Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Μαρία Πολυδούρη

       Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο της Μαρίας Πολυδούρη δεν οφείλεται μόνο στην ερωτική της ιστορία με τον Κώστα Καρυωτάκη.
      "Ρομαντική ως προς τις ιδέες της, φιλελεύθερη ως προς τα πολιτικά της φρονήματα, εύθραυστη σε κάθε φορτισμένο συναισθηματικά γεγονός και ριζοσπαστική στις κοινωνικές της αντιλήψεις, η Πολυδούρη στα 28 μόλις χρόνια που έζησε, πρόλαβε μέσα από το έργο της να διαιωνίσει τη μνήμη της πληρώνοντας ένα πολύ σκληρό τίμημα, την ίδια της τη ζωή".
     Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 στην Καλαμάτα και πέθανε σε ηλικία 28 ετών από φυματίωση, στις 29 του Απρίλη του 1930, όπως τόσο τραγικά προφήτεψε: Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη.Τερματίστηκε έτσι η ζωή μιας γυναίκας "που την ξόδεψε με γενναιοδωρία σ` ό,τι τη συγκινούσε, που πάλεψε και νίκησε την πλήξη, που αντιστάθηκε στα ηθικά πρότυπα της εποχής της, που αφοσιώθηκε με πάθος για ν` αγγίξει το απόλυτο".
      Ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.     
       Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.    
        Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.    
         Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26,ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του.
       Το νομαρχιακό γραφείο όπου είχε πάει για να πιάσει δουλειά η Μαρία Πολυδούρη, που μόλις είχε μετακομίσει από την Καλαμάτα της, είναι σκονισμένο, νυσταλέο και κακομούτσουνο και στεγάζει φουκαράδες υπαλλήλους που έχουν για όνειρο φυγής τη βραδυνή πρέφα. Κι όμως ανάμεσα σε τέτοιο κόσμο, πίσω από τραπέζι πληχτικό κάθεται ο Κώστας Καρυωτάκης.

      Ο έρωτάς της με τον Καρυωτάκη θα έχει πολλές διακυμάνσεις. Στις 3 Μαΐου 1922 γράφει στο ημερολόγιό της: Τον αγαπώ, τον αγαπώ, καμμιά αμφιβολία πια! Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν` αγαπήσω, όσο σου πρέπει;
     Η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της "Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη, Η αρχή της αμφισβήτησης" αναφέρει πως μετά τον τραγικό θάνατο του Καρυωτάκη, "όταν η Μαρία βεβαιώνεται πως χάνει οριστικά το αντικείμενο του έρωτα, ερωτεύεται τη θλίψη της για την απώλειά του και την αφήνει να θεριέψει σα δεντρί απάνω στον τάφο. Το πάθος της αυτό θα της εμπνεύσει μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που `χουν γραφτεί. Ασύγκριτος κι αναντικατάστατος θα μείνει ο Καρυωτάκης για τη Μαρία. Κι ο έρωτάς τους η μοναδική δικαίωση της ζωής της, όπως λέει στο "Μόνο γιατί μ` αγάπησες".
      Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος, για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.     
        Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, που μόλις είχε φτάσει από Το Παρίσι. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.     
      Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.  
      Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη.     
       Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.             Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής.  Έζησε σε μια εποχή "δραματική" και "συκοφαντημένη", κατά την άποψη του Άγγελου Τερζάκη ("Ο ματωμένος λυρισμός"), που υπερασπίστηκε τη νεολαία της δραματικής δεκαετίας του `20:     
         "Λένε πως ήταν μια εποχή ηττημένη. Ηττημένη; Θα την πω καλύτερα δραματική. Μέσα στα μουχλιασμένα δημόσια γραφεία στρατολογείται μια νεολαία που θα πιστέψει με πάθος στην κοινωνική δικαιοσύνη, θα στρώσει με τα κορμιά της τους τραγικούς δρόμους της. Ποίηση, κοινωνική επανάσταση, έρωτας, μπερδεύονταν στο μυαλό μας, έκαναν την περπατησιά μας ζαλισμένη και σαν υπνοβατική.

     Πιστεύω πως, όχι κάθε γενιά (όπως συχνά λέγεται), αλλά κάθε συνωμοταξία ανθρώπων, έρχεται μ` ένα δικό της αστέρι στη ζωή, στρατεύεται κάτω από το σημείο του. Η νεολαία εκείνη που θερίστηκε γύρω μου τότε (δηλαδή στα 1925-1930), που την ήπιε σα σταγόνα νερό ένας θανάσιμος ήλιος, η επαρχία, η φτώχεια, η καταδίωξη, η εξορία, η αρρώστια, η αστοχία, η προδοσία των άλλων, είχε ένα δράμα εσωτερικό.  
      Και το δράμα είναι το μόνο που καταξιώνει τον άνθρωπο ηθικά, τον κάνει αξιοσέβαστο. Μπορεί να έχεις τάλαντο και να πετύχεις, τύχη και να ευνοηθείς, καπατσοσύνη και να επιπλεύσεις, πλάτες και να ξεκινήσεις. Μπορεί να μπεις στη φωτεινή ζώνη μόνο και μόνο επειδή σ` ευνόησαν οι εξωτερικές συνθήκες στην αφετηρία σου".
      "Αναθυμάμαι όχι μόνο τους ποιητές μας, αναθυμάμαι τους στρατευμένους στην κοινωνική επανάσταση: Ήταν θεωρητικά αισιόδοξοι, ψυχικά όμως, δίχως να το ξέρουν , απεγνωσμένοι της αισιοδοξίας. Δε δίνεις τη ζωή σου, τα νιάτα σου, την υγειά σου, όταν όλα τα βλέπεις ωραία. Χρειάζεται μια τραγική προδιάθεση για να γίνεις παρανάλωμα ενός ονείρου. Και το τραγικό πνεύμα μπορεί να είναι λυτρωμένο, δεν είναι όμως ποτέ μακάριο".   
        Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.                                            
        Σπάνια, μα πολύ σπάνια αποδόθηκε από γυναίκα τόσο αριστουργηματικά τόσο ανάλαφρα, αέρινα, το ερωτικό αίσθημα .Εντυπωσιάζει η λυρική έξαρση, οι θαυμαστές εικόνες, το πλούσιο χρώμα και η ηχητικότητα των στίχων. Μια αρμονία αβίαστη, γαλήνια, πηγάζει από το τραγούδι αυτό, το τόσο βαθειά ανθρώπινο και υποβλητικό. Γι αυτό τα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη θα ζήσουν, διότι, καθώς ορθά έγραψε ο Κώστας Ουράνης "το παράπονό της ενώνεται με το αιώνιο παράπονο της ανθρωπότητος κάθε φορά που αντικρύζει την παγερή εκμηδένιση του θανάτου. Τις κραυγές της τις διαπερνάει η ίδια πνοή της τραγωδίας που δονεί το παράπονο της Αντιγόνης σαν αποχαιρετάει τη ζωή και το "θείο φως".
 www.sansimera.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :