Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Aκραία «λύση» για ακραία προβλήματα η επαναφορά της θανατικής ποινής στην Ελλάδα

    Παρασκευή 25 Αυγούστου. Ο 27χρονος ηλεκτρολόγος Βασίλης Λυμπέρης εξομολογείται σε ιερέα. Εξετάζεται από γιατρό και αποδεικνύεται ότι είναι υγιής. Τρώει το φαγητό της ημέρας στη φυλακή και μεταφέρεται από τις φυλακές Αλικαρνασσού στο γειτονικό πεδίο βολής με μια πομπή πέντε αυτοκινήτων.

     Τον ρωτούν αν έχει κάποια τελευταία επιθυμία και απαντά αρνητικά. Δώδεκα φαντάροι στέκονται απέναντί του. Οι μισοί έχουν άσφαιρα πυρά, οι άλλοι μισοί κανονικά.Ο νόμος ορίζει ότι καμία εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει πριν από το χάραμα κι έτσι, μόλις βγει ο ήλιος, δίνεται η εντολή. Ο καταδικασμένος σε θάνατο πέφτει νεκρός.
     Λίγους μήνες πριν, τον Ιανουάριο του 1972, είχε βάλει φωτιά στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, σκοτώνοντας γυναίκα, πεθερά και τα δύο παιδιά του. Την επόμενη ημέρα, οι εφημερίδες, λογοκριμένες από τη χούντα, γράφουν τυπικά τις λεπτομέρειες, στις πίσω σελίδες.
          Ξημέρωνε Παρασκευή 25 Αυγούστου του 1972, όταν το ελληνικό κράτος αφαιρούσε για τελευταία φορά, με επίσημη εντολή του, τη ζωή ενός ανθρώπου. Η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε ποτέ ξανά. Καταργήθηκε με νόμο το 1994 και συνταγματικά το 2001.Αυτή τη στιγμή, 58 έθνη σε όλον τον κόσμο εφαρμόζουν τη θανατική ποινή. Η Διεθνής Αμνηστία ανακοινώνει ότι ο αριθμός θα μειώνεται διαρκώς. Στην Αμερική, 21 Πολιτείες την έχουν καταργήσει και ο αριθμός των εκτελέσεων μειώνεται σταδιακά.
     Η λογική των υπέρμαχων είναι κάπως αόριστη: «Ο φόβος μειώνει τις πιθανότητες επανάληψης των εγκλημάτων». Η στατιστική έχει άλλη άποψη, αφού, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ η εγκληματικότητα είναι έξι φορές μεγαλύτερη αναλογικά από ό,τι στη Βρετανία ή στην Αυστραλία, όπου δεν υφίσταται η τιμωρία της θανατικής ποινής. Στο Τέξας, μία από τις πιο αιμοδιψείς Πολιτείες, τα ποσοστά δολοφονιών είναι διπλάσια από το Γουισκόνσιν, στο οποίο δεν εφαρμόζεται η ποινή.    
   Τα κύρια επιχειρήματα υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής είναι τα εξής:
   Πρώτον, η επιβολή και εκτέλεση της θανατικής ποινής θα έχει αποτρεπτικές συνέπειες. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουν οι δολοφονίες, αλλά είναι αναμενόμενο ότι θα μειωθούν. Ωστόσο, στη Γαλλία, στο διάστημα 1970-1980, προ της κατάργησης της θανατικής ποινής έγιναν πέντε δολοφονίες ανηλίκων, ενώ μετά την κατάργηση, στο διάστημα 1984-1993, οι δολοφονίες ανηλίκων αυξήθηκαν σε 84, δηλαδή αυξήθηκαν κατά δεκαεφτά φορές!
   Δεύτερον, έχει αποδειχθεί ότι δολοφόνοι που δεν εκτελέστηκαν μετά την καταδίκη τους, επανέλαβαν το έγκλημα μέσα στη φυλακή ή έξω. Είναι γνωστή περίπτωση του Τζακ Αμποτ, συγγραφέα του έργου In the Belly of the Beast και δολοφόνου δύο ανθρώπων, του δεύτερου δύο εβδομάδες μετά την έξοδό του από τη φυλακή, όπου είχε εγκλεισθεί για τον πρώτο φόνο.
   Τρίτον, η ποινή δεν επιβάλλεται μόνο, για να αποτρέψει την επανάληψη της πράξης, αλλά ταυτόχρονα, για να αποδοθεί δικαιοσύνη και να αποκατασταθεί η ισορροπία στην ψυχή όσων υπέφεραν από το έγκλημα. Σε πολλές περιπτώσεις μόνο η θανατική ποινή μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη.
   Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν δύο σοβαρά επιχειρήματα για την κατάργηση της θανατικής ποινής, γενικά, και συνεπώς τη μη επαναφορά της στην πατρίδα μας.
   Το πρώτο επιχείρημα είναι ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης και συνεπώς η δυνατότητα επιβολής θανατικής ποινής αποτελεί έναν επικίνδυνο μηχανισμό νόμιμης εκτέλεσης αθώων. Το επιχείρημα αυτό είναι πράγματι ισχυρό. Υπάρχουν όμως αντεπιχειρήματα, όπως, π.χ., ότι σε πολλές περιπτώσεις ο δολοφόνος ομολογεί ή ότι υπάρχουν αδιάσειστα και επιστημονικά αδιάψευστα στοιχεία ή ακόμη ότι μπορεί να απαιτείται η παρέλευση εύλογου χρόνου μεταξύ καταδίκης και εκτέλεσης.

   Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ της μη επαναφοράς της θανατικής ποινής είναι ότι η θεσμοθέτηση του θανάτου αποτελεί αδιανόητη, για την εποχή μας, προσβολή του πολιτισμού. Είναι φυσικό και αναμενόμενο οι άνθρωποι να πεθαίνουν λόγω γήρατος, λόγω ασθενειών ή εξαιτίας ατυχημάτων, αλλά είναι παράλογο για μια κοινωνία, ως συλλογική οντότητα, να θεσμοθετεί τον θάνατο. Μια απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι η κοινωνία οφείλει να προστατεύει τα μέλη της ακόμη και όταν αυτό απαιτεί τον θάνατο ορισμένων και κυρίως, όταν οι εγκληματίες, ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί, είναι σε πλήρη γνώση του τι κάνουν, σχεδιάζουν και εκτελούν εν ψυχρώ τις εγκληματικές πράξεις τους σε βάρος ανύποπτων, αδύναμων, ανήλικων και απροστάτευτων ατόμων.
     Η συζήτηση στην Ελλάδα για την επαναφορά της θανατικής ποινής έχει φουντώσει, κυρίως από το περασμένο καλοκαίρι και το ανατριχιαστικό έγκλημα της Πάρου. Είναι ίσως λογική η εξίσωση: εγκληματικότητα, αδυναμία ελέγχου, λαϊκισμός και στο τέλος ακραίες «λύσεις» για ακραία προβλήματα και ακόμη πιο ακραία ακροατήρια.
     Ποιος, όμως, πιστεύει ότι στην Ελλάδα του πανικού, στην Ελλάδα του 2013, στην Ελλάδα, όπου όλοι γρυλίζουν και μυρίζουν αίμα, μιλούν για κρεμάλες, στην Ελλάδα, όπου το μίσος τείνει να γίνει επίσημος θεσμός, υπάρχει καθαρό μυαλό, δικαιοσύνη και εμπιστοσύνη στις αρχές για μια δίκαιη εκτέλεση; Προφανώς κανείς λογικός άνθρωπος που παρακολουθεί την επικαιρότητα, τις περίεργες δικαστικές αποφάσεις, το μπλέξιμο της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας.
     Μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει πως σύμφωνα με το άρθρο 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί στην ποινή του θανάτου, ούτε να εκτελεστεί». Είναι μία από τις προϋποθέσεις, για να είμαστε στην Ευρώπη.Οπότε, κάθε εντυπωσιοθηρική και  επικίνδυνη δήλωση υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Ελλάδα είναι ανούσια σαν ένας πυροβολισμός με άσφαιρα. Μοιάζει με λάδι στη φωτιά από ανθρώπους που θα πληρώνονται, για να τη σβήνουν.
tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :