Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Σε οριακή κατάσταση η ελληνική εκπαίδευση

       Μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας, εν όψει της αποχώρησής μου από την Εκπαίδευση, η εμπειρία που απέκτησα μου επιτρέπει, νομίζω, αλλά και μου δημιουργεί την υποχρέωση, να κάνω μια πρώτη αποτίμηση της πορείας της μέχρι σήμερα και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις για το μέλλον της.
          Στα 35 αυτά χρόνια (1979 – 2014), οι όποιες επιτυχίες, σε ποσοτικό κυρίως επίπεδο (π.χ. άνοιγμα των βαθμίδων της Εκπαίδευσης στη μεγαλύτερη μερίδα των νέων της χώρας), δεν συνοδεύτηκαν από την αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση, που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική ανταπόκριση της παιδείας μας στις ανάγκες των νέων και της κοινωνίας μας. Μάλιστα, έχουμε οπισθοχωρήσει επικίνδυνα σε κάποιους ποιοτικούς δείκτες, κάτι που αναδείχθηκε λόγω της οικονομικής αλλά και αξιακής κρίσης που μαστίζει τη χώρα σήμερα.
           Στα χρόνια αυτά, το ελληνικό σχολείο δεν μπόρεσε να  ανταποκριθεί επαρκώς στους δυο θεμελιώδεις στόχους του: α) στη γενική καλλιέργεια και την προσφορά παιδείας στους μαθητές του και β) στην ομαλή και δημιουργική ένταξη των αποφοίτων του στην εργασία και την παραγωγή. Η αδυναμία αυτή οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στους εξής λόγους:
 Α) Μετά την τελευταία σημαντική Μεταρρύθμιση του 1976 – 77, που έπιασε πάλι το νήμα από την αντίστοιχη του Παπανούτσου (1963-65) και δημιούργησε ελπίδες για μια συναινετική και χωρίς χάσματα πορεία στο χώρο της Εκπαίδευσης, οι αλλαγές που ακολούθησαν χαρακτηρίζονταν κυρίως από βιασύνη, προχειρότητα, εισαγωγή θεσμών σε μόνιμη εκκρεμότητα (χαρακτηριστική η περίπτωση των Σχολικών Συμβούλων) και συχνές παλινδρομήσεις. Δεν βασίζονταν σε μια προσεχτική μελέτη της κατάστασης αλλά, κυρίως, στόχευαν στον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης και στην εκλογική πελατεία. Γι’ αυτό, και όλες σχεδόν αναφέρονταν στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, απωθώντας όλο και περισσότερο την ουσία της Παιδείας: πώς δηλαδή θα διαμορφώσουμε νέους με όραμα και δημιουργικότητα για τη ζωή, με γνώση του εαυτού τους και του κόσμου που τους περιβάλλει, με δυνατότητες αυτόνομης ανέλιξης αλλά και με βαθύ αίσθημα κοινωνικής ευθύνης.
 Β) Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και οι θετικές αλλαγές που επιχειρούνταν ακυρώνονταν στην πράξη, εφόσον η φιλοδοξία της «μεταρρύθμισης» που επικρατούσε σε κάθε κόμμα ή και υπουργό που αναλάμβανε, γκρέμιζε εκ θεμελίων τα προηγούμενα και ακύρωνε εύκολα και άκριτα προϋπάρχουσες δομές και δράσεις. Αποτέλεσμα: μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο συνεννόησης και διαβούλευσης, ακριβώς διότι δεν υπήρχε το στοιχείο της συνέχειας, για να λυθούν σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν την εκπαίδευση και οδηγούν τους μαθητές μας, αλλά και τους γονείς, στην απαξίωση του σχολείου και της γνώσης που αυτό προσφέρει.
 Γ) Η ευκαιρία της χρηματοδότησης από τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα (αυτή τη στιγμή «τρέχει» το τέταρτο) μετατράπηκε πολύ γρήγορα, λόγω της απουσίας γενικού σχεδίου από την Ελληνική Πολιτεία αλλά και μη σωστής διαχείρισης, σε τροχοπέδη και εργαλείο κατακερματισμού, παρά σε εστία συγκέντρωσης των δυνάμεων που απαιτούνται για μια ουσιαστική ώθηση στην Παιδεία μας. Έτσι, η αγωνία για την απορρόφηση κονδυλίων συνδέθηκε με επιπόλαιες δράσεις, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα αποτελέσματά τους. Χρηματοδοτήθηκαν νέοι τύποι σχολείων (π.χ. τα Πολυκλαδικά, τα Μουσικά, τα Καλλιτεχνικά) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν ή δυσλειτουργούν. Δόθηκαν επανειλημμένα πολλά χρήματα για Προγράμματα Σπουδών και για βιβλία, χωρίς καμιά ουσιαστική αξιολόγηση για τα προϋπάρχοντα και για τα νέα, άλλα τόσα για την Επιμόρφωση και Επιμόρφωση δεν έχουμε. Δεν υπήρξε τελικά καμιά μέριμνα για τη δημιουργία μόνιμων δομών και υποδομών, που θα χρηματοδοτούνταν στη συνέχεια από εθνικούς πόρους. Μια άσκοπη κατασπατάληση πόρων, χωρίς να έχουμε προσθέσει τίποτε σε υπεραξία στην Παιδεία μας, εκτός αν θεωρήσουμε θετικό το γεγονός ότι σήμερα, στην εποχή της κρίσης, ένα μεγάλο πια μέρος του εκπαιδευτικού προσωπικού (π.χ. οι ωρομίσθιοι, που συνεχώς αυξάνονται) αμείβεται από το ΕΣΠΑ!
Δ) Αν σε όλα τα παραπάνω αναγνωρίζουμε τις ευθύνες της Πολιτείας, δεν λείπουν και οι ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών, κατά το μερίδιο που του αναλογεί. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις υποχώρησαν συχνά στον εκμαυλισμό των κομμάτων, εμπέδωσαν την αντίληψη ότι στο χώρο της Εκπαίδευσης εκπροσωπούν αυτά περισσότερο κι όχι τις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και της Παιδείας. Αποτέλεσμα: έλλειψε όλα αυτά τα χρόνια ένα αυτόνομο και ρωμαλέο συνδικαλιστικό κίνημα, που να εμπνέει, να προβάλλει το εκπαιδευτικό όραμα και να πιέζει αποτελεσματικά την Πολιτεία για θετικές λύσεις.
             Η ελληνική εκπαίδευση, εξαιτίας των παλιών αδυναμιών και της σημερινής κρίσης, βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή κατάσταση. Μόνον ένας συναγερμός και συντονισμός των πολιτικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που ενδιαφέρονται για την αναβάθμιση και την προκοπή του δημόσιου σχολείου, μπορεί να τη σώσει. Στην κατεύθυνση αυτή, οι άξονες, γύρω από τους οποίους πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια, είναι, κατά τη γνώμη μου, οι εξής:
1. Αποδέσμευση του ευαίσθητου και κρίσιμου για το μέλλον της χώρας τομέα της εκπαίδευσης από τις μνημονιακές υποχρεώσεις, σε άμεση ή, έστω, έμμεση σχέση με τις γενικότερες λύσεις που θα επιδιωχθούν γύρω από το θέμα αυτό. Ήδη, υπάρχουν σχετικές κινήσεις στην Ευρώπη για την εξαίρεση των οικονομικών της Παιδείας από την μέτρηση των ελλειμμάτων. Η αποδέσμευση πρέπει να απαιτηθεί από την πολιτική ηγεσία και να συνοδευτεί από την αναίρεση του κλίματος της εργασιακής ανασφάλειας και του άγχους, που εμφιλοχωρεί σήμερα στα σχολεία, καθώς και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό και την Πολιτεία.
2. Συνολικός ανασχεδιασμός της δομής, του περιεχομένου, των στόχων και των δράσεων όλου του συστήματος της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μετά από σοβαρή μελέτη των μέχρι σήμερα δεδομένων, των κατακτήσεων και των αδυναμιών. Ο ανασχεδιασμός πρέπει να γίνει σύντομα και αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή και τη συναίνεση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, να έχει εσωτερική συνοχή, συνέπεια, προοπτική και να είναι δυναμικά ανοιχτός σε ομαλές εξελίξεις στο μέλλον. Κεντρική επιδίωξη: η απόκτηση από όλους τους νέους μας ενός υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας, που θα τους επιτρέπει να είναι ενεργοί πολίτες και δημιουργικοί επαγγελματίες, όποια πορεία κι αν διαλέξουν στη ζωή τους.
