Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Ένα στα τρία κορίτσια πιστεύει ότι μερικές φορές φταίνε οι ίδιες, όταν τις χτυπούν οι σύντροφοί τους!

         Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων φαίνεται να διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, όπως καταδεικνύει έρευνα για τη διερεύνηση των στάσεων και της ανοχής των εφήβων απέναντι στην έμφυλη βία, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Youth4Youth, σε πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έρευνα διενεργήθηκε σε δείγμα 700 μαθητών και μαθητριών τεσσάρων Λυκείων της Αττικής.
       Ιδιαίτερα υψηλά είναι τα ποσοστά της ανοχής σε βίαιες συμπεριφορές, ενώ πολλοί μύθοι σε θέματα συντροφικής βίας είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 85,9% των αγοριών, αλλά και το 76,8% των κοριτσιών πιστεύει ότι «ακούγεται πιο άσχημο όταν βρίζει ένα κορίτσι, παρά όταν βρίζει ένα αγόρι». Περίπου στα ίδια ποσοστά, οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι «στα κορίτσια αρέσει να επιδεικνύουν το σώμα τους», ενώ πάνω από το 50% στα αγόρια και άνω του 40% στα κορίτσια θεωρεί ότι «είναι πιο αποδεκτό για ένα αγόρι να έχει πολλές ερωτικές συντρόφους, από ένα κορίτσι».
       Εξίσου δημοφιλής είναι και η άποψη ότι «σε ένα ραντεβού, το αγόρι θα πρέπει να πληρώνει όλα τα έξοδα».Το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα διευρύνεται στο ερώτημα για το αν τα «αγόρια είναι καλύτεροι αρχηγοί από τα κορίτσια», με σχεδόν το 65% των αγοριών να δηλώνει ότι συμφωνεί, ενώ το ποσοστό αυτό στα κορίτσια είναι μόλις 11%.
        «Από την έρευνα, προκύπτει ότι οι έφηβοι έχουν πιο στερεοτυπικές αντιλήψεις, από τις έφηβες» τόνισε η ψυχολόγος και επικεφαλής της ομάδας που πραγματοποίησε την έρευνα Κική Πετρουλάκη. «Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τα κορίτσια λειτουργούν συμπληρωματικά σε πολλές στερεοτυπικές απόψεις των αγοριών, παρά το γεγονός ότι αυτές εκφράζονται σε βάρος τους» παρατήρησε. Αγόρια και κορίτσια δείχνουν, εξάλλου, ιδιαίτερα ανεκτικά στην ψυχολογική και τη λεκτική βία, όταν αυτή περιορίζεται στις φωνές, ενώ η κόκκινη γραμμή και για τα δύο φύλα φαίνεται να είναι η προσβολή μπροστά σε τρίτους. Και για τα δύο φύλα, οι φωνές δικαιολογούνται όταν το έτερον ήμισυ γκρινιάζει ή δεν συμπεριφέρεται με σεβασμό.
         Πλειοψηφική είναι η άποψη- όχι μόνο στα αγόρια αλλά και τα κορίτσια- ότι «είναι εντάξει για ένα αγόρι να θέτει περιορισμούς στην κοπέλα του για το τι θα φορέσει», ενώ και τα δύο φύλα δέχονται, σε ποσοστό κοντά στο 40%, ως φυσιολογικό τον περιορισμό για το πού θα πάνε. Η σωματική βία δικαιολογείται για το 36% των αγοριών και το 29% των κοριτσιών, στην περίπτωση της ερωτικής απιστίας.
         Υψηλά είναι και τα ποσοστά ανοχής στη σεξουαλική βία. Σχεδόν ένα στα δύο αγόρια πιστεύει ότι «είναι εντάξει για ένα αγόρι να πιέσει ένα κορίτσι να έχουν ερωτική επαφή, εάν βγαίνουν μαζί ή εάν εκείνη φλερτάρει μαζί του όλο το βράδυ». Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι την ίδια άποψη έχει και ένα στα πέντε κορίτσια. Σε συντριπτικά ποσοστά, είναι αποδεκτός από αγόρια και κορίτσια ο μύθος ότι «οι περισσότερες γυναίκες ανησυχούν για το εάν αρέσουν στους άνδρες» και ότι «μερικές φορές, με τον τρόπο που ντύνονται, τα κορίτσια προκαλούν τη σεξουαλική επιθετικότητα των αγοριών».
      Υψηλά ποσοστά συγκεντρώνουν και οι απόψεις ότι «εάν ένα αγόρι ζηλεύει πολύ την κοπέλα του, αυτό αποδεικνύει ότι ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτήν» και ότι «οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να κακοποιηθούν σεξουαλικά από έναν άγνωστο, παρά από κάποιον που γνωρίζουν». Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι το γεγονός ότι ένα στα δύο αγόρια, αλλά και ένα στα τρία κορίτσια, πιστεύουν ότι «μερικές φορές, φταίνε τα κορίτσια όταν τις χτυπούν οι σύντροφοί τους». «Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι οι πολλές στερεοτυπικές αντιλήψεις αναπαράγονται» δήλωσε η Κ. Πετρουλάκη. «Ακόμη κι αν αλλάζουν κάποια στερεότυπα, πρέπει να γίνει πολλή δουλειά ακόμη, σε χρονικό ορίζοντα δεκαετιών» πρόσθεσε.
 kathimerini.gr

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Η απουσία τρυπάει τα κόκκαλα, ροκανίζει την ψυχή...

      Όταν ο έρωτας πεθαίνει, κανείς δε νοιάζεται για το χωρισμό. Ο πόνος χρειάζεται φωτιά, για να τρυπώσει. Όταν περάσει ο καιρός και τα πάθη καταλαγιάσουν, η εικόνα ξεθωριάζει, αλλά η πληγή ποτέ δεν κλείνει.
      Η νοσταλγία της ξεχασμένης Εδέμ είναι μαζί φάρμακο, αλλά και φαρμάκι για τον άνθρωπο. Κανείς δεν παραιτείται ποτέ από το απόλυτο, όσο κι αν φωνάζει το αντίθετο. Ίσως, έχουν δίκιο όσοι λένε ότι κινεί τα νήματα του έρωτα η λαχτάρα μας να ξαναγίνουμε παιδιά, που μας φροντίζουν ή ο πόθος μας να υποταχτούμε, όπως έλεγε ο Νίτσε. Αγώνας για εξουσία ή ένα καμουφλαρισμένο παιγνίδι, για να προσεγγίσουμε το μισητό εαυτό; Τα πράγματα δεν είναι απλά και σίγουρα χρειάζεται γενναιότητα, για να ρισκάρεις και να δοθείς.
      Κατά περίεργο τρόπο, ο έρωτας νομιμοποιεί όλα τα απαγορευμένα του κόσμου τούτου και φοβίζει τις απανταχού αρχές, γιατί είναι πάνω από τον έλεγχο και το νόμο΄ είναι η μεγαλύτερη εξουσία. Το εγώ καθαγιάζεται κι αυτό είναι σχεδόν αποδεκτό, όπως συμβαίνει μόνο στην παιδική ηλικία. Το εμείς είναι μια νέα οντότητα που αναπτύσσεται και δεν έχει παρελθόν. Συχνά, δεν έχει και μέλλον, αλλά κανείς δεν τολμά να το ομολογήσει.
Σοφία Κανιάκα

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Ευγενία Φακίνου:«ο συγγραφέας γράφει συνεχώς το ίδιο βιβλίο»

       Κυρία Φακίνου,μετά από τόσα χρόνια στον χώρο της συγγραφής τι νιώθετε στο άκουσμα και μόνο του ονόματος «λογοτεχνία;»
      Για μένα «λογοτεχνία» είναι τα βιβλία που διαβάζω και αγαπώ, όλοι οι αγαπημένοι συγγραφείς, τα λογ
      Πιστεύετε ότι η σημερινή πληθώρα της λογοτεχνικής παραγωγής υποθάλπει την ποιότητα ή ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο αποτελεί τη δύναμή της;
     Μιλάτε για «πληθώρα παραγωγής» αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό συνέβαινε κυρίως στη δεκαετία του '90. Σήμερα οι εκδότες έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγή τους .Δε νομίζω πάντως ότι η πληθώρα μειώνει την ποιότητα. Ό,τι ψάχνει κανείς βρίσκει. Υπάρχει κοινό για όλα τα είδη.
    Αν θα έπρεπε να απομονώσετε μια στιγμή, ένα γεγονός από τα παιδικά σας χρόνια που μέχρι σήμερα, είτε το αναπολείτε, είτε απλώς σήμαινε πολλά για την προσωπική σας ανέλιξη, ποιο θα ήταν αυτό;
       Νομίζω ότι το μπαλκονάκι του σπιτιού μου έπαιξε ρόλο .Καθόμουν εκεί με τις ώρες και παρατηρούσα ό,τι γινόταν στο δρόμο. Πολλά περιστατικά από εκείνη την εποχή, πέρασαν στα βιβλία μου. Τότε, βεβαίως, δε γνώριζα ότι αυτή η παρατήρηση, ήταν στην πραγματικότητα «συγκέντρωση υλικού».
       Επισκέπτεστε την Αίγυπτο; Είναι ακόμη δυνατοί οι δεσμοί με τη χώρα του Νείλου;
       Από την Αλεξάνδρεια έφυγα βρέφος και δεν ξαναπήγα ποτέ. Ό,τι θυμάμαι προέρχεται από τις διηγήσεις της μητέρας μου, τα φαγητά που έφτιαχνε, τις μυρωδιές από τα εξωτικά φρούτα που έφταναν από 'κει.
       Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία που καταβάλει έναν συγγραφέα, όταν ολοκληρώνεται ένα συγγραφικό έργο;

      Πιστεύω ότι πρώτα είναι αν κατάφερε ν' αποδώσει με λέξεις αυτό που είχε ως όραμα στο μυαλό του, και κατά δεύτερον αν θα μπορέσει ν' αγγίξει και τον αναγνώστη. Οι νεότεροι συγγραφείς
βιάζονται να αποκαθηλώσουν τους μεγαλύτερούς τους καθώς θεωρούν ότι αντιστρατεύονται την ανανέωση.
     Είναι πρόκληση για εσάς αυτή η πραγματικότητα;
     Μα, αυτό είναι σχεδόν νομοτελειακό. Κάθε γενιά πιστεύει ότι είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Σίγουρα είναι διαφορετική, επειδή διαφορετικές είναι και οι κοινωνικές συνθήκες.
    Θα' θελα ένα σχόλιο επάνω στο θέμα του διαλόγου ανάμεσα στη γενιά που αποχωρεί σταδιακά από το προσκήνιο και σ' εκείνη που αναλαμβάνει δράση. Η σχέση των γενεών μ' απασχολεί από πολύ παλιά. Θυμίζω και το Έβδομο Ρούχο. Το «σπάσιμο» της παράδοσης, η διαρκής συνομιλία διαφορετικών γενεών, εξακολουθεί να μ' ενδιαφέρει. Πιστεύω ότι δε μπορεί να υπάρξει συνέχεια χωρίς σκυτάλη από τους παλαιότερους στους νεότερους. Βεβαίως οι νεότεροι θα κρατήσουν αυτά που τους χρειάζονται για να δημιουργήσουν τη δική τους πρόοδο.
    Στην Ελλάδα του σήμερα τι ακραίο ή μη σας ενοχλεί; Και πού θα μπορούσε να φτάσει -όχι μια πόλη πλέον, μα ένα ολόκληρο έθνος σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης; Μ' ενοχλούν πολλά στην Ελλάδα του σήμερα. Ένα απ' αυτά είναι η ευτέλεια. Ένα άλλο, η ευκολία. Όλοι θέλουν να πετύχουν γρήγορα και άκοπα, κάτι που δε μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα.
   Από την παραγωγή της ελληνικής πεζογραφίας των τελευταίων δέκα περίπου χρόνων ποιον/ποιους συγγραφείς ή έργα έχετε ξεχωρίσει;
   Ας μιλήσω καλύτερα για συγγραφείς. Οι παλαιότεροι εξακολουθούν να γράφουν, ο καθένας με τις συγγραφικές του εμμονές. Εμφανίστηκε το φαινόμενο του Νίκου Θέμελη, βιβλία που αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό και επαινέθηκαν από τους κριτικούς. Προστέθηκαν αρκετοί νέοι συγγραφείς με ελπιδοφόρα βιβλία. Καλά πάμε.
  Όλοι οι ενήλικες που αναλώνονται σε εγωισμούς, κυνήγι του πλούτου, ή ψυχολογικά κλεισίματα, ήσαν κάποτε παιδιά που αναλώνονταν σε θυσίες, κυνήγι της χαράς και άνοιγμα στον φίλο τους. Τι δεν πήγε καλά στο μεσοδιάστημα, και άλλαξαν τόσο πολύ;
  Να παρατηρήσω ότι δεν είναι έτσι ΟΛΟΙ οι μεγάλοι. Μπορεί να είναι οι περισσότεροι αλλά πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και - ελπίζω- θα υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις. Άνθρωποι που έχουν οράματα, ενδιαφέρονται για την κοινωνία και φροντίζουν τους διπλανούς τους και τους φίλους τους. Η εξέλιξη του κάθε ενός από εμάς είναι προσωπική υπόθεση.
   Ποιος είναι ο στόχος ενός συγγραφέα όταν γράφει ένα βιβλίο; Είναι απλά μια εσωτερική του ανάγκη ή υπάρχουν στόχοι άλλοι ποιο βαθιοί οι οποίοι είναι φυλαγμένοι στα πρόσωπα, τους ήρωες του βιβλίου του;

     Όταν ο συγγραφέας γράφει, σκέφτεται αδιαλείπτως το θέμα του, και πώς θα το προσεγγίσει επιτυχέστερα. Το γιατί επέλεξε αυτό το θέμα, μπορεί και ο ίδιος να μην το γνωρίζει. Προσωπικά πιστεύω στις συγγραφικές εμμονές. Δηλαδή, ένας συγγραφέας γύρω από ένα-δυο θέματα τριγυρίζει διαρκώς. Υπάρχει και μια γενική θεωρία που λέει ότι «ο συγγραφέας γράφει συνεχώς το ίδιο βιβλίο».Γράφουμε για πράγματα που συνειδητοποιούμε, αλλά είναι βέβαιο ότι αναδύονται και καλά κρυμμένα μυστικά, εννοώ υποσυνείδητα, που δε δέχονται να παραμείνουν στο σκότος.
    Έχουν τα πρόσωπα την δυνατότητα να ατενίσουν τον κόσμο στον οποίο είναι πλασμένοι από τον Θεό να ζήσουν; Έρχονται αντιμέτωποι μαζί του και φωτίζονται από αυτόν ή τους βλέπουμε να ζουν ανεξάρτητα από Αυτόν;
    Ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για πρόσωπα που ο συγγραφέας επέλεξε για τους δικούς του λόγους να αναδείξει. Και οι συγγραφικοί ήρωες δημιουργούνται για να εξυπηρετήσουν το θέμα, το όραμα του συγγραφέα. Μπορεί ένας συγγραφέας να περιγράφει με πραγματικά όμορφο τρόπο την ψυχολογία των χαρακτήρων του τις εναλλαγές της διάθεσης, τους μέσα στον χώρο και τον χρόνο, να περνάει καλά, άσχημα, να αγαπά, να μισεί να προβληματίζεται; Αυτό εξαρτάται από τη συγγραφική επάρκεια του κάθε συγγραφέα. Κανονικά πρέπει να είναι σε θέση να περιγράψει τους ήρωές του σωστά, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, χρόνο ή χώρο. Σας διαβεβαιώ ότι στη διάρκεια της συγγραφής, ο συγγραφέας ταυτίζεται λιγότερο ή περισσότερο με τους ήρωές του.
    Υπάρχει μια θεραπεία του μέσα από όλα αυτά;
    Όχι, δεν υπάρχει θεραπεία, διότι τότε θα σταματούσε να γράφει. Υπάρχει παρηγορία. Κάτι προσπαθούμε να παρηγορήσουμε όλοι μας. Άλλοτε το γνωρίζουμε κι άλλοτε όχι. Άλλοτε το ομολογούμε στον εαυτό μας κι άλλοτε όχι. Να θυμάστε, ότι δε γράφουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι. Νικόλαος Διακογιάννης/ tera-amou.pblogs.gr

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Για μας μέλλον θα είναι, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά με τα πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας και πάρουν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους!

      Υπάρχουν τρεις γυναίκες: 73, 54 και 48 ετών. Συνελήφθηκαν από την αστυνομία, γιατί εξέδιδαν πλαστά πιστοποιητικά με τα οποία βεβαίωναν ότι μικροί μαθητές αντιμετώπιζαν προβλήματα δυσλεξίας, προκειμένου να απολαμβάνουν απαλλαγής από γραπτές εξετάσεις.
        Αυτή είναι καλή δουλειά. Η απαλλαγή πάντα πλήρωνε εξαιρετικά. Στην Ελλάδα η έννοια της απαλλαγής δεν ξεκλειδώνει, απλώς, την πόρτα της επιτυχίας. Στην Ελλάδα η απαλλαγή είναι τρόπος ζωής. Δεν νομίζω ότι το θέμα είναι μόνο οικονομικό. Είναι πλέον και ψυχολογικό. Μπορείς να κοπιάζεις, να ιδρώνεις, να αγωνιάς, μόνο και μόνο για να απαλλάσσεσαι από κάπου. Απαλλάσσεσαι από φορολογικές υποχρεώσεις, από τέλη και χαρτόσημα, από τη στρατιωτική θητεία, από ασφαλιστικές εισφορές, ενίοτε από συζυγικά ή οικογενειακά καθήκοντα – η απαλλαγή είναι πάντα εκτιμητέα.
         Όμως εδώ δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά. Έχουμε μία περίπτωση απαλλαγής από γραπτές εξετάσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι τρεις κυρίες έχουν διαθέσει, με το αζημίωτο φυσικά, εκατοντάδες πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας. Διέθεταν κέντρο λογοθεραπείας και εφοδίαζαν με αυτά τους πελάτες τους. Τα πιστοποιητικά έφεραν σφραγίδες δημόσιων νοσοκομείων και δεν έχει διευκρινιστεί αν ήταν πλαστές ή αν, κατά κάποιον τρόπο, είχαν την «έγκριση» των κατάλληλων ανθρώπων.
      Αν είσαι μαθητής, το πιστοποιητικό δυσλεξίας σού λύνει πολλά προβλήματα. Δεν συμμετέχεις σε εξετάσεις και οι καθηγητές υποχρεούνται να σε αντιμετωπίσουν διαφορετικά. Ομοίως, αν είσαι μαθητής, είναι σχετικά δύσκολο να αγοράσεις μόνος σου ένα πλαστό πιστοποιητικό δυσλεξίας. Σε έχει πάρει ο γονιός από το χέρι και το αγοράσατε μαζί. Δεν μιλάμε για λίγες περιπτώσεις. Μιλάμε για εκατοντάδες περιπτώσεις διαφθοράς που άνθισαν μέσα στο βασικό κύτταρο της κοινωνίας μας, στην τιμημένη ελληνική οικογένεια.
     Αγνοώ πόσα παιδιά έκαναν την πρώτη κομπίνα της ζωής τους στο σχολείο. Πιστεύω, όμως, ότι αυτά που ξεκίνησαν με τη χρήση πλαστού εγγράφου μπήκαν στην κούρσα της ζωής με μεγαλύτερα εφόδια. 
     Προσπαθώ να αθροίσω περιπτώσεις και να τις ταξινομήσω ανά κομπίνα. Δεν βγαίνει άκρη. Υγιείς ανάπηροι, ανοιχτομάτηδες τυφλοί, νεκροί συνταξιούχοι, βρέφη με στυτική δυσλειτουργία. Όταν ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας ζει με πλαστά πιστοποιητικά, τότε που να βρεθεί αέρας να αναπνεύσει η αλήθεια;
       Λένε ότι ο λαός μας έχει ένα υπέροχο πρόσωπο. Δεν το βλέπω, αλλά το πιστεύω. Παρακολουθώ, λοιπόν, τη συζήτηση για τα αποτελέσματα της συνόδου κορυφής και προσπαθώ να τσιμπήσω και εγώ κανένα ψίχουλο ελπίδας. Ανάπτυξη. Ναι, φυσικά. Το θέμα είναι πώς κάνεις ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις, πώς δημιουργείς πρόοδο, όταν η διαφθορά έχει διαποτίσει ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Ξέρω, θα πείτε ότι πρόκειται για παράσιτα που σταδιακά αποξηλώνονται. Δεν είναι ακριβώς έτσι.

       Έχετε διαβάσει ανακοίνωση κόμματος που να καταδικάζει τα φαινόμενα μαζικής διαφθοράς; Δύσκολο να τη βρείτε. Τα κόμματα μέμφονται αορίστως τη δυσλειτουργία των μηχανισμών και την αποτελεσματικότητα του κράτους. Πόσο υποκριτικό!
      Και πάντα θα καταδικάζονται οι κυρίες που εξέδιδαν τα πλαστά πιστοποιητικά, αλλά η μομφή προς όσους έκαναν χρήση θα μετριάζεται, θα μπαίνει κάτω από ένα «έλα, μωρέ, ας πιάσουν πρώτα τα μεγάλα λαμόγια και μετά τον κοσμάκη».
      Κάπως έτσι ακούμε τη συζήτηση που γίνεται στη γειτονιά, αλλά αρνούμαστε να κουβεντιάσουμε μέσα στο σπίτι μας. Ειλικρινά, τώρα, νομίζετε ότι μας αφορά στα σοβαρά η ευρωπαϊκή συζήτηση περί ανάπτυξης, όταν ακόμα δεν γνωρίζουμε πόσοι παίρνουν παρανόμως αναπηρικές συντάξεις;
      Δύο χρόνια σέρνεται αυτή η ιστορία και μόλις πριν από λίγες μέρες ο υπουργός Υγείας δήλωσε ότι εκείνοι που ενέκριναν τα επιδόματα πρέπει να ανησυχούν. Ναι, ήδη τους διαπερνούν ρίγη. Αν θέλεις στα αλήθεια να τσιμπήσεις όλους αυτούς θα πρέπει να αδειάσεις την Αμυγδαλέζα από τους μετανάστες, μήπως και κάνεις χώρο για να τους βάλεις. Λέτε να πετύχουμε καλύτερους όρους δανεισμού, όταν δεν έχει γίνει μία αποκρατικοποίηση ή μία τολμηρή μεταρρύθμιση; Δεν αντιλαμβανόμαστε το μέλλον όπως οι άλλοι. Για μας μέλλον θα είναι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά με τα πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας και πάρουν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους.
 Κώστας Γιαννακίδης/athensvoice.gr

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Σώτη Τριανταφύλλου:«Σε ανώριμες χώρες, όπως η δική μας, όποιος δεν συμφωνεί με την κυρίαρχη τάση- πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, κόμμα- θεωρείται αιρετικός»

   
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια η Σώτη Τριανταφύλλου ήταν κυρίως γνωστή για τα μυθιστορήματά της, έχοντας μάλιστα καταφέρει κάτι δύσκολο, να πετύχει την αποδοχή και από τους κριτικούς αλλά και από το κοινό. Λίγοι Έλληνες συγγραφείς έχουν καταπιαστεί με τόσο διαφορετικές περιόδους ή έχουν κάνει τόσο ενδελεχή ιστορική έρευνα.      
     Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει καταφέρει να περιγράψει εξίσου καλά τη ροκ μελαγχολία της Νέας Υόρκης, την ιστορία μιας αστικής οικογένειας Αιγυπτιωτών τον 20ό αιώνα, ακόμα και το Λονδίνο της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα.      
      Η ίδια περνάει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας, Παρισιού και Νέας Υόρκης.Το ένατο μυθιστόρημά της που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο Για την αγάπη της γεωμετρίας έχει ως ηρωίδα την Ανατολή Μπότσαρη, ένα κορίτσι με φοβερή αδυναμία στη γεωμετρία, που μεγαλώνει σε μια μεσοαστική, πλην αριστερή οικογένεια τη δεκαετία του ‘70.   
 -Τι κάνεις τώρα στη Νέα Υόρκη;  Τι είναι αυτό που σε κάνει να φεύγεις τόσο συχνά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα;
 -Αυτήν τη στιγμή κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου: ένα ηλιόλουστο, χειμωνιάτικο απόγευμα. Εργάζομαι σ’ ένα δημόσιο λύκειο, όπου διδάσκω αμερικανική ιστορία. Στη Νέα Υόρκη έρχομαι σχεδόν κάθε χρόνο. Άλλοτε μένω για μήνες, άλλοτε λιγότερο. Ζω ανάμεσα σε τρεις πόλεις στις οποίες έχω σπουδάσει και από τις οποίες έχω αποκομίσει πάρα πολλές εμπειρίες. Η Νέα Υόρκη, το Παρίσι και η Αθήνα είναι το σπίτι μου. Ωστόσο, οι πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι παραμένουν στην Αθήνα. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την παιδική μας ηλικία.
-Και σε αυτό το βιβλίο, όπως και σε πολλά ακόμα βιβλία σου, η ηρωίδα έχει εμμονή με το ροκ εν ρολ, κάτι που είναι και προσωπική σου μανία. Πιστεύεις ότι κάθε συγγραφέας περνάει ενδόμυχα τις εμμονές του στα βιβλία του;
 - Μάλλον έτσι είναι. Αλλά, παρότι μανία, όπως λες, το ροκ εν ρολ λείπει εντελώς από πολλά βιβλία μου. Στην περίπτωση του Για την αγάπη της γεωμετρίας ήταν απαραίτητο, διότι αποτελούσε κομμάτι της ζωής της Ανατολής Μπότσαρη και της δεκαετίας του ’70. Ισοδυναμούσε με μια επαναστατική πράξη.
  -Πιστεύεις ότι η μουσική μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή μας ;Υπάρχει κάποιο μουσικό κομμάτι που να σου άλλαξε τη ζωή;
-Τίποτα δεν με κάνει ευτυχέστερη από το ροκ εν ρολ. Τίποτα! Όταν πρωτοάκουσα Έλβις Πρίσλεϊ, κατάλαβα το μυστήριο της σεξουαλικότητας. Αυτό κι αν ήταν «αλλαγή»!

- Γιατί διάλεξες να γράψεις ένα βιβλίο για μια ηρωίδα που αγαπά τόσο τη γεωμετρία; Σε προσωπικό επίπεδο, ποια η σχέση σου με τα μαθηματικά; Σημειώνεις στον επίλογο ότι «η ζωή είναι μια μορφή γεωμετρικής δομής». Θεωρείς ότι σχετίζεται η μαθηματική σκέψη με τη συγγραφή;
 -Αγαπούσα πολύ τη φυσική και τη χημεία, γι’ αυτό σπούδασα Φαρμακευτική. Εκείνη την εποχή, για να μπούμε στη Φαρμακευτική, δίναμε εισαγωγικές εξετάσεις στη φυσική, τη χημεία και την έκθεση, δηλαδή στα μαθήματα στα οποία έσκιζα. Είχα κάτι θριαμβικό σχετικά μ’ αυτά τα μαθήματα, μια αίσθηση παντοδυναμίας... «Όλα τα λύνω! Βάλτε μου το δυσκολότερο πρόβλημα!», κάτι τέτοιο. Πιστεύω στη θετική σκέψη και τη λογική: η συγγραφή πρέπει να βασίζεται σε μια δομή, αλλιώς πελαγοδρομούμε, γράφουμε ό,τι μας κατέβει, κάτι που αποτελεί γνώρισμα της ελληνικής προχειρογραφίας.
-Έχεις σημειώσει ότι το νέο σου βιβλίο είναι ένα «προσωπικό χρονικό». Αλλά και το «Ο χρόνος πάλι» ήταν αυτοβιογραφικό. Τι είναι αυτό που σε έχει ωθήσει σε βιβλία πιο αυτοβιογραφικά; Το πέρασμα του χρόνου; Η ανάγκη επανεξέτασης της ελληνικής πραγματικότητας;
-Τα βιβλία όλων μας εμπνέονται από τον εαυτό μας. Το στοίχημα είναι να μετουσιώνονται σε κάτι ευρύτερο απ’ το προσωπικό βίωμα. Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, το Αύριο, μια άλλη χώρα, όλα, χωρίς εξαίρεση -να μην τα απαριθμώ τώρα, είναι και πολλά-, σχετίζονται με προσωπικές εμπειρίες. Και συχνά έχουν εκληφθεί ως εκδοχές αυτοβιογραφίας, αλλά βεβαίως δεν είναι. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία γίνονται μυθιστορηματικό υλικό. Και στο φόντο υπάρχει ένας κοινωνικός ιστός, κάτι που εκτυλίσσεται σε ευρύτερη κλίμακα και δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον άνθρωπο.
 -Διαβάζοντας το βιβλίο, μου έκανε εντύπωση πως η Ανατολή συνεχίζει να αναπαράγει το οικογενειακό μοτίβο, ψάχνει ουσιαστικά τον άντρα-δυνάστη που θα την καταπιέσει και θα την ταλαιπωρήσει. Γιατί;
-Διότι αυτό συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Οι άνθρωποι, για να απελευθερωθούν από τραυματικά μοτίβα, πρέπει να υποβληθούν σε ψυχανάλυση ή κάτι τέτοιο. Σπάνια απαλλάσσονται από αυτά μόνο με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή είναι η «τραγωδία» της Ανατολής: συναντά το ίδιο πρότυπο, τον ίδιο μηχανισμό. Ακόμα και η εμπειρία της στο Χάρβαρντ είναι η αποτυχημένη αψηφισιά μιας «αρχής», μιας εξουσίας πολύ ισχυρότερης από την ίδια.
- Αναφέρεις στον επίλογο ότι αποφάσισες να γράψεις μια ερωτική ιστορία σαν αθλητικό ρεπορτάζ, αλλά άλλαξες γνώμη. Γιατί;
-Δεν είναι παρά μια παιγνιώδης φράση, απ’ αυτές που γράφουν οι συγγραφείς. Το Για την αγάπη της γεωμετρίας δεν είναι βέβαια μια ερωτική ιστορία. Είναι η αφήγηση μιας μεγάλης, συντριπτικής αποτυχίας. Όπως σ’ ένα ντέρμπι, όπου ηττάται το φαβορί.
- Γιατί όμως να διαλέξεις μια αποτυχημένη ερωτική ιστορία; Διάβασα κάπου ότι θεωρείς τον έρωτα υπερτιμημένο, ότι για σένα είναι μια πλάνη. Ισχύει;
-Οι «επιτυχημένες» ερωτικές ιστορίες δεν αποτελούν υλικό μυθοπλασίας. Για να υπάρξει μυθοπλασία χρειάζεται σύγκρουση, αντιξοότητα. Πράγματι, θεωρώ τον έρωτα υπερτιμημένο, αλλά όχι «πλάνη». Δεν είχα ποτέ ρομαντικά όνειρα, ούτε μεγάλες προσδοκίες. Έτσι, δεν έχω απογοητευτεί καθόλου από τη ζωή κι από τους ανθρώπους. Τα αισθήματα είναι ατελή, οι άνθρωποι είμαστε ατελείς. Δεν πειράζει. «Θα χάσεις αυτούς που αγαπάς –όλους στο τέλος, θα χάσεις τον εαυτό σου και τη γη». Υπάρχει μια ματαιότητα στην τελευταία πρόταση του βιβλίου, σε όλο το βιβλίο γενικότερα, και στη στάση της ηρωίδας, που σχεδόν «μυρίζει» παραίτηση. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ο θάνατος. Ούτε αυτό πειράζει.

- Κάτι που μου έκανε εντύπωση είναι ότι με τον τρόπο που είναι κατασκευασμένοι οι ήρωες του βιβλίου είναι σαν να χτυπάς κατά κάποιο τρόπο την Αριστερά. Οι αριστεροί χαρακτήρες (Λευτέρης Μπότσαρης, Μιχάλης) είναι από οπισθοδρομικοί και βίαιοι έως μικροαστοί και μικροπρεπείς. Γιατί;  -Γιατί όχι; Οι Αριστεροί μπορούν να είναι εξίσου οπισθοδρομικοί και βίαιοι με τους Δεξιούς.
-Πάντως, γράφεις συχνά κατά της Αριστεράς, καταλογίζοντάς της ότι είναι οπισθοδρομική και συντηρητική. Μοιάζει να σε απασχολεί ιδιαίτερα.
 -Είμαι ιστορικός και ως ιστορικός έχω ασχοληθεί με ορισμένα πεδία περισσότερο από ό,τι με άλλα. Ένα από αυτά είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά και οι ιδεολογικές της περιπλανήσεις και πλάνες. Δεν θεωρώ τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ «αριστερά» κόμματα. Τα θεωρώ παλαιοκομμουνιστικά ή σοσιαλφασιστικά. Δεν είναι το ίδιο. Η Αριστερά σέβεται τη δημοκρατία, ενώ αυτά τα κόμματα ερωτοτροπούν με ολοκληρωτικές ιδέες και πρακτικές. Πράγματι, σε καταστάσεις κλυδωνισμών οι ψηφοφόροι κινούνται προς τα άκρα. Έτσι κι αλλιώς, η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση. Ζει ακόμα σε μετεμφυλιακό περιβάλλον, πιστεύει ότι η ήττα των κομμουνιστών το 1949 αποτελεί εθνική τραγωδία. Στην πραγματικότητα, εθνική τραγωδία είναι ο ίδιος ο εμφύλιος πόλεμος που δεν έχει τελειώσει ακόμα.
 - Γιατί πιστεύεις ότι δεν έχει τελειώσει; Διότι δεν έχει αναλυθεί, δεν έχει τοποθετηθεί με δικαιοσύνη στην ιστορία και στη συλλογική μας μνήμη. Τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν κατασκευάσει έναν μύθο στον οποίον προσκολλώνται και τον οποίο χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν βλακώδεις πράξεις.
-  Μιλάς πολύ συχνά για την Αριστερά, αλλά λιγότερο για τη Δεξιά. Ποια πιστεύεις ότι είναι τα χαρακτηριστικά της ελληνικής Δεξιάς;  -Η ελληνική Δεξιά δεν είναι ένα συμπαγές σώμα. Υπάρχουν φιλελεύθεροι Δεξιοί «αστικής» προέλευσης, υπάρχουν λαϊκιστές επαρχιώτες, υπάρχουν παλαιοδεξιοί εθνικιστές, υπάρχουν παιδιά και εγγόνια δωσίλογων και δημίων. Υπάρχουν Δεξιοί που μοιάζουν με Αριστερούς και Αριστεροί που μοιάζουν με Δεξιούς. Τα όρια είναι ασαφή και οι ιδέες αλληλοεπικαλυπτόμενες.
- Για πολλούς οι απόψεις σου είναι «κόκκινο πανί». Γράφεις, μεταξύ άλλων, κατά της Αριστεράς, κατά της Εκκλησίας, κατά της τεκνοποίησης. Τα τελευταία χρόνια έχεις δεχτεί ανελέητη κριτική, σε έχουν απειλήσει, έχεις πέσει ακόμα και θύμα επίθεσης. Γιατί συμβαίνει αυτό τώρα; Τι έχει αλλάξει;
 -Πράγματι, γράφω περισσότερο για την πολιτική απ’ όσο παλιότερα, διότι αυτό μου ζητείται και μου επιτρέπεται σήμερα. Παλιότερα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά μού ζητούσαν διαφορετική θεματολογία. Για χρόνια οι άνθρωποι δεν ήθελαν να διαβάζουν για την πολιτική. Συχνά, όταν έγραφα πολιτικά κομμάτια, επενέβαινε ένα είδος λογοκριτή: «Τα παραλές!». Και ιδού τα αποτελέσματα της χώρας μας! Ωστόσο, όλα αυτά τα πολλά χρόνια έγραφα για τα αμερικανικά θέματα, μια κι έχω ειδίκευση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τον παθολογικό και τυφλό αντιαμερικανισμό που επικρατεί στην Ελλάδα και εκείνη η αρθρογραφία ήταν «κόκκινο πανί». Απλώς, δεν είχαν αναπτυχθεί τόσο το ίντερνετ και η ανωνυμία, η οποία επιτρέπει τις αντιδράσεις που επιτρέπει. Σε ανώριμες χώρες, όπως η δική μας, όποιος δεν συμφωνεί με το mainstream (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, κόμμα) θεωρείται αιρετικός. Το λέει η λέξη: καλούμαστε ν’ ανήκουμε σε μια θρησκεία. Δεν ανήκω πουθενά. Ήμουν πάντα ένας ελεύθερος άνθρωπος και σέβομαι όλες, μα όλες, τις απόψεις. Όποιος με γνωρίζει προσωπικά το γνωρίζει κι αυτό. Όσο για την «ανελέητη κριτική», ειλικρινά δεν δίνω δεκάρα. Ζω τη ζωή μου με απόλυτη αταραξία.
 lifo.gr

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Προβληματίζουν τα συμπεράσματα από την εκπόνηση της ερευνητικής εργασίας στην Α' Λυκείου

         Δύο-τρεις μελετηροί μαθητές... κυνηγούσαν τους υπολοίπους στα διαλείμματα, για να οργανώσουν την κοινή, ερευνητική τους εργασία. Από την άλλη, οι περισσότεροι έκαναν τις εργασίες τους με τη μέθοδο του «copy-paste» των πηγών της βιβλιογραφίας, που τους πρότειναν οι καθηγητές.  
      Πρόκειται για δύο από τα βασικά συμπεράσματα που εξάγονται από την πρώτη υλοποίηση, από τους μαθητές της Α΄ Λυκείου, της ερευνητικής εργασίας. Κάθε αρχή και δύσκολη, βέβαια, για ένα σημαντικό εγχείρημα, το οποίο όμως αντιμετωπίζει μεγάλα εμπόδια κατά την υλοποίησή του στο ελληνικό σχολείο, όπου οι μαθητές δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται μεταξύ τους και να αξιοποιούν τις πηγές.
        Ειδικότερα, η ερευνητική εργασία καθιερώθηκε από φέτος ως υποχρεωτικό μάθημα και για τις τρεις τάξεις του Λυκείου. Η αρχή έγινε, εύλογα, από τους μαθητές της φετινής Α΄ Λυκείου. Στο πλαίσιο του μαθήματος οι μαθητές -ανά τετράμηνο- επέλεξαν προς ανάπτυξη ένα θέμα. Οι ερευνητικές εργασίες έγιναν υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσότερων καθηγητών, που είναι πιθανόν να επιμορφώθηκαν, αλλά όχι σίγουρο, και αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο. Μία από τις εργασίες σε κάθε σχολείο μπορεί να γίνεται στα αγγλικά. Ο βαθμός του μαθήματος προσμετράται ισότιμα με τους βαθμούς των άλλων μαθημάτων.
     Ουσιαστικά, για πρώτη φορά οι μαθητές, δουλεύοντας σε ομάδες, καλούνται να αξιολογήσουν πληροφορίες και να τις συνθέσουν σε μία εργασία. Στόχος είναι η ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές, η εκπαίδευσή τους, ώστε να αξιοποιούν άλλες πηγές γνώσης πλην του σχολικού βιβλίου, η ανάπτυξη συνεργατικότητας και πνεύματος ομαδικότητας.Μάλιστα, η ερευνητική εργασία εφαρμόζεται σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη.

 «Οι συμμαθητές μου, με τους οποίους ανέλαβα την ερευνητική εργασία -το θέμα της ήταν η σχολική βία- δεν ήθελαν τελικά να συνεργαστούν. Μάλλον δεν κατάλαβαν το περιεχόμενο του μαθήματος, που μας ζητούσε να προστρέξουμε σε πηγές (εγκυκλοπαίδειες, Ίντερνετ, Τύπος) και αφού μελετήσουμε για το θέμα να οδηγηθούμε στα δικά μας συμπεράσματα. Εμένα όμως μου άρεσε πολύ η διαδικασία. Ετσι έκανα σχεδόν μόνη τη δουλειά» ανέφερε, μιλώντας στην «Κ», η 15χρονη Μαρία, μαθήτρια Α΄ Λυκείου σε ιδιωτικό λύκειο της Αθήνας.
        «Τελικά, το βασικό μήνυμα που πέρασε στους μαθητές είναι η αξία της συνεργασίας. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα. Όμως, όπως φάνηκε κατά τη διαδικασία εκπόνησης της εργασίας, τα παιδιά δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται στο σχολείο» τόνισε, από την πλευρά της, η καθηγήτρια σε λύκειο του Ωρωπού, Ντίνα Λάκκη, η οποία ανέλαβε τον συντονισμό ερευνητικής εργασίας, που μάλιστα έγινε στα αγγλικά. Το μήνυμα της συνεργασίας, που πέρασε στα παιδιά, είναι ένα -έστω μικρό- θετικό βήμα. 
    Δυστυχώς όμως, απαιτούνται πολλά βήματα, ώστε στο μέσο ελληνικό σχολείο οι μαθητές να μάθουν να αντιμετωπίζουν τα μαθήματά τους, όχι ως ύλη προς αποστήθιση, αλλά ως γοητευτική γνώση. «Μόνο το 20% με 25% των μαθητών προσέγγισαν το θέμα της ερευνητικής εργασίας με κριτική σκέψη. Οι υπόλοιποι έκαναν αντιγραφή, από διάφορες πηγές, κειμένων σχετικών με το θέμα» προσθέτει η ίδια, για να διαπιστώσει ότι «δεν αρέσει στους μαθητές να δουλεύουν κριτικά. Δεν έχουν μάθει από το σχολείο να επεξεργάζονται κείμενα και να εκφράζουν την άποψή τους. Τους βολεύει η στεγνή παπαγαλία»...
Απόστολος Λάκασας/kathimerini.gr

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Οι Πορτογάλοι βιώνουν την κρίση, αλλά υποφέρουν χωρίς αντιδράσεις, χωρίς θυμό, με σιωπή και συγκατάβαση...

     Η Λισσαβώνα του 2012 έχει τόσα πρόσωπα, όσοι και οι ήρωες που εμπνεύστηκε ο Πεσόα.Ελάχιστα άδεια μαγαζιά. Κάποια συσσίτια, που διανέμονται τα βράδια. Μερικοί άστεγοι, κυρίως μετανάστες. Χαμηλή εγκληματικότητα. Ηρεμία και τάξη. Και όμως. Ένα χρόνο μετά το Μνημόνιο, η πορτογαλική κοινωνία έχει υποφέρει πολύ.  
     Οι μισθοί μειώθηκαν σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τα δώρα κόπηκαν, αργίες καταργήθηκαν, η ανεργία έφτασε το 15% –αριθμός ρεκόρ– όπως και η ύφεση, η οποία για το τρέχον έτος υπολογίζεται στο 3%. Η κυβέρνηση, με την στήριξη της αντιπολίτευσης, κέρδισε τους επαίνους της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας αλλά όχι την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την εκεχειρία των αγορών. Η  βελτίωση της ανταγωνιστικότητας εξακολουθεί να είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας.           
     Στην Αθήνα νιώθει κανείς στο πετσί του την οργή. Στη Λισσαβώνα, δεν υπάρχει θυμός. Ούτε αντίδραση. Μόνο ένα συγκαταβατικό βλέμμα. Επικρατεί η συμμόρφωση, η παραίτηση, η εσωστρέφεια. Όχι το ορθόδοξο «έχει ο θεός» αλλά το καθολικό «τα βάσανα είναι μέρος της ενάρετης ζωής».
       Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Έλληνα από τον Πορτογάλο; Το ταμπεραμέντο; Η θρησκεία; Η μακρινή και πρόσφατη ιστορία; Η στάση ζωής; Γιατί, αν και οι δύο χώρες συναντιούνται στον ίδιο σφυγμό της κρίσης, έχουν τόσο αντίθετη ρότα; Είσαστε πολλά βήματα μπροστά μας» λέει ο Αντόνιο Πίντο Ριμπέιρο,  μπλόγκερ, συγγραφέας, λέκτορας σε διεθνή πανεπιστήμια και επιμελητής στο Ιδρυμα Γκουλμπενκιάν.«Βέβαια, υπάρχουν και μεγάλες διαφορές.
       Μη θεωρήσετε ότι εδώ δεν υπάρχουν σκάνδαλα ή διαφθορά. Κακές πολιτικές επιλογές. Ένας από τους κύριους λόγους που οδηγηθήκαμε στην κρίση είναι τα χρέη των νοικοκυριών. Βέβαια, γίνομαι έξαλλος, όταν πάνε να φορτώσουν τα πάντα στους πολίτες. Σαφέστατα ξόδευαν πολύ παραπάνω απ’ ό,τι κέρδιζαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποπληρωμή δανείων και καρτών τούς στερεί πάνω από το 70% του ήδη μειωμένου μισθού τους. Όμως, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, οι τράπεζες έκαναν τα πάντα για να σπρώξουν τον συντηρητικό και συγκρατημένο μέσο Πορτογάλο σε μια ανεύθυνη καταναλωτική συμπεριφορά. Και το πέτυχαν με εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, στεγαστικά. Σε αυτό τον εκμαυλισμό των πολιτών, προσθέστε και τον αθρόο κρατικό δανεισμό κι έχετε τη συνταγή της καταστροφής».
 
      Ο Έλληνας λέει ανοιχτά και απερίφραστα τη γνώμη του και συγκρούεται με τους άλλους. Ο Πορτογάλος δεν θα τοποθετηθεί ευθέως. Θα βάλει στα λόγια του ένα “ίσως”, ένα διφορούμενο στοιχείο».Οι διαδηλώσεις είναι πάντα ήρεμες.Τα πλάνα που δείχνει η τηλεόραση από τα επεισόδια της Αθήνας μάς σοκάρουν. Δεν μπορούμε να ταυτιστούμε με τον θυμό σας. Πολλοί θεωρούν ότι αν χρεοκοπήσετε, θα μας πάρετε στον λαιμό σας.
       Όμως, η Ευρώπη είναι μια οικογένεια και δεν μπορείς να πετάξεις ένα μέλος έξω από το σπίτι, χωρίς να μείνουν βαθιά τραύματα. Πρέπει να σας στηρίξουμε. Εγώ, από το δικό μου μετερίζι, δίνω αγώνα να εξηγήσω στους συμπατριώτες μου τι είναι η σύγχρονη Ελλάδα, μακριά από τα στερεότυπα.Και στην Πορτογαλία έχουμε φτώχεια. Αλλά κρύβεται μέσα στα σπίτια, βιώνεται με ντροπή και ψευτοπερηφάνια. Η μεσαία τάξη εξαφανίζεται. Όμως, δεν υπάρχει καμιά αντίδραση. Μοιάζουμε με κάποιες ηρωίδες των φάδος, που τις κακοποιεί ο εραστής τους αλλά εκείνες συνεχίζουν να τον λατρεύουν και να λένε ότι θα παραμείνουν δίπλα του για πάντα...».  
     «Η Πορτογαλία –όπως και η Ελλάδα– μπήκε στην Ε.Ε. με πολλές ελπίδες μας λέει ένας φίλος δημοσιογράφος. Μέσα σε λίγα χρόνια, οι παραγωγικές δομές άλλαξαν. Ενώ ήμαστε αγροτική και ναυτική χώρα, η οικονομία μας στράφηκε στις υπηρεσίες. Τα χωριά ερήμωσαν και σήμερα εισάγουμε πολλά αγροτικά προϊόντα από χώρες του εξωτερικού. Πολλοί αγρότες προτίμησαν τις επιχορηγήσεις από το να καλλιεργούν τα χωράφια τους. Το ίδιο και οι ψαράδες. Το μόνο που απέμεινε είναι οι καλές μας εξαγωγές, κυρίως στην ένδυση, την υπόδυση και την υφαντουργία, που ακόμα πάνε καλά. Τα χρήματα των ευρωπαϊκών ταμείων έγιναν δρόμοι, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι τα περισσότερα μέλη της τότε κυβέρνησης ήταν πολιτικοί μηχανικοί. Όμως, το οδικό δίκτυο δεν σε βοηθάει να γίνεις πιο παραγωγικός και ανταγωνιστικός...».      
       Για τον πεπειραμένο δημοσιογράφο, η καταστροφή δεν ήρθε μόνο από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, αλλά και από το λάιφσταϊλ που έφερε το ευρωπαϊκό χρήμα: «Επικράτησε μια άποψη ότι το μόνο που αξίζει είναι η επιτυχία και η κατανάλωση. Μέχρι το 1985, οι Πορτογάλοι αποταμίευαν το 25% των εισοδημάτων τους. Το 1990, το 10% και μετά το 7%. Τώρα όλοι χρωστάμε στις τράπεζες.
     Η έννοια της οικογένειας άλλαξε. Οι νεόπλουτοι Πορτογάλοι ξεφορτώθηκαν τους γονείς, τους οποίους έκλεισαν σε γηροκομεία. Σήμερα τους ξαναθυμούνται διότι έχουν ανάγκη από τις συντάξεις τους. Σύμφωνα με στατιστικές, υπάρχουν 1.000.000 ηλικιωμένοι που ζουν στο όριο της φτώχειας. Χτίστηκαν νέα εμπορικά κέντρα με φίρμες που μας μύησαν στον καταναλωτισμό. Οι πλούσιες χώρες του Βορρά μας έστελναν τα προϊόντα και τα αγαθά τους κι εμείς αγοράζαμε σαν τρελοί. Όπως και η Ελλάδα, έτσι κι εμείς αγοράσαμε ένα γερμανικό υποβρύχιο. Το δικό μας δεν γέρνει, αλλά τι να το κάνουμε; Δεν μας απειλεί κάποιος εχθρός. Η κρίση που ζούμε είναι και δική μας ευθύνη, αλλά είναι “made in EU”».

          Και τώρα τι θα κάνουν οι Πορτογάλοι; «Θα ζήσουν με το Mνημόνιο χωρίς να διαμαρτύρονται», λέει ο έμπειρος δημοσιογράφος. «Όλοι αναγνωρίζουμε ότι ξοδεύαμε παραπάνω και ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Αρχίζει να διαφαίνεται μια τάση αλληλεγγύης στους πιο αδύναμους, όπως η φετινή καμπάνια της τράπεζας τροφίμων για τους φτωχούς, που πήγε καλύτερα από κάθε άλλη φορά.   
        Το 80% των Πορτογάλων ψήφισε κόμματα που στηρίζουν τη λιτότητα, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση ανατροπής. Ακόμα κι αν οι αριθμοί δεν δείχνουν βελτίωση των δεικτών –το αντίθετο, μάλιστα– δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Όσο για τους Πορτογάλους πολιτικούς, που παντού κερδίζουν εύσημα για τη συναίνεση, μόνο μία έξυπνη κίνηση έκαναν. Ενώ η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, κρατήθηκαν με νύχια και με δόντια, να μη μπούμε πρώτοι στο Μνημόνιο. Η στάση αυτή τους δικαίωσε. Γιατί η Ελλάδα έγινε όντως το πειραματόζωο».
      Η Ιζαμπέλ Κρουζ Αλμέιδα,διευθύντρια του πιο δημοφιλούς Μνημείου της Λισσαβώνας, του Monasterio de Jeronimos λέει:«Βιώνουμε μια δύσκολη κατάσταση.Όμως, ξέρετε, η ιστορία της χώρας μου είναι πολυκύμαντη. Ήμαστε μια τεράστια αυτοκρατορία με καραβέλες, που έφευγαν από το Μπελέμ κι έφταναν στις Ινδίες και στην Αμερική. Ζήσαμε μια πενηντάχρονη δικτατορία τον 20ό αιώνα. Χάσαμε τις αποικίες και τη δεκαετία του 1970, έφτασε ένα κύμα 1.000.000 προσφύγων από την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη. Το απορροφήσαμε, χωρίς να διαλυθεί το κράτος. Σε όλη μας την πορεία είχαμε χρυσές και σκοτεινές σελίδες. Μάθαμε όμως την τέχνη του βίου. Πιστεύω, λοιπόν, ότι και τώρα θα αντέξουμε. Εμείς οι Πορτογάλοι ξέρουμε να αντέχουμε...»
Μαργαρίτα Πουρνάρα/kathimerini.gr

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί τυφλότητος»

       Σε μια πόλη της σύγχρονης Πορτογαλίας, σ ένα φανάρι του δρόμου ένας οδηγός ξαφνικά χάνει το φως των ματιών του, γίνεται τυφλός. Ασφαλώς προκαλείται κυκλοφοριακό πρόβλημα. Όσοι περιμένουν από πίσω βεβαίως και ανυπομονούν και μετά το πρώτο ξάφνιασμα ο παθών οδηγείται στο σπίτι του από κάποιον άγνωστο, που τελικά δεν χάνει την ευκαιρία να του κλέψει το αυτοκίνητο!
     Αυτή είναι η πρώτη σκηνή του βιβλίου, η αρχή μιας επιδημίας τύφλωσης που θα εξαπλωθεί με γρήγορους ρυθμούς στην πόλη και στη χώρα (και ποιος ξέρει πού αλλού), και θα φέρει μέγιστες ανατροπές στη ζωή των ανθρώπων, έτσι όπως την ήξεραν. Εμείς ως αναγνώστες παρακολουθούμε  μια ομάδα από ανθρώπους που τυφλώθηκαν διαδοχικά και βρέθηκαν μαζί λόγω περίστασης (μαζί και το θύμα αλλά και ο δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου), με έναν οφθαλμίατρο, ο οποίος τυφλώθηκε κι αυτός, αλλά η σύζυγός του όχι.
       Αυτή η γυναίκα είναι η μοναδική που διατηρεί την όρασή της σε όλη την ιστορία. Μεταδοτική λοιπόν η τυφλότητα και η κυβέρνηση διατάσσει εγκλεισμό και απομόνωση των τυφλών. Οι δυσκολίες όμως είναι πολλές και αφορούν τον τρόπο που φρουρούνται, που τρέφονται, που αφοδεύουν, ή πεθαίνουν κλπ. Χαρακτηριστικές οι σκηνές που τυφλώνονται οι φύλακες ή και ο ίδιος ο υπουργός την ώρα του διαγγέλματος για τα μέτρα εκτοπισμού.
     Στη «Σπιναλόγκα» τους λοιπόν οι τυφλοί, που όλο και πληθαίνουν, πρέπει να οργανώσουν τη ζωή τους, να διαχειριστούν ζητήματα εξουσίας και δύναμης (και έξωθεν και ανάμεσά τους), φυλετικών διακρίσεων και σεξουαλικών στερεοτύπων, αισθημάτων ανάγκης ή επιλογής, έρωτα, αγάπης, βίας, συγγνώμης, προστασίας των παιδιών και πολλών  άλλων που θα λέγαμε ότι συνιστούν όλο το πλέγμα της κοινωνικής ζωής. Τυφλοί βέβαια και κωμικοτραγικοί, ταπεινωμένοι από την ανημπόρια τους, άλλες φορές εξυψωμένοι ακριβώς από την «καθαρότητα» των επιλογών τους (στο σκοτάδι, για παράδειγμα μπορούν να αγαπηθούν και οι ασχημότεροι και οι γεροντότεροι), αντιμετωπίζουν πρωτότυπα στην μορφή αλλά «πάγια» στην ουσία τους προβλήματα.

      Καταλυτική και ίσως απαραίτητη για την πλοκή και την εξέλιξη, η «βλέπουσα» σύζυγος του οφθαλμιάτρου, που –μάλλον όχι τυχαία- έχει και μια «βλέπουσα» ψυχή. Πρόκειται για μια φιγούρα με ιδιαίτερες αρετές, που παίζει ηγετικό ρόλο στις εξελίξεις, πέρα από την πρακτικά αναπόφευκτη ισχύ της. Την ιδιαιτερότητά της την κρατά κρυφή από τους άλλους πλην του άνδρα της. Ό,τι κάνει το κάνει να φαίνεται σαν να είναι κι αυτή τυφλή.
         Η αφήγηση του Σαραμάγκου είναι ποταμός, με τους διαλόγους να ενσωματώνονται στην αφήγηση, διανθισμένη αυτή από σχόλια του συγγραφέα που είναι ποτισμένα με ένα γλυκόπικρο φιλοσοφημένο χιούμορ. Μαζί του παρακολουθούμε με «ψύχραιμη» στοργή τα τυφλά βήματα της συντροφιάς, σε μια χώρα που όπως φαίνεται τυφλώθηκε ολοσχερώς, σ έναν κόσμο τρομακτικό και άγνωστο. Όχι, δεν πρόκειται για ένα απλοϊκό σχήμα «έχασαν το φως τους και βρήκαν την αλήθεια». Η τυφλότητα απογυμνώνει κάποια πράγματα και ο πόνος της προκαλεί κάποιες «αποκαλύψεις». Αλλά η συνταγή δεν είναι απλή, όπως δεν είναι και οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει μονοσήμαντο «τέλος» ούτε λύτρωση με την έννοια μιας καθολικής αλήθειας. Δεν κερδίζουν οι «καλοί» για να χάσουν οι «κακοί». Το παιχνίδι συνεχίζεται…
       Πολλά «επίπεδα» και «δρόμοι» ανοίγονται, διαβάζοντας αυτήν την ιστορία. Ο τρόπος που μας την αφηγείται ο Σαραμάγκου είναι λεπτά ειρωνικός, αλλά και τρυφερός, χωρίς τίποτα πομπώδες, χωρίς μελό, χωρίς μεγαλοστομίες. Θα μπορούσαμε βέβαια να αισθανθούμε ότι ο αφηγητής ουσιαστικά είναι η γυναίκα που διατηρεί την όρασή της, αυτή είναι ο μοναδικός αυτ-όπτης μάρτυρας. Ίσως όμως έτσι, παρατηρώντας την κι αυτήν ο συγγραφέας, χωρίς να την βάλει σε πρώτο πρόσωπο, την προστατεύει από την …απαίτησή μας να αναλύσει περισσότερο τη δική της θέση. Είναι βέβαια μια ιδιαίτερη ηρωίδα, αλλά έτσι, κρατά μια θέση στην ιστορία διακριτή μεν, αλλά διακριτικά «ισόποση»..
 Κ.Μόντη,vivlio.blogspot.gr

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Μήπως είσαι από τους παλιούς;


      Όσοι γεννήθηκαμε  μέχρι το 1970 ήμασταν συνηθισμένοι στην αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά από το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες υποχρεωτικό μεσημεριανό ύπνο, για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί, για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.
      Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες, χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
        Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα, για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο, αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά.    
       Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια, όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις, παρά μόνο τον εαυτό σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.

        Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.. Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν, για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα, γιατί μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
       Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε -σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι, για να μας επιβλέπουν.Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

        Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ, για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
        Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα και όχι πιάνοντας κουβέντα γραπτώς σε κάποιο chat room.  Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...
www. newsbomb.gr

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Δεν υπάρχει «Θεός της Ελλάδας»

     
      Στην Ελλάδα υπάρχει μια κακή συνήθεια. Κάθε φορά που δεν μας αρέσει το μήνυμα, «πυροβολούμε» τον αγγελιαφόρο. Αυτό που κυρίως μας αρέσει και στο οποίο έχουμε αναπτύξει σπουδαίες δεξιότητες –η αλήθεια είναι– είναι να κρύβουμε το κεφάλι μέσα στην άμμο, πιστεύοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόβλημα, που βρίσκεται εκεί δίπλα μας, δεν μας αφορά, εξαφανίζεται ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, δεν υπήρξε ποτέ.
      Κάποια στιγμή, όμως, ο χρόνος περνάει, η ανάσα «κονταίνει», το κεφάλι βγαίνει από την άμμο στον αέρα και το πρόβλημα όχι απλώς παραμένει εκεί, αλλά έχει μεγαλώσει. Και καλούμαστε εκ των πραγμάτων, κάποια στιγμή, να φερθούμε, ως λαός, σαν ενήλικες. Αντιλαμβανόμενοι ότι «εκεί έξω» δεν υπάρχει ένα υπέρτατο ον, που πολλοί το έχουν βαφτίσει κιόλας «Θεό της Ελλάδας», πιστεύοντας ακράδαντα σ’ αυτό και θεωρώντας ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί και θα μας σώσει από την καταστροφή. «Θεός» που να μοιράζει... ευρώ δεν υπάρχει, αποδεδειγμένα.Και όσοι τον περιμένουν, καλά θα κάνουν να αρχίσουν να πιστεύουν και στις προφητείες που προβλέπουν το τέλος του κόσμου προς το τέλος του έτους. Τουλάχιστον «θα πάμε» μαζί με όλους τους άλλους, αν αυτό τους παρηγορεί κάπως.
       Οι υπόλοιποι πάλι θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πιο ώριμα. Και να αντιλαμβανόμαστε ότι για να φτάσει η Κριστίν Λαγκάρντ στις αδικαιολόγητες, όντως, υπερβολές της συνέντευξής της στον «Γκάρντιαν» σημαίνει ότι κάποιοι προσπαθούν πλέον, διά της προκλήσεως έστω, να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Ίσως η λύση του ηλεκτροσόκ για ένα λαό που εξακολουθεί να πιστεύει ότι «οι Ευρωπαίοι απλώς μας εκβιάζουν, αλλά στο τέλος θα γίνει το δικό μας», είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αφού όλες οι άλλες απέτυχαν. Ως γνωστόν, ακόμα και τώρα, πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι «και τα λεφτά θα πάρουμε και στο ευρώ θα μείνουμε και το Μνημόνιο θα καταργήσουμε».
    Και μ’ ένα μαγικό τρόπο, θα επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ή και παλαιότερα, όταν το κοινοτικό χρήμα έρρεε άφθονο, είχε τη λογική των «δανεικών και αγύριστων» και καμιά τρόικα δεν ζητούσε μέτρα, πληρωμές και μεταρρυθμίσεις. Τότε, δηλαδή, που ο «Θεός της Ελλάδας» γιορταζόταν καθημερινά και αδιαλείπτως, σε όλη την επικράτεια, από το πρωί ως (αργά) το βράδυ, σε διάφορα «κέντρα –και παράκεντρα– πολιτισμού», που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του «κέντρου» και της περιφέρειας, για να «πνίγουν» οι Έλληνες τους όποιους καημούς σε ουίσκι, έχοντας παρκαρισμένα απέξω 4x4, τζιποειδή και άλλα πολυτελή τετράτροχα.
 Γιώργος Μαντέλας, kathimerini.gr

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Η ιστορία του ανθρώπινου σώματος

         Όταν ο Delacroix έγραφε γι' «αυτό το θαυμαστό ποίημα, το ανθρώπινο σώμα», απηχούσε την κεντρική θέση που κατέχει το σώμα, ντυμένο και γυμνό, στη σύγχρονη δυτική τέχνη. Πραγματικό και υλικό, το σώμα γίνεται στην τέχνη τόπος της φαντασίας, όπου συμφύρονται, για αρκετούς αιώνες, η ιδέα ενός σώματος, που αναπαριστά τον κόσμο σε μικρογραφία, και η ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα αποτελεί την υπενθύμιση της θείας μορφής (πλασμένο κατ' εικόνα του Θεού).
      Ωστόσο, αν η τέχνη προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία απεικονίσεων του σώματος, τόσο η πρόσληψη και η απεικόνιση του σώματος στη σύγχρονη εποχή όσο και οι ποικίλες πρακτικές, όπου εμπλέκεται το σώμα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους επιστημονικές θεωρίες που αναπτύσσονται σχετικά με το ανθρώπινο σώμα. Για παράδειγμα, τον 16ο και 17ο αιώνα, η καθαριότητα του σώματος, συνδέεται με την αντίληψη ότι το ζεστό νερό διεισδύει στο σώμα και κάνει τα όργανα ευάλωτα, γιατί αφήνει τους πόρους ανοικτούς σε μολύνσεις.
       Ο Διαφωτισμός τον 18ο αιώνα, ασκώντας κριτική στη θρησκεία που κάποτε έφθασε ώς την αθεΐα και εισάγοντας νέες αξίες και νέες αντιλήψεις, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια σημαντική αλλαγή στα ήθη που συμπεριλάμβανε και τη στάση απέναντι στο σώμα. Ο θρίαμβος της επιστήμης παραγκωνίζει τότε κάθε μεταφυσική ενασχόληση και επιβάλλει την ιδέα της πλήρους ορθολογικότητας της πραγματικότητας. H γνώση του ανθρώπου αναδεικνύεται σε κύριο αντικείμενο της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης: το ανθρώπινο πνεύμα, το ανθρώπινο σώμα και το ανθρώπινο είδος αποτελούν τους βασικούς πόλους της σκέψης του Διαφωτισμού. Τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά και η επιστήμη της Ανθρωπολογίας, ως μια γενική επιστήμη του ανθρώπου που περιλαμβάνει τη φυσική ανθρωπολογία, αλλά και την εθνολογία και τη γλωσσολογία.

      Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ανθρωπολογία ήταν μια «φυσική ιστορία του ανθρώπου». Ηδη από τον 17ο αιώνα είχαν συγκροτηθεί οι επιστήμες του σώματος - η ανατομία κυρίως - ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ως οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα ο πληθυσμός. Με την πτώση του Παλαιού Καθεστώτος το 1789 και μέσα στο πλαίσιο της ιδεολογίας της ισότητας, η υγιεινιστική φροντίδα για το σώμα θεωρείται κοινωνικό αγαθό στο οποίο έχουν δικαίωμα όλοι, ακόμη και οι κατώτερες τάξεις.    
         H Βιομηχανική Επανάσταση και η ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος αποδίδουν στο σώμα μια τελείως νέα λειτουργία: το ανθρώπινο σώμα, σαν μηχανή, πρέπει να ενταχθεί αποτελεσματικά στην παραγωγική διαδικασία, η δύναμή του να αιχμαλωτιστεί και να χρησιμοποιηθεί ορθολογικά στο νέο οικονομικό σύστημα. Αυτή η νέα οικονομική λειτουργία του ανθρώπινου σώματος, το ενδιαφέρον της πολιτείας για θέματα διαχείρισης του πληθυσμού και των ποικίλων μεταβλητών του (γεννητικότητα, θνησιμότητα, υγεία και ασθένειες, διατροφή και κατοικία κλπ.), η οργάνωση των εθνικών στρατών και ο νέος ρόλος του πολίτη-στρατιώτη και, τέλος, το νέο παιδαγωγικό ενδιαφέρον για τη διάπλαση των παιδιών που ενσωματώνει τη σωματική άσκηση είναι κάποιες από τις παραμέτρους που οριοθετούν την αλλαγή στις αντιλήψεις για το σώμα και την αποδέσμευση από την παραδοσιακή χριστιανική κοσμοθεωρία.
        Το σώμα, το οποίο αποτελούσε τον τελευταίο ομόκεντρο κύκλο της ιδιωτικότητας, όπου η είσοδος ήταν απαγορευμένη, εκτίθεται στο εξής όλο και περισσότερο στο βλέμμα και τη μελέτη. Μέσα στον 20ό αιώνα, η μελέτη του σώματος παύει να είναι αποκλειστικά βιολογική-ιατρική. Οι χρήσεις και οι αναπαραστάσεις του σώματος γίνονται πλέον το αντικείμενο νέων προσεγγίσεων, καταρχάς από την ανθρωπολογία και την ιστορία. Οι προσεγγίσεις αυτές επισημαίνουν ότι το σώμα είναι κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν, φορέας και παραγωγός σημασιών και ότι συνεπώς δεν έχει καθολικό και ουδέτερο χαρακτήρα. Οι σύγχρονοι γάλλοι ιστορικοί εμπνέονται από το έργο του Ν. Elias για τη «διαδικασία πολιτισμού», που δείχνει τη βαθμιαία αυτο-πειθάρχηση του σώματος μέσα από την επιβολή των κανόνων καλής συμπεριφοράς, καθώς και από το έργο του Μ. Foucault, ο οποίος ανέδειξε την εμπλοκή του σώματος σε σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας μελετώντας τις τεχνικές ελέγχου και επιτήρησης στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

       Στο πλαίσιο αυτό, το άρρωστο σώμα, το σώμα που πονά, οι χειρονομίες, η φροντίδα και ο καλλωπισμός του σώματος, η ευχαρίστηση και η ηδονή, η σεξουαλικότητα, το σώμα που πειθαρχεί και υποτάσσεται σε κανόνες, το σώμα που γυμνάζεται αποτελούν ποικίλες όψεις της ιστορικότητας του σώματος, οι οποίες έχουν προκαλέσει έρευνες και μελέτες. H ιστορία του σώματος είναι μια ιστορία της υλικής αμεσότητας και της πολιτισμικής ποικιλίας. Πρωταρχικό στοιχείο της ταυτότητας, ενσάρκωση του εγώ, με την παραπλανητική του οικειότητα και «φυσικότητα», το σώμα μας είναι ένας τόπος της ιστορίας, «το αίμα και η σάρκα της».
Χριστίνα Κουλούρη/ tovima.gr

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Άκου ανθρωπάκο!

         «Δε σ’ αγαπούν ανθρωπάκο, σε περιφρονούν, επειδή περιφρονείς τον εαυτό του. Σε ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά. Γνωρίζουν τις χειρότερες αδυναμίες σου, όπως θα έπρεπε να τις γνωρίζεις εσύ. Σε θυσίασαν σ’ ένα σύμβολο κι εσύ τους έδωσες τη δύναμη να σ’ εξουσιάζουν. Εσύ ο ίδιος τους αναγόρευσες αφεντικά σου και συνεχίζεις να τους στηρίζεις, παρόλο που πέταξαν τις μάσκες τους.
       Στο είπαν κατάμουτρα: «Είσαι και θα είσαι πάντα κατώτερος, ανίκανος να αναλάβεις την παραμικρή ευθύνη». Κι εσύ τους αποκαλείς καθοδηγητές και σωτήρες και φωνάζεις «ζήτω, ζήτω».Σε φοβάμαι, ανθρωπάκο. Σε τρέμω, επειδή από σένα εξαρτάται το μέλλον της ανθρωπότητας. Σε φοβάμαι επειδή το κυριότερο μέλημα σου στη ζωή είναι να δραπετεύεις από τον εαυτό σου. Είσαι άρρωστος, ανθρωπάκο, άρρωστος βαριά. Δε φταις εσύ γι’ αυτό, μα έχεις υποχρέωση να γιατρευτείς. Θα ’χες από καιρό αποτινάξει τα δεσμά σου, αν δεν ενθάρρυνες ο ίδιος την καταπίεση και δεν τη στήριζες άμεσα με τις πράξεις σου.
Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο: επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά. To σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο.

       Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω. Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ’χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.
Θα σου δώσω ένα παράδειγμα της σκέψης σου:
«Για όλα φταίνε οι Εβραίοι», λες.
«Τι είναι ο Εβραίος;» σε ρωτώ.
«Κάποιος που στις φλέβες του κυλάει εβραϊκό αίμα», απαντάς.
«Και πώς ξεχωρίζεις το εβραϊκό αίμα από το αίμα των άλλων;» Η ερώτηση σου προκαλεί σύγχυση. Μπερδεύεσαι, κομπιάζεις.
Ύστερα λες, «Εννοούσα ότι ανήκει στην εβραϊκή φυλή».
«Τι είναι η φυλή;», σε ρωτώ.
«Η φυλή; Αυτό είναι προφανές. Όπως υπάρχει γερμανική φυλή, έτσι υπάρχει κι εβραϊκή».
«Και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της εβραϊκής φυλής;»
«Ο Εβραίος έχει μαύρα μαλλιά, μακριά, γαμψή μύτη και δια-περαστικό βλέμμα. Οι Εβραίοι είναι άπληστοι και κεφαλαιοκράτες».
«Αν δεις ένα Γάλλο της Μεσογείου ή έναν Ιταλό δίπλα σ’ έναν Εβραίο, θα τον ξεχωρίσεις;»
«Ε, όχι, για να είμαι ειλικρινής...»
«Τότε, λοιπόν, τι είναι ο Εβραίος; To αίμα του δε διαφέρει από το αίμα των άλλων. Η εμφάνισή του δε διαφέρει από εκείνη ενός Γάλλου ή ενός Ιταλού. Και μια και το ’φερε η συζήτηση, έχεις δει Γερμανοεβραίους;»
«Μοιάζουν με τους Γερμανούς».
«Τι είναι ο Γερμανός;»
«Ο Γερμανός ανήκει σιη βόρεια φυλή των Αρίων».
«Οι Ινδοί είναι Άριοι;»
«Ναι».
«Είναι βόρειοι;»
«Όχι».
«Είναι ξανθοί;»
«Όχι».
«Βλέπεις; Δεν ξέρεις καν ποιος είναι ο Εβραίος και τι ο Γερμανός».
«Μα, υπάρχουν Εβραίοι!»
«Ασφαλώς και υπάρχουν. Όπως υπάρχουν Χριστιανοί και Μωαμεθανοί».
«Σωστά! Να, αυτό εννοούσα, την εβραϊκή θρησκεία».
«Ήταν Ολλανδός ο Ρούσβελτ;»
«Όχι».
«Και γιατί ονομάζεις τον Εβραίο απόγονο του Δαβίδ κι όχι τον Ρούσβελτ Ολλανδό;» «Με τον Εβραίο είναι διαφορετικό».
«Σε τι διαφέρει;»
«Δεν ξέρω».
Τέτοιες κουταμάρες λες, ανθρωπάκο.
         Και με τέτοιες κουταμάρες, συγκροτείς ένοπλες συμμορίες που σκοτώνουν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους επειδή είναι Εβραίοι κι ας μην ξέρεις να μου πεις τι είναι ο Εβραίος.
Να γιατί γελάνε μαζί σου. Να γιατί όποιος θέλει να κάνει κάτι σοβαρό σε αποφεύγει. Να γιατί είσαι χωμένος στο βούρκο μέχρι το λαιμό. Όταν αποκαλείς κάποιον «Εβραίο», αισθάνεσαι ανώτερος.
Αισθάνεσαι ανώτερος, επειδή νιώθεις κατώτερος. Νιώθεις κατώτερος, επειδή εκείνο που θέλεις να εξοντώσεις στους ανθρώπους που αποκαλείς Εβραίους, είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Και τούτο είναι απλά ένα δείγμα του τι είσαι στ’ αλήθεια, ανθρωπάκο.
        Όταν αποκαλείς κάποιον περιφρονητικά «Εβραίο», η αίσθηση της μηδαμινότητάς σου ξαλαφρώνει. Αυτό το ανακάλυψα μόλις πρόσφατα. Αποκαλείς Εβραίο όποιον σου εμπνέει είτε υπερβολικό, είτε ελάχιστο σεβασμό. Σαν να ’σαι αντιπρόσωπος κάποιας ανώτερης δύναμης επί της γης, ανέλαβες να αποφασίζεις ποιος είναι και ποιος δεν είναι Εβραίος. Αμφισβητώ το δικαίωμά σου να το κρίνεις αυτό, είτε είσαι τιποτένιος Άριος, είτε τιποτένιος Εβραίος. Μόνο εγώ έχω το δικαίωμα να πω τι είμαι. Είμαι βιολογικός και πολιτισμικός μιγάς κι είμαι περήφανος γι’ αυτό. ούτε σωβινιστής όπως εσύ, ασήμαντε φασίστα, όποια κι αν είναι η εθνικότητά σου, η φυλή και η τάξη σου.
Όταν ζεις για μακρύ διάστημα στο βάθος μιας σκοτεινής σπηλιάς θα σιχαθείς το φως του ήλιου. Και το πιθανότερο είναι ότι τελικά τα μάτια σου θα χάσουν τη δύναμη αν αντέχουν. Να γιατί καταλήγουμε να μισούμε το φως του ήλιου».
Βίλχελμ Ράϊχ

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

«Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: άστεγοι,άνεργοι, ανασφάλιστοι και άφραγκοι»

       Νύχτα, στην πλατεία Κλαυθμώνος και οι «θέσεις ύπνου» και τα παγκάκια είναι μοιρασμένα από καιρό. Οι «παλιοί» άστεγοι τα έχουν καπαρωμένα. Οι νέοι βρίσκουν κατάλυμα σε στοές και εισόδους καταστημάτων, κατά προτίμηση κοντά σε φυλασσόμενα κτίρια. Δεν το κάνουν, για να έχουν συντροφιά αλλά διότι η νύχτα είναι άγρια και προτιμούν τοποθεσίες που τις παρακολουθούν και άλλα μάτια. Άλλωστε από καιρό σε καιρό άστεγοι βγάζουν τα μαχαίρια για μια θέση στο παγκάκι. Η εξαθλίωση φέρνει βία.
     Δυτικότερα, στην πολύπαθη πλατεία Ομονοίας, τέσσερις «παλιοί» θαμώνες της κοιμούνται φασκιωμένοι με κουβέρτες πάνω από τις σχάρες του μετρό- ένα από τα λίγα ζεστά σημεία της περιοχής. Απέναντι, σε παρακείμενη στοά, μια ντουζίνα άστεγοι κοιμούνται πάνω σε χαρτόκουτα. Το ίδιο συμβαίνει και σε «καβάτζες» της οδού Αθηνάς και των στενών της γειτονιάς. Κάποιοι ξαπλώνουν στο πεζοδρόμιο, αλλά ο ύπνος τούς παίρνει με δυσκολία, γιατί φοβούνται οτιδήποτε.
       Μερικοί περιφέρονται με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι και μυρίζουν αλκοόλ. Άλλοι μοιάζουν με κορμιά άδεια από ψυχή. Στην άλλη πλευρά του κέντρου, στο Ζάππειο, κάμποσοι άστεγοι προσπαθούν να βολευτούν στα παγκάκια και στα χορτάρια. Κάποιοι μοιράζονται αλκοόλ, για να ζεσταθούν. Γύρω τους δεν κυκλοφορεί ψυχή. Οι περισσότεροι έχουν ψυχολογικά προβλήματα. Δεν γεννήθηκαν όμως με αυτά. Αντίθετα, η πλειονότητά τους τα απέκτησε στην ανέστια περίοδο του δρόμου. Και μάλλον λίγοι θα καταφέρουν να τα ξεπεράσουν...

    Ο κ. Π. Παναγιωτόπουλος , ένας νεοάστεγος, θύμα της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε από την πρώτη γραμμή παραγωγής της οικονομίας στον δρόμο. Είναι 61 ετών, μορφωμένος και αριστερός. Εργάστηκε για τρεις δεκαετίες σε θέσεις ευθύνης του ιδιωτικού τομέα. Και σήμερα είναι, όπως λέει, «άφραγκος, άστεγος, άνεργος και ανασφάλιστος». Είναι ένας εκ των προσωρινών φιλοξενουμένων του ξενώνα του Ερυθρού Σταυρού στην πλατεία Κουμουνδούρου.
       "Σε έναν φόνο δεν φταίει μόνο ο θύτης, αλλά συχνά και το θύμα, που μπορεί να άργησε να αντιδράσει ή να ανέχτηκε καταστάσεις"εξηγεί ο 61χρονος. "Είχα βρεθεί για ημέρες στο δρόμο. Είχα δυσκολία να βρω φαγητό και ήμουν χωρίς νερό. Με αλχημείες προσπαθούσα να επιβιώσω.Είχα βρει μία καφετερία στο κέντρο της Αθήνας. Δίπλα της υπάρχουν τρία ιδρύματα,τα οποία φρουρούνται διαρκώς. Πήγαινα να κοιμηθώ εκεί για σιγουριά.Τη νύχτα τα πράγματα είναι πολύ άγρια. Μπορεί να μπλεχτείς σε διαφορές χωρίς να φταις.Εργαζόμουν σε εταιρεία εισαγωγής ενδυμάτων. Οι δύο συνέταιροι αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Βρέθηκα εκτός...Κατοικούσα σε έναν χώρο και αργότερα βρέθηκα εδώ. Δεν είχα πρόσβαση σε σπίτι, όμως δεν ήθελα να απευθυνθώ σε φίλους και ήμουν μόνος. Έχω πάρει διαζύγιο εδώ και χρόνια και δεν έκανα παιδιά."
    "Η παραμονή μου εδώ στον ξενώνα τελειώνει.Λογικό είναι.Υπάρχει μεγάλη ζήτηση εκεί έξω και το βλέπουμε καθημερινά. Λογικά, θα βρεθώ πάλι έξω. Προσπαθούμε εδώ με τους ανθρώπους του ξενώνα να κάνουμε επαφές με επιχειρήσεις,στέλνουμε βιογραφικά για να βρεθεί μια δουλειά. Όμως, όταν ακούν την ηλικία μου,απαντούν “ψάχνω για κάποιον νεότερο”.Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμουν εδώ.Είχα σπίτι και αυτοκίνητο. Αφιερωνόμουν στη δουλειά και αμειβόμουν με το παραπάνω πάντοτε πάνω από τη συλλογική σύμβαση.Δεν έχουμε να αγοράσουμε ένα τσιγάρο.Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός για έναν άνθρωπο που έχει δουλέψει να ζητά ένα τσιγάρο!"

     "Αυτά που ακούμε στην τηλεόραση για τον ΟΑΕΔ είναι καραμέλες.Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: Άνεργοι, ανασφάλιστοι, άστεγοι και άφραγκοι.Ο ξενώνας δεν έχει τα κονδύλια.Απευθύνομαι και στους έχοντες για να προσφέρουν κάτι, για να μας βοηθήσει ψυχολογικά.Αυτό το πράγμα είναι παράλογο.Μηδενική ευαισθησία από τους εργοδότες. Αυτές οι εκρήξεις που δημιουργούνται θα στραφούν εντέλει εναντίον τους."
        Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση Ρraksis, περί τους 20.000 ανθρώπους στην Ελλάδα στερούνται στέγης.Ανάμεσά τους εντοπίζονται και οι νεοάστεγοι,πολλοί εκ των οποίων μορφωμένοι που φτάνουν στους δρόμους γιατί χάνουν τη δουλειά τους ή δεν καταφέρνουν να βρουν εργασία.Επίσης,ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει το φαινόμενο των απολυμένων λίγο πριν από τη σύνταξη,αλλά και των νέων ανθρώπων που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις βασικές οικονομικές υποχρεώσεις.Άλλες αιτίες είναι τα χαμηλά εισοδήματα,τα προβλήματα υγείας,η χρήση ουσιών,η απουσία οικογενειακού υποστηρικτικού περιβάλλοντος και η μετανάστευση.
         Πρόκειται για έναν «τέταρτο κόσμο» σύγχρονων κλοσάρ,των οποίων τα δημογραφικά, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά αγαθά απέχουν πόρρω από τα παραδοσιακά στερεότυπα του αστέγου.Ο μέσος όρος ηλικίας τους φτάνει τα 47 έτη,ενώ το προσδόκιμο ζωής των αστέγων είναι 20 χρόνια κάτω από τον μέσο όρο.Μάλιστα είναι τέτοια η κατάσταση στους δρόμους,που καταγράφονται έντονες αψιμαχίες για το ποιος θα προλάβει να καπαρώσει ένα παγκάκι για να κοιμηθεί...
www.tovima.gr

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Πού είναι οι διανοούμενοι;

       Από την επιταγή του Πλάτωνα για τη διακυβέρνηση του κόσμου από τους φιλοσόφους έως την κραυγή που ακούγεται τελευταία «πού είναι οι διανοούμενοι, γιατί δεν μιλούν;» είναι πραγματικά μεγάλη η απόσταση. Και είναι σίγουρο πως τώρα, περισσότερο από άλλες ιστορικές στιγμές, και ενώ οι ιδέες κερδίζουν όλο και μεγαλύτερη δύναμη, ο φάρος της σκέψης των πιο ευαίσθητων ηθικά και οξύνοων πολιτικά ανθρώπων μοιάζει θαμπός,pαγκοσμίως.
     Αντίθετα, η φωνή των απανταχού τεχνοκρατών και οικονομολόγων είναι εκκωφαντική. Μονοπωλεί την προβολή. Ποια είναι, όμως, η πολιτική ευθύνη των διανοούμενων; Και καταρχήν υπάρχει; Eίναι αλήθεια πολύ ενδιαφέρον ότι ζήτημα ευθύνης τίθεται σχεδόν αποκλειστικά σε αρνητικά αποτελέσματα.
     Φυσικά, η πολιτική ευθύνη είναι «ένα ζήτημα που δεν αφορά πολίτες, οι οποίοι νιώθουν ότι ζουν παγιδευμένοι μέσα σε ένα κλειστό σύστημα, την κοινωνία και την ιστορία, ή ότι λειτουργούν σαν πιόνια ενός καλά σχεδιασμένου και οργανωμένου παιχνιδιού», όπως λέει ο Θ. Βέικος. Για να νιώσουμε υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση της ιστορίας, πρέπει να είμαστε συνειδητοί παράγοντες.
Η υψηλή αυτογνωσία και η ισχυρή γνώση είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Και είναι κάτι που οι διανοούμενοι διαθέτουν. Έπειτα, αν ο διανοούμενος έχει κύριο πεδίο αναφοράς τη διανοητική καλλιέργεια της κοινωνίας και κατέχει τα όργανα για την ανάλυση της ιδεολογίας και την κριτική της κοινωνικής γνώσης (Chomsky), τότε έχει χρέος περισσότερο από κάθε άλλον πολίτη να μάχεται στο όνομα των πολιτικών και ηθικών αξιών.
     Έχουν οι διανοούμενοι, άραγε, ευθύνη για την παραίτηση ή τη συνθηκολόγηση των πολλών, για τον «αντιδιανοητισμό» των νέων ή για την υποταγή στη μαζική κουλτούρα; Ή μήπως πρέπει να απομακρύνονται από την εμπόλεμη ζώνη και να περιμένουν να καταλαγιάσει η σκόνη, στοχεύοντας στη νηφάλια σκέψη; Μήπως, όμως, και η ουδέτερη στάση ή η σιωπή είναι εντελώς πολιτική στάση; Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Θ. Βέϊκος, «ο φιλόσοφος δεν είναι, βέβαια, ένας «ειδικός» που έχει κατορθώσει να αξιοποιήσει απλά ένα κεφάλαιο ειδικών γνώσεων, όπως ο επιστήμονας, παρά ένας άνθρωπος που έχει πετύχει μεγαλύτερη –άνιση σε σύγκριση με τους άλλους – συμμετοχή σε κοινές αξίες».Αυτό τα λέει όλα...
www.aixmi.gr

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Αν στεγνώσει το μέσα σου, τι τραγούδι να βγει;

- Τι θα αφηγούνται τα εγγόνια σας, μετά από χρόνια, στα δικά τους εγγόνια για τις μέρες που διάγουμε;
      Εγώ θα’ θελα να αφηγούνται αυτό που αφηγούμαι εγώ σ’ αυτά τώρα που είναι μικρά. Κάποτε, στην αγαπημένη μας χώρα ζούσαμε δύσκολα, μας έλειπαν πολλά αλλά δεν μας έλειπε τίποτα. Και μετά ήρθαν άλλες μέρες, ας πούμε εύκολες, όπου είχαμε πολλά αλλά δεν είχαμε τίποτα. Η αξία της ζωής δεν είναι στα υλικά πράγματα. Αυτό θα’ θελα να ακούνε τα μικρά ελληνόπουλα και σ’ αυτό να καταλήξουν, όταν με το καλό γίνουν παππούδες.

- Έχετε αναφέρει πως όταν η Ελλάδα νιώσει το «δεν θέλω να πεθάνω» θα ενεργοποιηθεί για να περισώσει τις σημερινές και τις επόμενες γενιές. Θεωρείτε ότι έχει ακόμη τη δύναμη να το προσπαθήσει;
      Την έχει αυτή τη δύναμη. Πρέπει οι πολίτες να δραστηριοποιηθούν εθελοντικά, γιατί το κράτος δεν μπορεί. Η πόλη δεν μπορεί πια να συντηρήσει τους κατοίκους της. Το οικονομικό μοντέλο που ακολούθησε απ’ τα χρόνια του ’50 – ’60 και μετά, δηλαδή οικοδομές, εργολαβίες κλπ τελείωσε. Τώρα θα μας σώσει η επαρχία. Πρέπει εθελοντικά να αναπτυχθούν σχέδια, να δημιουργηθούν χωριά ή κωμοπόλεις υποδοχής, στην ύπαιθρο. Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι ανέργων που μένει στο Παγκράτι με δύο παιδάκια και έχουν τα πεθερικά στην Κυψέλη με μια σύνταξη, να φύγουν όλοι μαζί και να πάνε σε ένα χωριό ή κωμόπολη υποδοχής, για να αρχίσουν μια μικρή επιχειρησούλα με πολύ μικρές φιλοδοξίες, μ’ ένα πολύ «μικρό» ΑΦΜ, να βγάζουν 1500 ευρώ το μήνα, να παίρνει κι ένα 100ρικο η εφορία, όχι για να περάσουν οι δύσκολες μέρες, αλλά για να αλλάξουν ζωή και ποιότητα. Και να δεσμευτούν όσοι καλλιτέχνες, άνθρωποι του θεάτρου κλπ θέλουν, να περνούν απ’ αυτά τα μέρη της υποδοχής δύο φορές το χρόνο, για να μη μένουν μόνοι τους οι άνθρωποι. Ξέρετε, ήδη οι πολίτες, χωρίς φωνές, συζητούν τέτοια πράγματα μέσα στα σπίτια τους. Θα αρχίσουμε να τα βλέπουμε σε λίγο. Αντίστοιχα, κάποιος που βγάζει πάνω από 50.000 – 60.000 ευρώ το χρόνο, ας δίνει το 1/10 σε μια οικογένεια που να την ξέρει, ότι π.χ. έμειναν άνεργοι και οι δύο. Εγώ τέτοια πράγματα πιστεύω ότι θα γίνουν. Η κρίση μας αναγκάζει να σκεφτούμε περισσότερο απ’ όσο σκεφτόμαστε. Μας χρειάζεται η δημιουργική ανάσα, η παραγωγική φλόγα. Αυτό θέλω να δούμε, κι ας φτωχύνουμε.

- Στα μέσα της χρονιάς, ερωτώμενος για τις αιτίες της κρίσης που βιώνουμε είχατε συμπεριλάβει και την ευχή «Καλό συμμάζεμα». Μετά και τη σύσταση της κυβέρνησης συνεργασίας τη βλέπετε να πραγματοποιείται;
     Κάτι πήγε να γίνει, αλλά φτάσανε τελικά σε μια συναίνεση, αλληλομισούμενοι και με 49 υπουργούς. Δηλαδή πάλι τα ίδια. Μα δεν καταλαβαίνουν τίποτα αυτοί οι άνθρωποι. Δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτα.

- Την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου, μεγάλη εφημερίδα αποκαλύπτει την ύπαρξη σταγονιδίων της χούντας στη σχολή Ευελπίδων, σε μια περίοδο απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, κάτι που προκαλεί ανησυχία στους δημοκρατικούς πολίτες. Να …ανησυχούμε;
     Να ανησυχούμε, διότι αρκούν δυο – τρεις τρελοί και πέντε – έξι τανκς. Και μάλιστα τώρα είναι ευκολότερο σε σχέση με τον Απρίλιο του ’67 που υπήρχαν ακόμη κάποιες δομές. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Αλλά θέλω να προσθέσω και το εξής: Το επάγγελμα του στρατιωτικού είναι το επάγγελμα του «να πεθαίνεις». Όταν λοιπόν ένας νεαρός αξιωματικός που εκπαιδεύεται γι’ αυτό, βλέπει να ξεφτιλίζονται όλα γύρω του, αρχίζει κι έχει δικαιολογημένες ανησυχίες. Εάν δεν υπάρξει μια σοβαρή απάντηση σ’ αυτές τις ανησυχίες, τότε η πειθαρχική δίωξη δεν αρκεί. Αυτό που με ανησυχεί δηλαδή, δεν είναι ότι κάποιοι περιφρόνησαν τη στρατιωτική πειθαρχία, είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρή απάντηση στις ανησυχίες τους που είναι αληθινές. Απουσιάζει η σοβαρή απάντηση. Οι νέοι αξιωματικοί βλέπουν τη χώρα τους ταπεινωμένη, εξευτελιζόμενη και φρικάρουν.

- Ακούγεται ότι ο πολίτης «βρίσκει καταφύγιο» στην τέχνη σε χαλεπούς καιρούς. Είναι, τελικά, μια από τις ευκαιρίες της κρίσης; Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά απ΄ τις παλιές ιαχές;
     Είναι αλήθεια ότι προηγήθηκαν χρόνια όπου κραυγές με τον μανδύα της τέχνης έκοβαν εισιτήρια. Κι εγώ το έκανα, αν και σε χρόνια ακόμα πιο παλιά, χρόνια του ’63 – ’65 όπου το να είσαι αριστερός είχε κόστος. Έβγαλα κι εγώ κραυγές: «Ε, ε, ήλιε ήλιε αρχηγέ…». Θυμάμαι ότι το πρωτοτραγούδησα σε μια απεργία εργατών, σε ένα γήπεδο στο Περιστέρι. Δεν είχαν φώτα, και είχαν ανάψει τους προβολείς δύο αυτοκινήτων, για να φωτιζόμαστε. Εννοείται ότι «πήρα την κερκίδα με το μέρος μου» μ’ αυτό το τραγούδι. Γενικά όλο το «Φορτηγό», που βγήκε το ’66, ήταν μια κραυγή. Πρέπει να προσθέσω ότι μια κραυγή είναι καλή άμα θες να «γκρεμίσεις» κάτι. Εγώ όταν έκανα το «Φορτηγό» ένιωθα να γκρεμίζω μέσα μου ό,τι μέχρι τότε κυκλοφορούσε ως τραγούδι. Ωραία, το γκρεμίζεις. Και μετά; Μετά χρειάζεται κάτι άλλο. Και ευχαριστώ το θεό που το κατάλαβα όταν ήμουν νέος ακόμη. Αυτό το άλλο, προσπάθησα να εκφράσω στο «Περιβόλι του τρελού» και στους δίσκους που ακολούθησαν. Έστω και αργά χαίρομαι που ο κόσμος αρχίζει να αναζητά αυτό το «κάτι άλλο» μέσα στην τέχνη. Εδώ είμαστε τώρα…

- Τι λείπει από τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου; Γιατί έχει χαθεί η μαγεία στα μουσικά δρώμενα σήμερα;
     Η μαγεία του τραγουδιού σκοτώθηκε από μια θανατηφόρα εξωστρέφεια που επικράτησε μετά τη μεταπολίτευση. Είτε επρόκειτο για τραγούδια «λαϊκο-πόπ», είτε για πολιτικά, χαρακτηρίζονταν κατά τη γνώμη μου από μια σοβαροφανή εξωστρέφεια. Τα μεν «λαϊκο-ποπ» λαχταρούσε το lifestyle, τα δε λεγόμενα έντεχνα και πολιτικά, έριχναν όλο το βάρος τους σε μια κριτική της εξουσίας, σε μια διαχείριση και νομή της. Καταρχήν αυτό δεν είναι κακό. Όταν όμως το παρακάνουμε, τότε αυτή η έντονη εξωστρέφεια, έχει σαν αποτέλεσμα σιγά – σιγά να στεγνώσει το «μέσα» μας. Κι αν στεγνώσει το «μέσα» σου, όχι τραγούδι, ούτε πολιτισμό, ούτε πολιτική, ούτε οικονομία, ούτε φρόνημα μπορείς να έχεις. Φτιάχνεις μόνο στερεότυπα. Τα οποία κυκλοφορούν ως κλισέ του έντεχνου ή του lifestyle και δεν λένε τίποτα. Και πάλι καλά πως μπορέσαμε να έχουμε αρχικά τους νεότερους μου Μάλαμα, Περίδη, Δεληβοριά και εν συνεχεία και τους ακόμη νεότερους Μουζουράκη, Μποφίλιου, Μπαλάφα, Καρακώστα… Υπάρχουν αξιόλογα παιδιά.

- Τα τελευταία σας έργα είναι παιδικά βιβλία. Πόσο δύσκολο και απαιτητικό κοινό είναι τα παιδιά;
      Απαιτητικό είναι, γιατί αν βαρεθούν σηκώνονται και πάνε στο άλλο δωμάτιο, δεν τηρούν δηλαδή ούτε τα προσχήματα. Απ’ την άλλη είναι εύκολο, γιατί μπορείς να διηγηθείς οτιδήποτε. Από ένα περιστατικό που σου έτυχε με έναν ταξιτζή το μεσημέρι, μέχρι τη ραψωδία με την Καλυψώ από την Οδύσσεια. Το θέμα είναι, και εκεί βρίσκεται η δυσκολία, να μπορείς να καλλιεργείς και να αφήνεις τον εαυτό σου να καθοδηγείται από μια βαθιά σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον αφηγητή και στο παιδάκι. Η δυσκολία στην αφήγηση δεν είναι να βρεις τις κατάλληλες λέξεις αλλά να έχεις την ικανότητα αυτής της βαθιάς σχέσης. Αν την έχεις, οι λέξεις έρχονται από μόνες τους.

- Τι γνώμη έχετε για τα νέα μέσα όπως, πλέον, τα ψηφιακά βιβλία; Δικαίως τα παραδοσιακά μέσα συγκρίνονται με τα σύγχρονα;
      Το τυπωμένο βιβλίο όπως και το βινύλιο, κάνουν την τέχνη, «χειροπιαστή». Έβαζες έναν καφέ, κι ενώ έπαιζε η μουσική έπιανες το εξώφυλλο στο χέρι, και έβλεπες τη φωτογραφία, τα κείμενα, τους συντελεστές, το studio κλπ. Το ίδιο και το βιβλίο, μύριζε, το ξεφύλλιζες, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι μπορούν και παίρνουν το ηλεκτρονικό βιβλίο τους και το laptop τους στην τουαλέτα, χάθηκε η μάχη, πάει το βιβλίο. Γιατί εγώ έλεγα πριν λίγο καιρό ότι, εν πάση περιπτώσει, πως θα κουβαλάς τον υπολογιστή στο κρεβάτι σου ας πούμε, στην τουαλέτα, ή στο τρένο; Να που γίνεται… Τα CD, ποτέ δεν τα χώνεψα, γιατί πρέπει με ένα φακό να διαβάζεις τα γραμματάκια. Είναι πολύ μικρό. Σκέφτομαι μερικές φορές πως θα αισθανόντουσαν άραγε εκείνοι οι άνθρωποι, που γράφανε με ένα φτερό πάνω σε έναν πάπυρο και πήγαινες μέσα σε βιβλιοθήκες με παπύρους και τους ξετύλιγες, για να τους διαβάσεις; Πώς θα αισθανόντουσαν αυτοί οι άνθρωποι, όταν ο Γουτεμβέργιος έκανε τα βιβλία; Κάπως έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι της γενιάς μου. Αλλά έτσι είναι η ζωή, τι να κάνουμε; Ναι λοιπόν, νομίζω ότι το βιβλίο θα είναι όπως τα βινύλια, μια νοσταλγία, και κατά τα άλλα ο κόσμος θα είναι σε μια οθόνη σκυμμένος.

- Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο; Πόσο επηρεασμένο και «εμπνευσμένο» από τις σημερινές συνθήκες είναι αυτό;
     Πάντα με ενέπνεε η επικαιρότητα, ποτέ δεν ήμουν όμως επικαιρικός, γιατί το τραγούδι έρχεται μετά από 2-3 χρόνια, όταν το γεγονός έχει πάψει να είναι επίκαιρο. Ετοιμάζουμε, με τη Συμφωνική της ΕΡΤ, το μουσικό παραμύθι «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Σεργκέι Προκόφιεφ. Δεν απαντά, βέβαια στο κόψιμο των μισθών και των συντάξεων όμως, όπως όλα τα κλασσικά έργα, έχει μια παράξενη δύναμη. Η δύναμη της τέχνης μας κάνει ανθρώπους. Έχετε παρατηρήσει όταν παρακολουθείτε ένα ωραίο έργο, μια ωραία παράσταση, μια ωραία μουσική…; Όταν τελειώνει, αισθάνεσαι μέσα σου ευγενέστερος, δηλαδή ικανότερος να αντιμετωπίσεις τα πολύπλοκα προβλήματα της καθημερινότητας με ανθρώπινη αξιοπρέπεια και καινούργια αντοχή.

- «Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις – ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί – και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης – στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί». Θα σταματήσει ποτέ ο τόπος αυτός να «τρώει τα παιδιά του»;
     Δεν είδα ποτέ να γίνεται μια απεργία, μια συνδικαλιστική προσπάθεια, στα προηγούμενα χρόνια, με αίτημα να σταματήσουν οι διορισμοί στο δημόσιο, γιατί βουλιάζει η χώρα. Καταλαβαίνω τον ηλεκτρολόγο που δεν μου κόβει απόδειξη, αλλά και κοτζάμ γιατρός, δεν ντρέπεται που κάνει το κορόιδο; Όπως λέει μια φίλη, θα σταματήσει ο τόπος να «τρώει τα παιδιά του» όταν τα παιδιά του σταματήσουν να «τρώνε τον τόπο».

- Τι μερίδιο ευθύνης αναλογεί στον πολίτη που και δια των επιλογών του βρίσκεται τώρα σε αυτή την κατάσταση;
    Η ευθύνη ανήκει πάντα σε αυτόν που, ενώ είχε την ικανότητα της πρόβλεψης δεν έπραξε τα δέοντα. Πώς να αντισταθείς σε ένα κυρίαρχο ρεύμα που έρχεται από το κατεστημένο και που όλοι ακολουθούν; Αφού σου έλεγε η τράπεζα «πάρε δάνειο», τι θα πεις «όχι»; Αυτών είναι η ευθύνη. Των ανθρώπων που μας κουμαντάρουν. Βεβαίως καλό είναι να υπάρχει μια αυτοκριτική, γιατί στο κάτω – κάτω ξεχάσαμε κι εμείς την ανατροφή μας, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μας έλεγαν «μην δανείζεστε, μη χρωστάτε». Είχαν περάσει πολύ δύσκολα χρόνια, με τις κατοχές και τους εμφυλίους, είχαν ζήσει το «κραχ», είχανε μάθει.

- Στο εξωτερικό θεωρούμαστε «Κωλοέλληνες». Πώς θα το αποτινάξουμε;
      Οι «Κωλοέλληνες» είναι οι άνθρωποι εκείνοι που νόμιζαν ότι ο άκρατος καταναλωτισμός, που ήταν από δάνεια βέβαια, οφειλόταν στους αγώνες τους. Αυτό είναι ο «Κωλοελληνισμός». Αν σταματήσει αυτό το πράγμα και κάνουμε μια δημιουργική προσπάθεια βεβαίως και θα αλλάξει η εικόνα έξω. Μας συμπαθούν έξω. Απλώς έχουν τρελαθεί κι αυτοί με τις δικές μας ασυναρτησίες. Και εν πάση περιπτώσει κι αυτοί δεν είναι αμόλυντοι. Έχουν περάσει την Ελλάδα δεκαπέντε ακτινογραφίες. Αν περάσουμε τη Γερμανία δεκαπέντε ακτινογραφίες δεν θα βρούμε παρεκκλίσεις, μίζες, ανακολουθίες;

- Ποιο είναι το τετράστιχο που περικλείει τη ματιά σας για το ελληνικό σήμερα;
     Μα, το γνωστό: «Τον χειμώνα τούτο άμα τον πηδήσαμε – για άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε…». Γιατί φανερώνει την δυσκολία αλλά αφήνει και μια ελπίδα.
Βαγγέλης Λιακόγκονας/ www.aixmi.gr