλ με το χριστιανικό παρελθόν του. Σε αντίθεση με τη συναισθηματική φόρτιση της μητέρας, ο πατέρας έχει συναίσθηση ότι το μαρτύριο του γιου του σχετίζεται με τη διπλή του ταυτότητα.

Η περιγραφή
                     Με την είσοδό του στο εγκαταλειμμένο σπίτι, ο  ήρωας περιγράφει το εσωτερικό του πατρικού του σπιτιού, γεγονός , που τον βοηθά να θυμηθεί το παρελθόν του και τα παιδικά του χρόνια, οδηγώντας έτσι το μύθο σε κορύφωση.

Γλώσσα-ύφος
                Πρόκειται για ποιητική αφήγηση. Η Ρέα Γαλανάκη είναι ταυτόχρονα και σημαντική ποιήτρια, που υπερβαίνει εύκολα το πραγματικό για χάρη του φανταστικού.  Η γλώσσα διευκολύνει τη συγγραφέα να ξεπεράσει την εξωτερική πραγματικότητα και να διεισδύσει πίσω από τις εικόνες. Ο χρόνος υπάρχει συμβολικά. Συγκεκριμένα το έργο διασπάται σε ποικίλες χρονικές στιγμές. Τα γεγονότα αποδίδονται σχεδόν αφηρημένα. Η χρήση του ονείρου, εξομοιώνεται με την πραγματικότητα. Στην αφήγησή της, τα πράγματα αποκτούν μεταφυσική διάσταση, για να προϊδεάσουν για το μέλλον και οι αισθήσεις γίνονται εύπλαστες. Όλα αυτά είναι έτσι δομημένα και δοσμένα λόγω της επεξεργασμένης γλώσσας και της ποιητικής αφήγησης της συγγραφέως. Χωρίς να φτάνει σε μελοδραματισμούς, η Γαλανάκη αποδίδει τους χαρακτήρες της ολοκληρωμένους, χωρίς να μένει απορία για το παρελθόν, το παρόν και το τέλος τους.
                Οι μεταφορές («άκουγα ένα-ένα τα καρφιά να καρφώνονται, χτυπούσαν οι σταγόνες στο μουσαμά μου»), οι προσωποποιήσεις («η βροχή μου φαινόταν σαν αναφιλητό της φύσης, πίεζα τα υλικά να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους»), το παράδοξο της μαγιάτικης μπόρας, το μεταφυσικό στοιχείο και η ποιητική αισθητική των λέξεων συνθέτουν ένα μοναδικό μυθιστόρημα, που υπερβαίνει τα όρια του είδους.

2 σχόλια :

Ανώνυμος είπε...

κα Σοφία Κανιάκα λυπάμαι που αναπαράγετε αποσπάσματα από το βιβλίο της κας Ρέας Γαλανάκη η οποία λανθασμένα παραποιεί το επίθετο του ΑΝΤΩΝΙΟΥ Φ,ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ . ΑΠΟΡΙΑΣ ΑΞΙΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΠΙΛΗΦΘΕΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΑ.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΥΤΑ ΘΑ ΜΑΘΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ . Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΟΤΙ ΤΟΥ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΒΡΑΒΕΥΕΤΑΙ ΓΙ' ΑΥΤΟ! ΕΥΓΕ!!!!!
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΝΤΑΟΥΚΑΚΗ ΙΑΤΡΟΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.

Ανώνυμος είπε...

Μάλλον θα ήταν καλύτερο να ανατρέξετε στη βιβλιογραφία προτού βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα. Και η κυρία Γαλανάκη Ρέα είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στην Αθήνα, αν πιστεύετε ότι στο μυθιστόρημά της γράφει ανακρίβειες. Το βιβλίο της είναι βασισμένο σε ιστορικές πηγές.