3. Κομβικό σημείο σε έναν τέτοιον ανασχεδιασμό κατέχει η δημιουργία ενός σοβαρού και ισχυρού τομέα Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που δεν θα αναπτύσσεται αυθαίρετα, όπως συνέβη μέχρι σήμερα, αλλά θα συνδέεται με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας κατά περιοχή και θα δίνει ασφαλείς διεξόδους επαγγελματικής αποκατάστασης στους νέους της χώρας μας. Θυσιάσαμε για δεκαετίες πολλούς μαθητές μας στον βωμό της επιτυχίας στα ΑΕΙ, ενώ πιθανά θα ήταν πιο ευτυχισμένοι και δημιουργικοί ακολουθώντας το επάγγελμα που θα ανταποκρινόταν στις ικανότητες και τις επιθυμίες τους.
 4. Στην προσπάθεια αυτή προτεραιότητα επείγει να δοθεί στην οργάνωση και την άμεση λειτουργία ενός μόνιμου συστήματος Επιμόρφωσης για την ποιοτική και επαγγελματική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, που μπορεί να υποβοηθείται αλλά δεν θα εξαρτάται από τα πακέτα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Με το σύστημα αυτό πρέπει να συνδεθεί και η διαδικασία Αξιολόγησης, η οποία, για να αποκτήσει φερεγγυότητα και να έχει αποτελέσματα, πρέπει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, στον εντοπισμό των αδυναμιών για το ξεπέρασμά τους και στην επιτυχία των στόχων που κάθε φορά τίθενται. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αξιολογείται και ο εκπαιδευτικός, μέσα σε μια προσπάθεια συνεχούς βελτίωσής του. Και η Επιμόρφωση και η Αξιολόγηση πρέπει να είναι δυναμικές και ανοιχτές διαδικασίες, που θα αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.
5. Ο συνδικαλισμός των εκπαιδευτικών πρέπει να απαλλαγεί από τα κομματικά δεσμά και να συνδεθεί περισσότερο με τον κοινωνικό ρόλο του σχολείου και της Εκπαίδευσης. Μια νέα δομή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο και να επαναφέρει τους εκπαιδευτικούς στα συνδικάτα τους, θα ήταν να γίνει η κάθε σχολική μονάδα ο πρωτοβάθμιος συνδικαλιστικός πυρήνας, από όπου σταδιακά, θα εκπορευόταν προς τα πάνω η θέληση του εκπαιδευτικού κόσμου σε στενή συνάφεια με την πραγματικότητα της σχολικής ζωής.
             Σίγουρα, υπάρχουν κι άλλα, στα οποία θα μπορούσε κάποιος να σταθεί. Αναφέρθηκα στα κατά τη γνώμη μου σημαντικότερα. Γνωρίζω καλά ότι έχουμε ένα αξιόλογο προσωπικό στην Εκπαίδευσή μας. Πολλοί συνάδελφοι, ιδιαίτερα νέοι με πολλά προσόντα, αγωνίζονται καθημερινά, μέσα σε δύσκολες συνθήκες για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να φροντίσουν ταυτόχρονα για την προσωπική τους βελτίωση. Η Πολιτεία και η κοινωνία πρέπει να ανταποκριθούν στις αγωνίες τους και να σταθούν δίπλα τους. Και ήρθε η ώρα, νομίζω, τώρα που ξεθώριασαν οι όποιες απάτες του νεοπλουτισμού, ο ελληνικός λαός να καταλάβει ότι η Παιδεία πάντα, αλλά ιδιαίτερα σήμερα, είναι ένα αγαθό που έχει την ίδια τουλάχιστον σημασία με τα βασικότερα: το ψωμί και το νερό!
 Θωμάς Πεχλιβάνης, Δρ Ν. Ε. Φιλολογίας, Προϊστάμενος Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δ. Ε. Θεσσαλίας/www.larissanet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :