Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Νοσταλγικές τηλεοπτικές αναμνήσεις...


         Οι πρώτες τηλεοπτικές μνήμες για όσους έχουν περάσει εδώ και κάποια χρόνια τα ολοστρόγγυλα τριάντα, είναι κοινές: η διαφήμιση του ΠΑΤΙΣΤΑ, με τη μαύρη γυναικεία φιγούρα να χορεύει μέσα σε ένα τετράγωνο κι εκείνο να πολλαπλασιάζεται και να γεμίζει την οθόνη με πολλές ίδιες κι απαράλλακτες μαύρες γυναικείες φιγούρες. Κι όλα αυτά, υπό τους ήχους του τζινγκλ «Παραρααά, παραρά ΠΑΤΙΣΤΑΣ!»- διασκευάζοντας με τέλη '70s μπρίο το «Gonna fly now» που ακουγόταν στο sountrack του «Rocky».
           Και φυσικά, τα δύο σποτάκια που όριζαν την αιώνια μάχη των δύο φίλων. Θυμάμαι  πολύ καλά πόσο με εντυπωσίαζε η ευκολία με την οποία το γυναικείο χέρι γλιστρούσε μέσα από το αντρικό τζιν πουκάμισο, ξεκουμπώνοντάς το, ώσπου ξαφνικά, μια στυβαρή παλάμη το σταματούσε και σε κοψοχόλιαζε. Το σλόγκαν ήταν σαφέστατο: «Denim. Για τον άντρα που δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ».
       Το ασθενές φύλο περνούσε στην αντεπίθεση με τη διαφήμιση της λακ. Ο άντρας πήγαινε να χαϊδέψει τα ξανθά μαλλιά της αγαπημένης του και ήταν σα να πιάνει συρματόπλεγμα. Στην κυριολεξία. «Μήπως η λακ που χρησιμοποιείται κάνει τα μαλλιά σας πολύ σκληρά;» αναρωτιόταν μια αόρατη φωνή. Ετσι ήταν.
       Από τότε λοιπόν, με ένα ευχάριστο μουσικό διάλειμμα από τα καλλυντικά ΠΑΤΙΣΤΑΣ, μάθαμε ότι οι άντρες είναι σκληροί και οι γυναίκες απρόσιτες, αλλά κανείς δεν αναρωτιόταν πώς θα μπορούσαν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, όταν με το καλό θα μεγάλωναν. Για τη γενιά που μεγάλωσε χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, η τηλεόραση ισοδυναμούσε με ένα πολυσύνθετο ρομπότ που σε ανάγκαζε να το χαζεύεις με τις ώρες.  «Μαμά αυτός τώρα με βλέπει;» ρωτούσα κι εγώ με παιδική αφέλεια τη μαμά μου για τον κοστουμαρισμένο διοπτροφόρο κύριο που έλεγε τις ειδήσεις στην ασπρόμαυρη ΕΡΤ. «Σε βλέπει σε βλέπει», με καθησύχαζε εκείνη, «να κοίτα τώρα που θα πει "καληνύχτα σας", θα σου χαμογελάσει». Και όντως μου χαμογελούσε. Ζούσα σ' ένα ψέμα.
      Το soundtrack της κυριακάτικης μελαγχολίας ήταν το ίδιο με εκείνο της «Αθλητικής Κυριακής». Ο πατέρας μου καθηλωμένος στην πολυθρόνα μπροστά από την τηλεόραση, να βλέπει στιγμιότυπα των αγώνων με αγωνία μήπως είχε πιάσει το ΠΡΟ-ΠΟ,αλλά ποτέ δεν το έπιανε. Το βουκολικό χιτ «Τσοπανάκος ήμουνα προβατάκια έβοσκα» έπαιζε πάντα πριν από τον Εθνικό Υμνο και αυτό ήταν, πάπαλα, αύριο πάλι, το πρόγραμμα τελείωνε. Ούτε διαφημίσεις telemarketing, ούτε επαναλήψεις Παπακαλιάτη, ούτε B-movies με αιματοχυσίες σε κολλέγια, ούτε τίποτα. Κουκιά μετρημένα.Ασκητική τηλεοπτική ζωή.

   Η φούσκα της ιδιωτικής τηλεόρασης έσκασε με δύναμη όταν αλλάζαμε δεκαετία, εγκαταλείποντας τα κακόγουστα, πλην όμως αγαπημένα 80s. Ζάπινγκ, γουρούνια, τηλεμαραθώνιοι, η Ρούλα Κορομηλά με μίνι φούστα που δεν αποχωρίστηκε ποτέ, τηλεπαιχνίδια που μοιράζουν εκατομμύρια σε δραχμές, Big Brother, κι άλλα reality, «σταρ» δημοσιογράφοι, «σταρ» τηλεπαρουσιαστές, «σταρ» τραγουδιστές. Πριν από έναν τηλεοπτικό χρόνο, το Mega γύρισε την πλάτη στην ποσότητα, έκανε στροφή στην ποιότητα και με έναν δυνατό συμβολισμό μας έδειξε ότι «Το νησί» δεν ήταν πλέον η Μύκονος, αλλά η Σπίνα Λόγγα.
        Και φέτος, ακόμα μεγαλύτερη τουρκική κατοχή μέσω των γειτονικών σίριαλ, ελάχιστες και ως συνήθως κακόγουστες εγχώριες σειρές και άπειρα σενάρια για κατάργηση της πρωινής ζώνης λόγω κόστους. Το περιεχόμενο του «κουτιού» συρρικνώνεται, το πιο λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας όπως το έχουν εδώ και χρόνια βαφτίσει, γίνεται πάλι ακριβοθώρητο, μίζερο, κατακερματισμένο.
      Ξέχασα όμως και κάτι ακόμα. Μία άλλη μνημειώδη εικόνα από τα πρώτα άγουρα τηλεχρόνια. Το σήμα «ΜΑΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ» που έπεφτε στην οθόνη της ΕΡΤ σε ανύποπτο χρόνο, κόβοντάς σου το αίμα. «Τί έγινε τώρα; Πότε θα ξανάρθει αυτό που έβλεπα; Κι αν δεν ξανάρθει;». Αυτά ήταν τα αγωνιώδη ερωτήματα που στοίχειωναν τη σκέψη σου, ενώ σιχτίριζες έναν φανταστικό τεχνικό που είχε τραβήξει πάνω στη φούρια του το λάθος καλώδιο κι όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.
            Κι ήρθε το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου. Η τρομακτική προειδοποίηση περνούσε συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό στο κάτω μέρος της οθόνης, αλλά κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. «Προσοχή: από τις 20 Ιουλίου τα κανάλια περνούν στην ψηφιακή εποχή». Για όσους δεν μεγάλωσαν με ίντερνετ αλλά με την μεγαλειώδη απορία πώς στο καλό τρέχουν τα ζαβά πλασματάκια μες στο πακ μαν, η τηλεόραση ήταν το τελευταίο οχυρό. Εντάξει εντάξει, ψηφιακή εποχή με σημαία το facebook και το twitter, πώς πέρασα τις διακοπές στο instagram, να ανοίγεις το smart phone προτού πας στην τουαλέτα, αλλά να χεις ξαφνικά και την οικογένεια Κλικλίκου να κοκορεύεται -με πρώτη και χειρότερη την κοντοπίθαρη κόρη με την εκνευριστική φωνή- επειδή έχει αποκωδικοποιητή, ενώ εσύ έχεις βυθιστεί στο σκοτάδι;
        Πώς λοιπόν από την έκρηξη των χρωμάτων, των χρημάτων και της φαντασμαγορίας της ιδιωτικής τηλεόρασης περάσαμε σε μια τρομακτικά ψυχοπλακωτική μαύρη οθόνη, χουντικής αισθητικής, που θυμίζει συσκότιση, ωθώντας σε, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, να τρέξεις και ν' αγοράσεις αποκωδικοποιητή στην προνομιακή τιμή των 30 ευρώ λες και σου περισσεύουν; Χωρίς αποκωδικοποιητή, μόνο κρατική και CNN υπήρχαν πλέον. Συνδυασμός που σκοτώνει. Νόμιζα ότι κάποιος με γύρισε με το έτσι θέλω στο 1994. Χάζεψα ένα ντοκυμαντέρ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στη ΝΕΤ και το δελτίο καιρού του αμερικανικού δικτύου. Τότε ήταν που σκέφτηκα ότι παρά τα άπειρα κουσούρια της, το ταλέντο που έχει να σε αποβλακώνει και τη μοίρα της να την παραγεμίζουν με σκουπίδια, η τηλεόραση είναι επίσης παρέα και φύλακας. Την έχεις ανοιχτή όταν τρως το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό σου, αλλά και για να ψαρώνεις τους διαρρήκτες υπερτονίζοντας την παρουσία σου. Στην πραγματικότητα η τηλεόραση είναι από τα πιο έξυπνα μέσα
και ίσως από τις σημαντικότερες εφευρέσεις. Η χρήση της ήταν και είναι λάθος.

         Το βράδυ του Σαββάτου, σε μια γειτονιά της Αθήνας, είδα κάτι που μου φάνηκε πολύ συγκινητικό: μία παλιά τηλεόραση, κοντόχοντρη, καθόλου plasma, εγκαταλελειμένη πάνω σε ένα σκαμπό, δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Ο πρώην ιδιοκτήτης της, έχοντας προφανώς ακολουθήσει το παράδειγμα του Κλικλικέικου, είχε παρ' όλ' αυτά τυλίξει με στοργή το καλώδιό της γύρω από το τηλεκοντρόλ της. Σκέφτηκα να την φυγαδεύσω στο σπίτι μου, αλλά ήταν βαριά και άλλαξα γνώμη. Ποιος ξέρει, ίσως να την πήρε κάποιος συλλέκτης αναλογικών στιγμών, προτού την προλάβει το απορριματοφόρο της γραμμής. Αντιμέτωπη λοιπόν μ' αυτή τη μαύρη οθόνη, που τόσο στρατηγικά επέλεξαν οι ιθύνοντες, προκειμένου να σε ψυχοπλακώσουν και να περάσεις κι εσύ το κατώφλι της ψηφιακής εποχής, ένιωσα τον ίδιο ακριβώς τρόμο που ένιωθα κάθε φορά που μου τέλειωναν τα μεταλλικά κατοστάρικα, χωρίς να τερματίσω το puzzle bubble στις αρχές των 90s, αλλά και την πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με το άγνωστο MS-DOS στα τέλη της ίδιας δεκαετίας: κατάμαυρη απειλητική οθόνη, GAME OVER, INSERT COIN TO JOIN. Και τώρα τί κάνουμε;
 Αστερόπη Λαζαρίδου/ tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :