Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Σε οριακή κατάσταση η ελληνική εκπαίδευση

       Μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας, εν όψει της αποχώρησής μου από την Εκπαίδευση, η εμπειρία που απέκτησα μου επιτρέπει, νομίζω, αλλά και μου δημιουργεί την υποχρέωση, να κάνω μια πρώτη αποτίμηση της πορείας της μέχρι σήμερα και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις για το μέλλον της.
          Στα 35 αυτά χρόνια (1979 – 2014), οι όποιες επιτυχίες, σε ποσοτικό κυρίως επίπεδο (π.χ. άνοιγμα των βαθμίδων της Εκπαίδευσης στη μεγαλύτερη μερίδα των νέων της χώρας), δεν συνοδεύτηκαν από την αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση, που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική ανταπόκριση της παιδείας μας στις ανάγκες των νέων και της κοινωνίας μας. Μάλιστα, έχουμε οπισθοχωρήσει επικίνδυνα σε κάποιους ποιοτικούς δείκτες, κάτι που αναδείχθηκε λόγω της οικονομικής αλλά και αξιακής κρίσης που μαστίζει τη χώρα σήμερα.
           Στα χρόνια αυτά, το ελληνικό σχολείο δεν μπόρεσε να  ανταποκριθεί επαρκώς στους δυο θεμελιώδεις στόχους του: α) στη γενική καλλιέργεια και την προσφορά παιδείας στους μαθητές του και β) στην ομαλή και δημιουργική ένταξη των αποφοίτων του στην εργασία και την παραγωγή. Η αδυναμία αυτή οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στους εξής λόγους:
 Α) Μετά την τελευταία σημαντική Μεταρρύθμιση του 1976 – 77, που έπιασε πάλι το νήμα από την αντίστοιχη του Παπανούτσου (1963-65) και δημιούργησε ελπίδες για μια συναινετική και χωρίς χάσματα πορεία στο χώρο της Εκπαίδευσης, οι αλλαγές που ακολούθησαν χαρακτηρίζονταν κυρίως από βιασύνη, προχειρότητα, εισαγωγή θεσμών σε μόνιμη εκκρεμότητα (χαρακτηριστική η περίπτωση των Σχολικών Συμβούλων) και συχνές παλινδρομήσεις. Δεν βασίζονταν σε μια προσεχτική μελέτη της κατάστασης αλλά, κυρίως, στόχευαν στον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης και στην εκλογική πελατεία. Γι’ αυτό, και όλες σχεδόν αναφέρονταν στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, απωθώντας όλο και περισσότερο την ουσία της Παιδείας: πώς δηλαδή θα διαμορφώσουμε νέους με όραμα και δημιουργικότητα για τη ζωή, με γνώση του εαυτού τους και του κόσμου που τους περιβάλλει, με δυνατότητες αυτόνομης ανέλιξης αλλά και με βαθύ αίσθημα κοινωνικής ευθύνης.
 Β) Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και οι θετικές αλλαγές που επιχειρούνταν ακυρώνονταν στην πράξη, εφόσον η φιλοδοξία της «μεταρρύθμισης» που επικρατούσε σε κάθε κόμμα ή και υπουργό που αναλάμβανε, γκρέμιζε εκ θεμελίων τα προηγούμενα και ακύρωνε εύκολα και άκριτα προϋπάρχουσες δομές και δράσεις. Αποτέλεσμα: μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο συνεννόησης και διαβούλευσης, ακριβώς διότι δεν υπήρχε το στοιχείο της συνέχειας, για να λυθούν σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν την εκπαίδευση και οδηγούν τους μαθητές μας, αλλά και τους γονείς, στην απαξίωση του σχολείου και της γνώσης που αυτό προσφέρει.
 Γ) Η ευκαιρία της χρηματοδότησης από τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα (αυτή τη στιγμή «τρέχει» το τέταρτο) μετατράπηκε πολύ γρήγορα, λόγω της απουσίας γενικού σχεδίου από την Ελληνική Πολιτεία αλλά και μη σωστής διαχείρισης, σε τροχοπέδη και εργαλείο κατακερματισμού, παρά σε εστία συγκέντρωσης των δυνάμεων που απαιτούνται για μια ουσιαστική ώθηση στην Παιδεία μας. Έτσι, η αγωνία για την απορρόφηση κονδυλίων συνδέθηκε με επιπόλαιες δράσεις, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα αποτελέσματά τους. Χρηματοδοτήθηκαν νέοι τύποι σχολείων (π.χ. τα Πολυκλαδικά, τα Μουσικά, τα Καλλιτεχνικά) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν ή δυσλειτουργούν. Δόθηκαν επανειλημμένα πολλά χρήματα για Προγράμματα Σπουδών και για βιβλία, χωρίς καμιά ουσιαστική αξιολόγηση για τα προϋπάρχοντα και για τα νέα, άλλα τόσα για την Επιμόρφωση και Επιμόρφωση δεν έχουμε. Δεν υπήρξε τελικά καμιά μέριμνα για τη δημιουργία μόνιμων δομών και υποδομών, που θα χρηματοδοτούνταν στη συνέχεια από εθνικούς πόρους. Μια άσκοπη κατασπατάληση πόρων, χωρίς να έχουμε προσθέσει τίποτε σε υπεραξία στην Παιδεία μας, εκτός αν θεωρήσουμε θετικό το γεγονός ότι σήμερα, στην εποχή της κρίσης, ένα μεγάλο πια μέρος του εκπαιδευτικού προσωπικού (π.χ. οι ωρομίσθιοι, που συνεχώς αυξάνονται) αμείβεται από το ΕΣΠΑ!
Δ) Αν σε όλα τα παραπάνω αναγνωρίζουμε τις ευθύνες της Πολιτείας, δεν λείπουν και οι ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών, κατά το μερίδιο που του αναλογεί. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις υποχώρησαν συχνά στον εκμαυλισμό των κομμάτων, εμπέδωσαν την αντίληψη ότι στο χώρο της Εκπαίδευσης εκπροσωπούν αυτά περισσότερο κι όχι τις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και της Παιδείας. Αποτέλεσμα: έλλειψε όλα αυτά τα χρόνια ένα αυτόνομο και ρωμαλέο συνδικαλιστικό κίνημα, που να εμπνέει, να προβάλλει το εκπαιδευτικό όραμα και να πιέζει αποτελεσματικά την Πολιτεία για θετικές λύσεις.
             Η ελληνική εκπαίδευση, εξαιτίας των παλιών αδυναμιών και της σημερινής κρίσης, βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή κατάσταση. Μόνον ένας συναγερμός και συντονισμός των πολιτικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που ενδιαφέρονται για την αναβάθμιση και την προκοπή του δημόσιου σχολείου, μπορεί να τη σώσει. Στην κατεύθυνση αυτή, οι άξονες, γύρω από τους οποίους πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια, είναι, κατά τη γνώμη μου, οι εξής:
1. Αποδέσμευση του ευαίσθητου και κρίσιμου για το μέλλον της χώρας τομέα της εκπαίδευσης από τις μνημονιακές υποχρεώσεις, σε άμεση ή, έστω, έμμεση σχέση με τις γενικότερες λύσεις που θα επιδιωχθούν γύρω από το θέμα αυτό. Ήδη, υπάρχουν σχετικές κινήσεις στην Ευρώπη για την εξαίρεση των οικονομικών της Παιδείας από την μέτρηση των ελλειμμάτων. Η αποδέσμευση πρέπει να απαιτηθεί από την πολιτική ηγεσία και να συνοδευτεί από την αναίρεση του κλίματος της εργασιακής ανασφάλειας και του άγχους, που εμφιλοχωρεί σήμερα στα σχολεία, καθώς και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό και την Πολιτεία.
2. Συνολικός ανασχεδιασμός της δομής, του περιεχομένου, των στόχων και των δράσεων όλου του συστήματος της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μετά από σοβαρή μελέτη των μέχρι σήμερα δεδομένων, των κατακτήσεων και των αδυναμιών. Ο ανασχεδιασμός πρέπει να γίνει σύντομα και αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή και τη συναίνεση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, να έχει εσωτερική συνοχή, συνέπεια, προοπτική και να είναι δυναμικά ανοιχτός σε ομαλές εξελίξεις στο μέλλον. Κεντρική επιδίωξη: η απόκτηση από όλους τους νέους μας ενός υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας, που θα τους επιτρέπει να είναι ενεργοί πολίτες και δημιουργικοί επαγγελματίες, όποια πορεία κι αν διαλέξουν στη ζωή τους.
3. Κομβικό σημείο σε έναν τέτοιον ανασχεδιασμό κατέχει η δημιουργία ενός σοβαρού και ισχυρού τομέα Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που δεν θα αναπτύσσεται αυθαίρετα, όπως συνέβη μέχρι σήμερα, αλλά θα συνδέεται με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας κατά περιοχή και θα δίνει ασφαλείς διεξόδους επαγγελματικής αποκατάστασης στους νέους της χώρας μας. Θυσιάσαμε για δεκαετίες πολλούς μαθητές μας στον βωμό της επιτυχίας στα ΑΕΙ, ενώ πιθανά θα ήταν πιο ευτυχισμένοι και δημιουργικοί ακολουθώντας το επάγγελμα που θα ανταποκρινόταν στις ικανότητες και τις επιθυμίες τους.
 4. Στην προσπάθεια αυτή προτεραιότητα επείγει να δοθεί στην οργάνωση και την άμεση λειτουργία ενός μόνιμου συστήματος Επιμόρφωσης για την ποιοτική και επαγγελματική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, που μπορεί να υποβοηθείται αλλά δεν θα εξαρτάται από τα πακέτα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Με το σύστημα αυτό πρέπει να συνδεθεί και η διαδικασία Αξιολόγησης, η οποία, για να αποκτήσει φερεγγυότητα και να έχει αποτελέσματα, πρέπει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, στον εντοπισμό των αδυναμιών για το ξεπέρασμά τους και στην επιτυχία των στόχων που κάθε φορά τίθενται. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αξιολογείται και ο εκπαιδευτικός, μέσα σε μια προσπάθεια συνεχούς βελτίωσής του. Και η Επιμόρφωση και η Αξιολόγηση πρέπει να είναι δυναμικές και ανοιχτές διαδικασίες, που θα αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.
5. Ο συνδικαλισμός των εκπαιδευτικών πρέπει να απαλλαγεί από τα κομματικά δεσμά και να συνδεθεί περισσότερο με τον κοινωνικό ρόλο του σχολείου και της Εκπαίδευσης. Μια νέα δομή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο και να επαναφέρει τους εκπαιδευτικούς στα συνδικάτα τους, θα ήταν να γίνει η κάθε σχολική μονάδα ο πρωτοβάθμιος συνδικαλιστικός πυρήνας, από όπου σταδιακά, θα εκπορευόταν προς τα πάνω η θέληση του εκπαιδευτικού κόσμου σε στενή συνάφεια με την πραγματικότητα της σχολικής ζωής.
             Σίγουρα, υπάρχουν κι άλλα, στα οποία θα μπορούσε κάποιος να σταθεί. Αναφέρθηκα στα κατά τη γνώμη μου σημαντικότερα. Γνωρίζω καλά ότι έχουμε ένα αξιόλογο προσωπικό στην Εκπαίδευσή μας. Πολλοί συνάδελφοι, ιδιαίτερα νέοι με πολλά προσόντα, αγωνίζονται καθημερινά, μέσα σε δύσκολες συνθήκες για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να φροντίσουν ταυτόχρονα για την προσωπική τους βελτίωση. Η Πολιτεία και η κοινωνία πρέπει να ανταποκριθούν στις αγωνίες τους και να σταθούν δίπλα τους. Και ήρθε η ώρα, νομίζω, τώρα που ξεθώριασαν οι όποιες απάτες του νεοπλουτισμού, ο ελληνικός λαός να καταλάβει ότι η Παιδεία πάντα, αλλά ιδιαίτερα σήμερα, είναι ένα αγαθό που έχει την ίδια τουλάχιστον σημασία με τα βασικότερα: το ψωμί και το νερό!
 Θωμάς Πεχλιβάνης, Δρ Ν. Ε. Φιλολογίας, Προϊστάμενος Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δ. Ε. Θεσσαλίας/www.larissanet.gr

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Νόαμ Τσόμσκι:"Κρατήστε το κοινό απασχολημένο, απασχολημένο, απασχολημένο, χωρίς χρόνο για να σκέφτεται· να επιστρέφει κανονικά στη φάρμα με τα άλλα ζώα"

Ο Αμερικανός ακαδημαϊκός και στοχαστής, Νόαμ Τσόμσκι, αναλύει τις δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης.
 1. Η τεχνική της διασκέδασης Πρωταρχικό στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου, η τεχνική της διασκέδασης συνίσταται στη στροφή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και από τις μεταλλαγές που αποφασίστηκαν από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, με ένα αδιάκοπο καταιγισμό διασκεδαστικών και ασήμαντων λεπτομερειών. Η τεχνική της διασκέδασης είναι επίσης απαραίτητη για να αποτραπεί το κοινό από το να ενδιαφερθεί για ουσιαστικές πληροφορίες στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της Ψυχολογίας, της Νευροβιολογίας και της Κυβερνητικής. «Κρατήστε αποπροσανατολισμένη την προσοχή του κοινού, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμαλωτισμένη σε θέματα χωρίς καμιά πραγματική σημασία.
2 . Η τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων Αυτή η τεχνική ονομάζεται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Πρώτα δημιουργείτε ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείτε να προβλέψετε ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να ζητήσει εκείνα τα μέτρα που εύχεστε να το κάνετε να αποδεχτεί. Για παράδειγμα: αφήστε να κλιμακωθεί η αστική βία, ή οργανώστε αιματηρές συμπλοκές, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας που θα περιορίζουν τις ελευθερίες του. Ή, ακόμη: δημιουργήστε μια οικονομική κρίση για να κάνετε το κοινό να δεχτεί ως αναγκαίο κακό τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων και την αποδόμηση των δημοσίων υπηρεσιών.
3. Η τεχνική της υποβάθμισης Για να κάνει κάποιος αποδεκτό ένα απαράδεκτο μέτρο, αρκεί να το εφαρμόσει σταδιακά κατά «φθίνουσα κλίμακα» για μια διάρκεια 10 ετών. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν ριζικά νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός) στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Μαζική ανεργία, αβεβαιότητα, «ευελιξία», μετακινήσεις, μισθοί που δεν διασφαλίζουν πια ένα αξιοπρεπές εισόδημα· τόσες αλλαγές, που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση, αν είχαν εφαρμοστεί αιφνιδίως και βίαια.
4. Η στρατηγική της αναβολής (Σαλαμοποιήση) Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσετε ως «οδυνηρή αλλά αναγκαία», αποσπώντας την συναίνεση του κοινού στο παρόν, για την εφαρμογή της στο μέλλον. Είναι πάντοτε πιο εύκολο να αποδεχτεί κάποιος αντί μιας άμεσης θυσίας μια μελλοντική. Πρώτα απ’όλα, επειδή η προσπάθεια δεν πρέπει να καταβληθεί άμεσα. Στη συνέχεια, επειδή το κοινό έχει πάντα την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «όλα θα πάνε καλύτερα αύριο» και ότι μπορεί, εντέλει, να αποφύγει τη θυσία που του ζήτησαν. Τέλος, μια τέτοια τεχνική αφήνει στο κοινό ένα κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να συνηθίσει στην ιδέα της αλλαγής, και να την αποδεχτεί μοιρολατρικά, όταν κριθεί ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για την τέλεσή της.
5 . Η στρατηγική του να απευθύνεσαι στο κοινό σαν να είναι μωρά παιδιά Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύντονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν έναν αφηγηματικό λόγο, επιχειρήματα, πρόσωπα και έναν τόνο ιδιαιτέρως παιδικό, εξουθενωτικά παιδιάστικο, σαν να ήταν ο θεατής ένα πολύ μικρ ό παιδί ή σαν να ήταν διανοητικώς ανάπηρος. Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλεται να εξαπατηθεί ο θεατής, τόσο πιο παιδιάστικος τόνος υιοθετείται από τον διαφημιστή. Γιατί; «Αν [ο διαφημιστής] απευθυνθεί σε κάποιον σαν να ήταν παιδί δώδεκα ετών, τότε είναι πολύ πιθανόν να εισπράξει, εξαιτίας του έμμεσου και υπαινικτικού τόνου, μιαν απάντηση ή μιαν αντίδραση τόσο απογυμνωμένη από κριτική σκέψη, όσο η απάντηση ενός δωδεκάχρονου παιδιού».
 6 . Η τεχνική του να απευθύνεστε στο συναίσθημα μάλλον παρά στη λογική Η επίκληση στο συναίσθημα είναι μια κλασική τεχνική για να βραχυκυκλωθεί η ορθολογιστική ανάλυση, επομένως η κριτική αντίληψη των ατόμων. Επιπλέον, η χρησιμοποίηση του φάσματος των αισθημάτων επιτρέπει να ανοίξετε τη θύρα του ασυνείδητου για να εμφυτεύσετε ιδέες, επιθυμίες, φόβους, παρορμήσεις ή συμπεριφορές…
7. Η τεχνική του να κρατάτε το κοινό σε άγνοια και ανοησία Συνίσταται στο να κάνετε το κοινό να είναι ανίκανο να αντιληφθεί τις τεχνολογίες και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιείτε για την υποδούλωσή του. «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι πιο φτωχή, ώστε η τάφρος της άγνοιας που χωρίζει τις κατώτερες τάξεις από τις ανώτερες τάξεις να μη γίνεται αντιληπτή από τις κατώτερες». .
8. Η τεχνική του να ενθαρρύνεις το κοινό να αρέσκεται στη μετριότητα Συνίσταται στο να παρακινείς το κοινό να βρίσκει «cool» ό,τι είναι ανόητο, φτηνιάρικο και ακαλλιέργητο.
9. Η τεχνική του να αντικαθιστάς την εξέγερση με την ενοχή Συνίσταται στο να κάνεις ένα άτομο να πιστεύει ότι είναι το μόνο υπεύθυνο για την συμφορά του, εξαιτίας της διανοητικής ανεπάρκειάς του, της ανεπάρκειας των ικανοτήτων του ή των προσπαθειών του. Έτσι, αντί να εξεγείρεται εναντίον του οικονομικού συστήματος, απαξιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και αυτο-ενοχοποιείται, κατάσταση που περιέχει τα σπέρματα της νευρικής κατάπτωσης, η οποία έχει μεταξύ άλλων και το αποτέλεσμα της αποχής από οποιασδήποτε δράση. Και χωρίς τη δράση, γλιτώνετε την επανάσταση!
10. Η τεχνική του να γνωρίζεις τα άτομα καλύτερα από όσο γνωρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους Στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, οι κατακλυσμιαία πρόοδος της επιστήμης άνοιξε μια ολοένα και πιο βαθειά τάφρο ανάμεσα στις γνώσει του ευρέως κοινού και στις γνώσεις που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι ιθύνουσες ελίτ. Χάρη στη Βιολογία, τη Νευροβιολογία και την εφαρμοσμένη ψυχολογία, το «σύστημα» έφτασε σε μια εξελιγμένη γνώση του ανθρώπινου όντος, και από την άποψη της φυσιολογίας και από την άποψη της ψυχολογίας. Το σύστημα έφτασε να γνωρίζει τον μέσο άνθρωπο καλύτερα απ’ όσο γνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύστημα ασκεί έναν πολύ πιο αυξημένο έλεγχο και επιβάλλεται με μια μεγαλύτερη ισχύ επάνω στα άτομα απ’ όσο τα άτομα στον ίδιο τον εαυτό τους.
           Και όμως για να καταρρεύσουν όλα αυτά αρκεί μια στιγμή αφύπνισης. Το “κόκκινο χάπι” που έλεγε ο Μορφέας στόν Νέο στην ταινία Μatrix. Αν υπάρξει έστω μια φευγαλέα στιγμή αφύπνισης όλο το οικοδόμημα καταστρέφεται και πέφτει όπως μια κουρτίνα, και το κυριότερο η κουρτίνα αυτή δεν μπορεί να αναρτηθεί ξανά. Για αυτό σας παρουσιάζουμε τις 10 τεχνικές, μόλις τις παρατηρήσετε ότι συμβαίνουν γύρω σας και εφαρμόζονται κάθε μέρα, η αφύπνιση έρχεται νομοτελειακά. Για όποιον θέλει περισσότερη αφύπνιση ας διαβάσει το “σπήλαιο του Πλάτωνα” και θα ξημερώσει ένας καινούριος κόσμος
www.alexiptoto.com

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Κ. Βάρναλης: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

       Πριν από κάμποσα χρόνια, η χούντα (όπως και όλες οι δικτατορίες της εποχής) χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο ως μέσο απομάκρυνσης του κόσμου από την πολιτική. Οι «χούντες» του σήμερα, κάνουν το ποδόσφαιρο κεντρικό πεδίο της πολιτικής. Για την ακρίβεια: Μιας πολιτικής καρικατούρας, που προσπαθούν να επιβάλλουν τα κυκλώματα του λαθρεμπόριου, της απάτης, της νύχτας και του ναζισμού, για να καταλάβουν και να ασκήσουν άμεσα, χωρίς λακέδες εκπροσώπους, την κεντρική εξουσία.
      Χρειάστηκε μια μακρά περίοδος εκμαυλισμού, για να φτάσουμε στο σημείο αυτό. Ενός εκμαυλισμού, που μέσω της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, απλώθηκε σαν επιθετικός καρκίνος σε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ πέτυχε να κοινωνικοποιήσει τη διαφθορά πολύ ευρύτερα από την παλιά δεξιά του χαφιέ, του τραμπούκου και της μίζας μέσα σε κλειστά κυκλώματα. Μέσω των κοινωνικά δικτυωμένων οργανώσεών του, του θεσμικού πλαισίου που έλεγχε και ελέγχει, των εργολαβιών δημόσιων έργων και παραγγελιών, της διαχείρισης των Εοκικών κονδυλίων και της μαζικής διακαναλικής αποβλάκωσης, το οργανωμένο σε κράτος ΠΑΣΟΚ πέτυχε να φτιάξει μια κοινωνία «κατ’ εικόνα και ομοίωση». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι «όλοι τρώγανε». Ο φουκαράς ο καθηγητάκος για παράδειγμα, δεν έφαγε τίποτα άλλο παρά ξύλο και «πόρτα» όταν του καταργήσανε την επετηρίδα ή από φούμαρα, όταν του τάζανε τα μυθικά 176 ευρώ της «επιδότησης». Είχε όμως τον θεσμό του «αιρετού». Όχι ως ελεγκτή της διοικητικής αυθαιρεσίας (ελάχιστοι τέτοιοι άνθρωποι ψηφίστηκαν, γενικά οι τίμιοι και αδέκαστοι θεωρούνταν κάτι σαν γραφικοί «ιεχωβάδες»), αλλά σαν «κολλητού» για «ώρα ανάγκης».
       Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν εκμαύλισε την ίδια την έννοια του συνδικαλισμού σαν συλλογικής δράσης για τα εργασιακά δικαιώματα, μετατρέποντας την (μέχρι εκεί που του επιτρέψαμε) σε πεδίο συναλλαγής με την εξουσία και «συμμετοχικής διαφθοράς». Η συστηματική υποβάθμιση έως διάλυση των όποιων οργανωμένων παραγωγικών δομών στην πόλη και το χωριό και η αντικατάσταση τους από εύκολες και γρήγορες πηγές πλουτισμού (τόσο πιο εύκολες και τόσο πιο γρήγορες, όσο πιο κοντά βρισκόταν ο «τοπικός ΠΑΣΟΚος»), δηλαδή η Οικονομία του Τίποτα, ήταν η βάση για τον Πολιτισμό του Τίποτα.
     Κάτι απίστευτοι τύποι ήταν τα best sellers των καναλιών. «Τενεκέδες ξεγάνωτοι», σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, βγήκαν από το γυαλί και έγιναν κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής. Ακόμα πιο απίστευτοι ήταν οι τύποι και οι τύπισσες που πλάσαρε η «μουσική» βιομηχανία. Οι μακρινοί ήχοι της Σμύρνης, του Πειραιά, του Τσιτσάνη, του Μίκη και του Μάνου, που ήταν η πολιτισμική ταυτότητα του τόπου αυτού σε εποχές πολιτικής τρομοκρατίας, φτώχειας και αναλφαβητισμού, χάθηκαν μέσα στο «χαβαλέ» του Σκυλάδικου Τίποτα, στην εποχή της πασοκικής δημοκρατίας και του «ευδαιμονισμού».
        Στην εποχή αυτή της μαζικής αποχαύνωσης, το «γήπεδο» (με την ευρεία έννοια) πρόσφερε πεδίο δυναμικής εκτόνωσης. Σε παλαιότερες εποχές, σωματεία σαν τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ αποτελούσαν «στοιχεία ταυτότητας», κοινής αναγνώρισης ανθρώπων της προσφυγιάς και του μεροκάματου. Στην πρόσφατη εποχή του απόλυτου Τίποτα, τα σύμβολα των ομάδων πρόσφεραν αλλοτριωμένα στοιχεία ταυτότητας, όχι σαν κοινά στοιχεία πολιτισμού, αλλά σαν στοιχεία ετεροκαθορισμού από τον «αντίπαλο»: Σαν σύμβολα βίαιας επικράτησης, μίσους και εκμηδενισμού του «αντίπαλου». Έτσι, ο ελληνικός χουλιγκανισμός δεν είχε το κοινωνικό στοιχείο της ανεργίας και της περιθωριοποίησης του βρετανικού χουλιγκανισμού της εποχής της Θάτσερ. Αλλά πολύ περισσότερο, το στοιχείο του κακομαθημένου «κωλοπαιδαρισμού» της πασοκικής κυριαρχίας.
         Τα δυο αυτά πεδία, η «Νύχτα» και το «Γήπεδο», αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο δράσης, κυριαρχίας και ξεπλύματος μαύρου χρήματος από τα κυκλώματα της Μαφίας (όπλα, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά κλπ). Η κεντρική εξουσία, όχι μόνο δεν συγκρούστηκε με τα κυκλώματα αυτά, αλλά συνασπίστηκε μαζί τους. Οι εκάστοτε κυρίαρχοι του ποδοσφαίρου αυτή την περίοδο, είχαν προνομιακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Μέσω των σχέσεων αυτών επέκτειναν τη δράση τους και σε νόμιμα πεδία, κυριαρχώντας και ανταποδίδοντας τις χάρες σε επίπεδο ψήφων. Διόρισαν δε και πολιτικούς τοποτηρητές τους μέσα στις κυβερνήσεις, όπως και οι ίδιοι δέχτηκαν διακεκριμένους πασόκους σε διοικητικές θέσεις των ομάδων τους.
       Η τεχνητή κρίση των μνημονίων, σήμανε το βίαιο τέλος αυτής της εποχής. Έφερε ένα εξίσου βίαιο ανακάτεμα της τράπουλας σε επίπεδο τόσο κέντρων εξουσίας, όσο και οικονομικής κατάστασης όλων των στρωμάτων του πληθυσμού. Μόλις κατακάθισε λίγο ο κουρνιαχτός, βλέπουμε να έχει βγει στο προσκήνιο όλο το μαύρο σαράκι που κατέτρωγε τις ψυχές και τα μυαλά των Ελλήνων πολιτών το προηγούμενο διάστημα. Οι Κασιδιάρης, Μπέος, Μελισσανίδης, Μαρινάκης και πάει λέγοντας, δεν είναι γεννήματα της σημερινής εποχής, αλλά της προηγούμενης. Το σημερινό κύμα της κρίσης φέρνει στην επιφάνεια αυτό που υπήρχε και βαθμιαία κυριάρχησε. Το φέρνει ανοιχτά και απροκάλυπτα.
        Ας υποθέσουμε ότι ο Μαρινάκης είναι ο πετυχημένος επιχειρηματίας, που θα φτιάξει τον Πειραιά κατά το πρότυπο του Ολυμπιακού. Ο ματωβαμένος Κασιδιάρης και ο Μπέος που «στάζει Μαφία» τι ακριβώς είναι; Ο πρώην φυγόδικος, νυν υπόδικος και ομοτράπεζος του Σαμαρά Μελισσανίδης, τι ακριβώς είναι; Δεν είναι σίγουρα η τιμωρία και η αλλαγή του παλιού πολιτικού κατεστημένου. Είναι η αντικατάστασή του στις νέες συνθήκες. Ο «ψευτοκουτσαβάκης» που ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ όλα αυτά τα χρόνια και που σήμερα ντρέπεται να το πει, στον Μπέο και στον Κασιδιάρη βλέπει ίσως και την τιμωρία του ΠΑΣΟΚ, που πρόδωσε την καλοπέρασή του. Βλέπει όμως και τον διάδοχο, που θα συνεχίσει την ίδια κατάσταση, «χώνοντάς» τον στη μάσα του αύριο. Μια μάσα, που δεν θα είναι πια «εθνική», αλλά ατομική. Που για να φάει απ’ αυτήν, πρέπει πρώτα να φάει τον διπλανό του και τον από κάτω του.
        Έτσι, ο Έλληνας πολίτης βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με έναν διπλό φασισμό: Τον φασισμό των μνημονίων, που υπηρετούν οι πολιτικοί υπάλληλοι του χτες: Σαμαράδες και Βενιζέλοι. Και τον original ναζισμό του σήμερα, που εκφράζουν οι κάθε Κασιδιάρηδες και Μπέοι.
      Η εποχή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της παλιάς γερμανικής κατοχής. Και τότε (όπως και σήμερα) οι πολιτικοί και τα κυρίαρχα κόμματα της προηγούμενης περιόδου πρόδωσαν ανοιχτά τον ελληνικό λαό, έγιναν συνεργάτες και τοποτηρητές των γερμανών ναζί ή (στην καλύτερη περίπτωση) κρύφτηκαν μέσα στα βρακιά των Άγγλων φίλων τους, αφήνοντας τον κόσμο απροστάτευτο στην πείνα και στην εξόντωση. Ταυτόχρονα ένα κομμάτι προσκυνημένων από τα λαϊκά στρώματα, εγκλημάτησε ανοιχτά. Οι μαυραγορίτες πλούτισαν από το θάνατο και από την πείνα και οι ταγματασφαλίτες λήστεψαν, βίασαν, κάρφωσαν και εξόντωσαν άμαχο πληθυσμό, ντυμένοι με τη μαύρη στολή και τη σβάστικα. Τα σόγια των σημερινών πολιτικών και τραπεζιτών προέρχονται από τους μαυραγορίτες και τους ταγματασφαλίτες εκείνης της εποχής και η ιστορία διαιωνίζεται.
        Σε μια άλλη χώρα, η αστική τάξη, (σαν «εθνικό σώμα») θα συναισθανόταν ίσως τον επελαύνοντα κίνδυνο του απόλυτου εκμαυλισμού και της αιματηρής βίας σαν κίνδυνο εθνικό και θα προσπαθούσε να προωθήσει κάποιον ελεγχόμενο από αυτήν συμβιβασμό. Η δουλική και αλήτικη άρχουσα τάξη της χώρας μας δεν λειτουργεί σαν ταξική ομάδα στο έδαφος ενός κατακτημένου πολιτισμού, παρά σαν ένας αχταρμάς αλητών πλιατσικολόγων, που αφήνουν τη χώρα στο απόλυτο έλεος των μαφιόζων και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών.
       Και τότε, όπως και σήμερα, μοναδική δύναμη αντίστασης στη μαύρη λαίλαπα στάθηκε, το θέλουμε ή όχι, η Αριστερά. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά:
     Η Αριστερά του τότε, περιθωριακή και ολιγάριθμη, ήταν νέα ακμάζουσα, δυναμική, επαναστατική. Η Αριστερά του σήμερα, στο σύνολό της, πολύ πιο πολυάριθμη, είναι μια Αριστερά αποκοιμισμένη, αποχαυνωμένη και η ίδια από το μαξιλάρι της νομιμότητας, που της έδωσε αρχικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, από την κολακεία και τις σειρήνες του Συστήματος, από τα ανώδυνα «πεδία δράσης» που την ενσωμάτωσε το σύστημα ΠΑΣΟΚ. Είναι μια Αριστερά, που σταμάτησε να ρισκάρει, να αμφισβητεί και να αλλάζει πρώτα τον εαυτό της, να είναι πηγή νέων ιδεών και νέου πολιτισμού, να παράγει σύγχρονη θεωρητική σκέψη και κυρίως: σύγχρονη επί της ουσίας ανατρεπτική πολιτική. Είναι δηλαδή μια μακάρια Αριστερά, με αυτόματο πιλότο, που κοιτά σαν νάρκισσος τον εαυτό της. Και αυτός ο ναρκισσισμός γεννά στα πιο καθυστερημένα τμήματά της τον αυτοκαταστροφικό κανιβαλισμό, τη στιγμή που η ενότητά της είναι η πιο μεγάλη απειλή για το σύστημα, και ταυτόχρονα προβάλλει σαν «Εθνική Ανάγκη». Αυτό το βλέπει ή το διαισθάνεται ο λαός. Το βλέπουν όλοι οι άλλοι, εκτός από αυτήν.
      Παρ’ όλα αυτά: Αυτή η Αριστερά είναι η μόνη που αντιστάθηκε, έστω με τον δικό της τρόπο, όλα αυτά τα χρόνια. Και κυρίως, είναι η μόνη που παθιασμένα αντιστέκεται και σήμερα. Και γι’ αυτό, είναι (δυστυχώς ή ευτυχώς) το μόνο όπλο στα χέρια μας.
     Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα ατσάλινο κλουβί, που οι δυο απέναντι τοίχοι του, ο φασισμός του συστήματος από τη μια και η ναζιστική μαφία από την άλλη, κινούνται κατά πάνω μας και δεν θα αργήσουν να μας συνθλίψουν. Μπροστά στα πόδια μας βρίσκεται πεσμένος ένας μοχλός. Λίγο σκουριασμένος αλήθεια, αλλά τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή δεν έχουμε. Ας τον σηκώσουμε στα μπράτσα μας και ας τον βάλουμε ανάμεσα στις δυο συμπληγάδες. Δεν είναι καιρός για μεμψιμοιρίες. Ας κρατήσουμε ανοιχτό το φως, όσο μπορούμε, γιατί «αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών». Ο δρόμος για τη ελευθερία είναι δύσκολος κι ανηφορικός, αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να λυτρώσουμε το σώμα μας, την ψυχή μας και το πνεύμα μας. 

Χρήστος Χατζηχρήστος/alfavita.gr

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Πώς βιώνουν οι έφηβοι την οικονομική κρίση;


Δέκα έφηβοι μεταξύ 13-17 ετών, από διάφορες περιοχές της Αθήνας, αποκαλύπτουν τι σημαίνει γι’ αυτούς οικονομική κρίση. Ο λόγος τους απρόβλεπτος, αποκαλυπτικός, σκληρός αλλά και ευαίσθητος… αποτελεί έκπληξη, συγκίνηση, πρόκληση, πρόσκληση, τροφή του νου και της ψυχής.

         Σαν το θεό Ανταίο, που παίρνει δύναμη από το στέρεο πάτημα τον ποδιών του στο χώμα της μητέρας γης για να μπορέσει να πετάξει, ο έφηβος αναζητά και αυτός τη δύναμη εκείνη που θα τον απελευθερώσει και θα τον αφήσει να πετάξει, ελεύθερος και ευτυχισμένος στη ζωή του.

       «Θέλω να μην είμαι εξαρτημένη από τους άλλους… και όχι μόνο από τους γονείς, γενικά…» (Λένια).

       Το έδαφος από το οποίο ο έφηβος προσδοκά να αντλήσει δύναμη είναι αυτό των γονιών του, του σχολείου, των συνομηλίκων του και της ευρύτερης κοινωνίας. Έδαφος που στη παρούσα κοινωνική συγκυρία μοιάζει με κινούμενη άμμο.

«Νοιώθω ανασφάλεια... γιατί δεν θα υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες για όλους. Θα υπάρχει ανεργία πάντα και το να είσαι άνεργος είναι ό,τι πιο καταστροφικό πιστεύω και σε προσωπικό επίπεδο μετά. Δεν μπορώ να αυτονομηθώ!» (Σωτήρης).

Η ελληνική κοινωνία της οικονομικής κρίσης, δεν ενισχύει επαρκώς τις κατάλληλες συνθήκες για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητας του εφήβου. Ο έφηβος καθρεφτίζεται στην κοινωνία για να συγκροτήσει ταυτότητα, όπως ανάλογα το βρέφος καθρεφτίζεται στο βλέμμα της μητέρας του. Όταν η κοινωνία αυτή είναι τραυματισμένη, και το είδωλο θα καθρεφτιστεί ανάλογα.

Κατά τον Feldman (2010) οι έφηβοι βιώνουν την εφηβεία ως μια περίοδο άκρως στρεσογόνο. Ενδιαφέρον προκαλεί ο λόγος της Μελίνας που δένει την εφηβεία με τις κοινωνικές συνθήκες, περιγράφοντας την έκρηξη που προκαλείται από αυτό το μείγμα ως ένα «φοβερό ΜΠΑΜ», όταν πρόκειται για «κρίση»:

«Γίνεται μια έκρηξη και εσύ δεν ξέρεις πού να κρυφτείς, πού να συμμαζευτείς. Τίποτα. Διότι εσύ που είσαι έφηβος και είναι η ηλικία που όλα θέλεις να είναι τέλεια, θέλεις δηλαδή να ζεις στο κόσμο που έχεις ονειρευτεί, και όταν ήδη είσαι επηρεασμένος εσωτερικά, που δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις αυτό το όνειρο, είναι και έξω ακόμα χειρότερα από αυτό που μπορούσες ποτέ να φανταστείς … οπότε όλα αυτά συνδυάζονται μαζί και κάνουν ένα φοβερό… ΜΠΑΜ!... και μετά αυτό το ΜΠΑΜ δε συμμαζεύεται. Δηλαδή αυτή την έκρηξη δεν μπορείς να τη συμμαζέψεις εύκολα. Είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι αν ήσουν σε μια κοινωνία η οποία άνθιζε και ήτανε στο ζενίθ της. Αυτό το ΜΠΑΜ είναι αγανάκτηση! (παύση) Αγανακτώ!» (Μελίνα).

Φαίνεται λοιπόν ότι η οικονομική κρίση, βιώνεται από τους εφήβους ως παράγοντας άγχους, που έρχεται και επικάθεται σε εκείνο που αναδύεται έτσι και αλλιώς, εξαιτίας της εφηβείας.

Ο ένας παράγοντας έκλυσης άγχους, η εφηβεία, πυροδοτεί τον άλλον -οικονομική κρίση- και αντίστροφα. Στη συνέχεια μυριάδες συναισθήματα αναφύονται.

Το κοινωνικό μήνυμα όμως που δέχεται ο έφηβος είναι διπλόσημο και αντιφατικό. Ο νέος ακούει τη φράση «Δεν είσαι πια παιδί», γεγονός που το ίδιο του το σώμα μαρτυρεί, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνία τον κρατά σε μια παρασιτική, μη ανεξάρτητη θέση, που μοιάζει με εκείνη του παιδιού. Η κοινωνία ευνουχίζει το νέο, κοινωνικά και ψυχοσεξουαλικά αφού του «απαγορεύει» να ξεδιπλώσει την ψυχοκοινωνική του ωριμότητα.

Η διπλόσημη κατάσταση («double bind») που βιώνει, του προκαλεί σύγχυση, πόνο και όλα αυτά τα συναισθήματα και τις σκέψεις, που ο λόγος των εφήβων αποκάλυψε.

Η Λένια βλέπει τον εαυτό της μπερδεμένο, σε ένα μείγμα αντιφατικών συναισθημάτων μεταξύ τους, αναφέροντας χαρά και λύπη. Όλο αυτό το χαρακτηρίζει ως «τρέλα»:

«Και είμαι λίγο… μπερδεμένη. Δεν ξέρω τι… αν είναι να χαρώ ή να στενοχωρηθώ. Είναι τρέλα. Τρέλα σε πιάνει…» (Λένια).

«Δε ξέρω. Πραγματικά δεν ξέρω. Αυτό είναι μπέρδεμα. Δε ξέρω. Με πιάνει… δε ξέρω… Χάνεσαι... […]… Δεν ξέρεις τι συναίσθημα έχεις. Είναι πολύ περίεργο (μειδιά θλιμμένα)… » (Λένια.)

«Πολλές φορές με πιάνουν τα κλάματα γιατί αγχώνομαι. Έχει τύχει να με πιάσουν τα κλάματα πολλές φορές μέσα στη μέρα και για πολλές μέρες συνεχόμενα.» (Λένια)

«είναι ένα χάος…. και εγώ με το παραμικρό πρόβλημα θέλω να αυτοκτονήσω ας πούμε (γελά)» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι επίσης μίλησαν για μια ολική καταστροφή, μια ολική κατάρρευση. Αναφέρθηκαν στη θλίψη και στον πόνο που τους προκαλεί η απώλεια της ζωής που είχαν πριν τη κρίση, ακόμα και η απώλεια της προηγούμενης εικόνας της χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ας ακούσουμε την Αριάδνη:

«Και κάποτε η Ελλάδα ήταν μια χώρα με ανθρώπους τίμιους, ηθικούς που πολεμούσανε… ήτανε χώρα σημαντική, χώρα που επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία, τον κόσμο όλο, που πέρασε την γλώσσα της. Που εμείς εδώ εμφυσήσαμε το θέατρο, τον πολιτισμό, και τώρα πού είμαστε;» (Αριάδνη).

Οι αναφορές των εφήβων στη παρούσα μελέτη επιβεβαιώνουν τον Winnicott (1965) που τονίζει ότι ο έφηβος έχει απόλυτη ανάγκη να νοιώθει ότι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται είναι άξιο της εμπιστοσύνης του, δηλαδή ούτε θα τον εκδικηθεί ούτε θα καταρρεύσει.

Όλοι οι έφηβοι ανεξαιρέτως εκφράσανε ότι βιώνουν κλονισμό της εμπιστοσύνης τους προς τη πατρίδα τους, τους κοινωνικούς θεσμούς και τα άτομα «δύναμης». Η απώλεια εμπιστοσύνης εκφράζεται με συναισθήματα θυμού, οργής και θλίψης.

Μερικά από τα παρακάτω αποσπάσματα, επιβεβαιώνουν την ανάγκη των παιδιών να νοιώσουν εμπιστοσύνη και από την άλλη μεριά την κοινωνική αδυναμία για να τους τη προσφέρει:

«Σε έναν άδικο κόσμο ζούμε. Αν είχαμε δημοκρατία, θα μπορούσαμε να κάναμε κάτι... (παύση) αλλά δεν έχουμε! (αλλαγή τόνου φωνής, σχεδόν ψιθυριστά) Τι έχουμε; Κεκαλυμμένη δικτατορία;!» (Αριάδνη).

«Σίγουρα νοιώθω αγανάκτηση και θυμό γιατί ξέρω ότι κάποιοι ανώτεροι ελέγχουν όλα αυτά και αυτοί οι ανώτεροι αντί να βελτιώσουν τη χώρα…» (Μελίνα).

«….πολιτικοί μέσα στη διαφθορά και στο σκάνδαλο που δεν θέλουν να καταλάβουν, να νοιαστούνε και κοιτάνε μόνο πως θα συνεχίσουν να έχουν αυτή την πορεία…» (Αριάδνη).

Σε ποια στέρεα κοινωνική βάση οι έφηβοι αυτοί θα μπορέσουν να διαμορφώσουν ατομική και κοινωνική ταυτότητα;

Σύμφωνα με τις απόψεις του Erikson (1990) και άλλων, η κλονισμένη εμπιστοσύνη των εφήβων στα σημαντικά πρόσωπα γι' αυτούς και την κοινωνία γενικότερα αποτελεί απειλή για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητάς τους.

Από τον εφηβικό λόγο φάνηκε να υπάρχει έλλειμμα κοινωνικής νοηματοδότησης σε αυτό που κυρίως κάνουν οι έφηβοι, την κατάκτηση της γνώσης μέσα από τη σχολείο.

Από τη μια, η ανεργία που νοιώθουν ότι θα αντιμετωπίσουν και από την άλλη το βίωμα της οικονομικής κρίσης μέσα από τα πρόσωπα των καθηγητών και των γονιών τους, φαίνεται να τους θέτουν εμπόδια.

Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης φάνηκε να είναι το συναίσθημα της ματαιότητας. Ο Σωτήρης ως εξαιρετικός μαθητής αναρωτιέται αν κάνει το σωστό ή ασχολείται μάταια:

« Ό,τι εφόδια και να έχω σκέφτομαι μήπως πάω… ασχολούμαι τσάμπα;» (Σωτήρης).

«Νοιώθω αυτό το μάταιο λιγάκι. Ότι παίζει πολύ πια η τύχη, αν θα μπορέσεις να βρεις κάτι σταθερό και να πορευτείς με αυτό.» (Σωτήρης).

Οι έφηβοι θεώρησαν πως το άγχος των γονιών για τα οικονομικά, αποτελεί κύρια αιτία για τις φωνές, τους καυγάδες ακόμα και τις χειροδικίες ανάμεσα σε αυτούς και τους γονείς τους.

Η Κατερίνα και η Αριάδνη, λένε, χαρακτηριστικά: «έχει αγχωθεί περισσότερο η μάνα μου. Γενικά έρχεται σπίτι και όλο έχει άγχος… ε … τσακώνεται και με το πατέρα μου που δε βρίσκει λεφτά να στείλει… ε… γενικά η μάνα μου έχει επηρεαστεί πολύ.» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι βίωσαν την οικονομική κρίση διαμέσου της κοινωνικής βίας που εισπράττει ο γονέας μεταφέροντάς την στο σπίτι και ξεσπώντας πάνω στα παιδιά. Το συσσωρευμένο του θυμό που ενδεχομένως αδυνατεί να εκφράσει στις πραγματικές πηγές του, τον βγάζει στη σχέση του με τα παιδιά μέσω λεκτικής και ακόμα και σωματικής βίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι έφηβοι πολύ καθαρά συνδέουν αυτή την «παραβατική» συμπεριφορά των γονιών τους με την υφιστάμενη κοινωνική συνθήκη της ανεργίας, την απώλεια στέγης, την οικονομική εξαθλίωση.

«Όπως και περιπτώσεις γονέων που χάνουν δουλειές, σπίτια και αυτά και αντί να προσπαθήσουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους ξεσπάνε πάνω στα παιδιά τους, τα δέρνουν, τα χτυπάνε… γιατί ξόδεψες εκεί 2 € και ξεκινάνε να τα χτυπάνε… καλά εκεί μπορώ να σκοτώσω το γονιό αν κάνει κάτι τέτοιο.» (Μελίνα).

Τα μάτια της Μελίνας είναι γεμάτα από τρόμο, η φωνή της γεμάτη από απόγνωση. Η καθημερινότητά της στο δρόμο είναι από μόνη της μια απειλή. Όλοι για εκείνη έχουν μετατραπεί σε υπόπτους, σε δυνητικούς εγκληματίες. Κάθε σκιά, κάθε παράξενος θόρυβος, κάθε κίνηση είναι σημάδι εγκλήματος:

«…αν σταματήσει κάποιος να με ρωτήσει κάτι, ξεκινώ και τρέχω και λέω τι θέλει αυτός εδώ; να με πάρει μέσα; Δεν είναι τόσο εκνευριστικό, όσο ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ (η Μελίνα μιλά με ένταση και φόβο στα μάτια της)… και δε ξέρω…» (Μελίνα).

Τελικά, οι έφηβοι περιγράφουν το βίωμά τους γεμάτο από φόβο και τρόμο με οδυνηρές συνέπειες στη καθημερινότητά τους και την ομαλή ψυχική τους ανάπτυξη. Από τις περιγραφές τους φαίνεται ότι οι έφηβοι απειλούνται περισσότερο από τον ίδιο, τον καθημερινά βιωμένο φόβο, παρά από το καθαυτό έγκλημα. Εκεί όμως που ο τόνος της φωνής τους δυναμώνει και τα παιδιά ορθώνουν το κορμί τους και το πρόσωπό τους λάμπει, είναι τότε που εκφράζουν θετικά συναισθήματα και ελπίδα για μια πιθανή ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης διατυπώνοντας την επιθυμία να πάρουν τη τύχη της ζωής τους στα χέρια τους.

Με τον τρόπο αυτό, ο εφηβικός λόγος μας θυμίζει ότι τα πάντα μπορούν να μεταλλαχτούν σε ευκαιρία αν η κρίση, μας οδηγήσει σε κρίση, σε σκέψη, και από εκεί σε αλλαγές προσωπικές και κοινωνικές.

«… αν μπορούσα… (σιωπή)… θα… (σιωπή)…. έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου και θα έφτιαχνα με το... , ελπίζω να μην ακουστεί κάπως αυτό… με το έτσι θέλω, μια καλύτερη κατάσταση.» (Αριάδνη).

Οι έφηβοι παρά το διάχυτο φόβο τους, απαλλαγμένοι από ενοχές, φάνηκε να δημιουργούν και να επινοούν τρόπους δημιουργικής θέασης του κόσμου. Αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας τους δίνει περισσότερη ψυχραιμία και αισιοδοξία, στοιχεία που τους αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στη κρίση.

«Μου αρέσει πολύ που τρώμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι. Είναι τόσο απλά πράγματα που μπορεί να σε κάνουν ευτυχισμένη… και είναι τα καλύτερα. (Γελάμε…)» (Αλίκη).

Η δημιουργία, για κάποιους από τους συμμετέχοντες, αποτελεί έναν ενεργητικό τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Έκφραση συναισθημάτων, ιδεών… ονειροπόληση. Η τέχνη για την Αριάδνη λειτουργεί ως αντίδοτο σ’ αυτόν τον κοινωνικό μαρασμό.

«Προσπαθώ μέσα από το γράψιμο. Μου αρέσει να γράφω ποιήματα που το εκφράζουν αυτό….τα συναισθήματα λύπης και εκνευρισμού…» (Αριάδνη).

Η Μ. Καραπάνου (Τσαλίκογλου, 2008) αναφέρει, «Το παιδί… δεν αντέχει τη βία των ενηλίκων. Τι πιο φοβερή πράξη από το να μη σε αγαπάνε;» Η οικονομική κρίση φάνηκε σαν μια απουσία κοινωνικής αγάπης και φροντίδας προς τις εφηβικές ανάγκες. Οι συνεντεύξεις αποτέλεσαν ένα βίωμα πάνω στο βίωμα της κρίσης για τους εφήβους αλλά και για εμένα. Οι συμμετέχοντες εκφράσανε τη λυτρωτική δράση που είχε για αυτούς η διαδικασία των συνεντεύξεων:

«… υπάρχει κάποιος που αλήθεια θέλει να μάθει πώς σκεφτόμαστε εμείς, γιατί δεν έρχεται κανένας να ρωτήσει, όχι μόνο εμένα αλλά και άλλα παιδιά. Το μοίρασμα είναι ανακουφιστικό.» (Αριάδνη)

       «Ουφ! (βγάζει αέρα από μέσα της, έντονα). Νοιώθω ανακούφιση. Νοιώθω πολύ καλύτερα.» (Λένια).

       «… ένοιωσα… ότι τα μοιράζομαι με κάποιον… που νοιάστηκε για μένα…» (Ιάσονας).

       Τα λόγια των παιδιών επιβεβαιώνουν τη θέση του Erikson (1990) για τη θεραπευτική επίδραση της επίγνωσης και της αυτοπαρατήρησης, η οποία δυναμώνει την αντίληψη του ατόμου για τη κατάστασή του και τον κόσμο γύρω του.

       Ο λόγος των εφήβων τολμηρός, δυνατός, αληθινός, περιέγραψε τη ιστορία, την πρόβλεψε, τη σχεδίασε και τη δημιούργησε!-

Βιβλιογραφία Erikson, E. (1990). Η παιδική ηλικία και η κοινωνία. Αθήνα: Καστανιώτης. Winnicott, D.W. (1965): Adolescence: Struggling through the doldrums. In “Adolescent Psychiatry”, Eds S.C. Feinstein, P. L. Giovacchini, A. A. Miller, Vol I, 1971, Basic Books, New York. Τσαλίκογλου, Φ. (2008). Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς. Αθήνα: Καστανιώτης.

Από την πτυχιακή εργασία της Αναστασίας Αδάμ στο τμήμα ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Φωτεινής Τσαλίκογλου. (Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη/tvxs.gr/

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

«Aντίπαλες» ιδεολογίες, ίδια πολιτική

         Τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, οσοδήποτε συναρπαστικά ή και ιλιγγιώδη, αλλάζουν τις συνθήκες του βίου, τρόπους, συνήθειες, πρακτικές του βίου. Δεν αλλάζουν τη φύση του ανθρώπου. H φύση μένει πάντα φθαρτή και θνητή, πάντα ίδιες οι ενστικτώδεις ενορμήσεις που αντιπαλεύουν τη φθαρτότητα και τη θνητότητα – ορμή της αυτοσυντήρησης, ορμή της κυριαρχίας, ορμή της ηδονής.
       Πάντα ανοιχτή και η δυνατότητα αντίστασης στη νομοτέλεια των ενστίκτων (όχι ίδια σε όλους, αλλά σε όλους δοσμένη): Δυνατότητα σχετικής ελευθερίας από τις φυσικές αναγκαιότητες, ενεργητικής ετερότητας από τη φυσική ομοείδεια – ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου η ελευθερία, «το κυρίως ανθρώπινον» γνώρισμα.
        Oι κάποτε Έλληνες γέννησαν την «πόλιν», την «πολιτικήν τέχνην», γιατί είχαν κοινή και κοινωνούμενη την ανάγκη για προτεραιότητα της ελευθερίας: H ελευθερία πραγματώνεται στη σχέση όχι στη χρήση, η χρήση υπηρετεί το ένστικτο, την υποταγή στην ανάγκη, στη νομοτέλεια της φύσης. Tο άθλημα της σχέσης παράγει την «πόλιν», την ελευθερία από την αναγκαιότητα, τον «πολιτισμό».
Στους αντίποδες ο σημερινός πρωτογονισμός: να εκλαμβάνεται η ελευθερία ως ατομικό «δικαίωμα», να ταυτίζεται με τη συμβατικά κατασφαλισμένη ευχέρεια απεριόριστων εγωτικών επιλογών. Eνδιαφέρει η θωράκιση του ατόμου (κάθε αδιαφοροποίητης μονάδας της φυσικής ομοείδειας), η ικανοποίηση των ενστικτωδών ενορμήσεων κυριαρχίας και ναρκισσιστικής ηδονής. «Πολιτισμός» με αντεστραμμένους τους όρους του ελληνικού αθλήματος.
            Όμως καμιά συλλογικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κάποιο χαλινό στη ζούγκλα των ενστικτωδών απαιτήσεων του φυσικού ατόμου. Aκόμα και τα οργανωμένα εθνοφυλετικά μορφώματα που προέκυψαν από τον δυτικό βαρβαρικό Mεσαίωνα (the barbarian West), συλλογικότητες συνεπέστατα υποταγμένες στην προτεραιότητα της χρείας (της θρησκευτικής, νομικής, ιδεαλιστικής ή ιστορικο-υλιστικής χρησιμοθηρίας) υποχρεώθηκαν εκ των πραγμάτων να αναζητήσουν κάποιους «υπερβατικούς» άξονες συνοχής της συλλογικότητας ως χαλινό του αντικοινωνικού ατομοκεντρισμού.
          Σαν τέτοιοι άξονες λειτούργησαν ο εμπεδωμένος από τη σχολική παιδεία και τη θεσμική οργάνωση ορθολογισμός των συμβάσεων (κυριολεκτικά ειδωλοποιημένος), η καύχηση για το ιστορικό παρελθόν της συλλογικότητας, για τα επιτεύγματα στις Tέχνες, στις επιστήμες, για τον κατά κεφαλήν πλούτο, τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά του οικιστικού περιβάλλοντος, την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας της όποιας συλλογικής ιδιαιτερότητας, κ.ά.π.
      Kοινωνίες που βγήκαν από μακραίωνη υποδούλωση σε αλλοεθνή κυριαρχία ή από πολύχρονο αποικιοκρατικό καθεστώς, αφέθηκαν κατά κανόνα στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να αντιγράψουν κάποιο από τα μοντέλα εφαρμογής του δυτικού «παραδείγματος», για να γευθούν αυτόματα τους ηδονικούς καρπούς της απολυτοποιημένης χρησιμοθηρίας. Tο ελλαδικό κράτος είναι μια τέτοια περίπτωση. Oι Bαυαροί που το έστησαν, συνεπικουρούμενοι από τους ξιπασμένους αυτόμολους της κοραϊκής δυτικολαγνείας, προσπάθησαν να προσδώσουν στον πιθηκισμό της Δύσης από τον ελλαδισμό στοιχεία διακοσμητικής ιδιαιτερότητας: Tη νεοκλασική αρχιτεκτονική, το μουσειακό ενδιαφέρον για το αρχαιοελληνικό κυρίως παρελθόν και το λαογραφικό ενδιαφέρον για το μεταβυζαντινό. Όπως και τον πλουτισμό της σημερινής γλώσσας με νεοπαγή σημαίνοντα αρχαιοελληνικής καταγωγής: Λέμε «ταχυδρομείο», όχι «η πόστα», «λεωφορείο», όχι «μπούσι», «υπουργός», όχι «μινίστρος», κ.λπ.

        Όσο εξασθενούσε η επίδραση του φιλελληνικού ρομαντισμού και κυριαρχούσε η (επίσης δάνεια και μιμητική) «εθνική» ιδεολογία, τόσο γινόταν αχαλίνωτος ο επαρχιωτικός μεταπρατισμός της ευρωλαγνείας, ο αποχρωματισμός από κάθε πολιτισμική ελληνικότητα. H απρόσωπη ετοιματζίδικη πολυκατοικία, εφιαλτικά πολυώροφη ακόμα και σε στενωπούς ή σοκάκια, η φιγουρατζίδικη ακαλαισθησία της «χρηστικότητας», ομοιομορφοποίησε οικιστικά την Eλλάδα από άκρη σε άκρη – καθορίζει σήμερα ανεπανόρθωτα την τριτοκοσμική ταυτότητα της χώρας.
         Aδύνατο να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στο Pέθυμνο ή στην Kαβάλα, στην Πάτρα ή στον Bόλο, στην Aλεξανδρούπολη ή στην Kαλαμάτα. Tερατώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα, απρόσωπα, πανομοιότυπα με της Σιγκαπούρης ή της Kόστα Mπράβα, έχουν οριστικά καταστρέψει το απαρόμοιαστο κάλλος τόσο των ακτών όσο και του ορεινού τοπίου. O μισός πληθυσμός της χώρας συγκεντρωμένος στην πρωτεύουσα, όπως σε όλες τις υπανάπτυκτες κοινωνίες – η Aθήνα συναγωνίζεται σε ασχήμια, μόλυνση και συνθήκες ανοργανωσιάς του βίου, το Kάιρο, τη Bαγδάτη, το Nέο Δελχί.
                O μαζοποιημένος πια, από τη μονοδιάστατη τηλεοπτική «πληροφόρηση» και «ψυχαγωγία», ελληνώνυμος πληθυσμός, ζει και ενεργεί με μοναδικό στόχο και «νόημα» βίου το χρήμα, την καταναλωτική λιγούρα, την κρετινική «διασκέδαση». Mε ακαταμέτρητους τους «λειτουργικά αναλφάβητους», αλλά επιδεικτικά, δίχως την παραμικρή μειονεξία ακκιζόμενους στα «μήντια», στην πολιτική, στον συνδικαλισμό, με το σχολειό εξευτελισμένο από τις «διευκολύνσεις» της ημιμάθειας, των «μιας χρήσεως» γνώσεων, της χυδαίας «φροντιστηριακής» χρησιμοθηρίας – την απόκτηση πτυχίου μόνο για εξασφάλιση μισθού με την ελάχιστη δυνατή απασχόληση. Oι περιγραφές της παρακμής τέλος δεν έχουν, ούτε ο απελπισμός που προκαλούν έχει όρια.
            Όλοι όσοι κυβέρνησαν τον τόπο από το 1974 ως σήμερα, όλοι, δίχως εξαίρεση και ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους λεοντή («οικονομικού φιλελευθερισμού» ή «σοσιαλισμού» ή των φενακισμένων τους αποχρώσεων), ήταν συνεπέστατοι ενσαρκωτές του Iστορικού Yλισμού, στην πιο χονδροειδή, επαρχιώτικη εκδοχή του. Στόχος και αποκλειστικό περιεχόμενο της πολιτικής τους: η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας – να ρέει χρήμα, έστω και δανεισμένο, με παροχές για εξαγορά ψηφοφόρων, να ψηφοθηρούν τα φαυλεπίφαυλα κόμματα πουλώντας ψευδαισθήσεις ευζωίας.
           H εγκληματική τους, όλων, αφροσύνη, ιδιοτέλεια και απαιδευσία μάς οδήγησε στον σημερινό εφιάλτη καταστροφής της ζωής μας και των ονείρων μας. Tουλάχιστον, με την πείρα τώρα πια του πανικού και της απόγνωσης, οφείλουμε στον εαυτό μας, επιτέλους, ρεαλιστικές επιγνώσεις: «Kαραμανλικός» ή «παπανδρεϊκός», «προοδευτικός» ή «ριζοσπαστικός», ο Iστορικός Yλισμός συγκεφαλαιώνει την αποτυχία μας, το εφιαλτικό μας αδιέξοδο. Eίναι ο μονόδρομος της χρήσης, όχι η προτεραιότητα της σχέσης, ο εταιρισμός των συμφερόντων, όχι το κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής. O Iστορικός Yλισμός εξομοίωσε πολιτικά τον Kαραμανλή με τον Aνδρέα, τον Σημίτη με τον Mητσοτάκη, τον Σαμαρά με τον Kουβέλη.
        Mε άλλα λόγια: το ζητούμενο δεν είναι να μας «εμπιστευθούν» και πάλι οι μαφίες των δανειστών τοκογλύφων. Eίναι να βρούμε οι Έλληνες τον εαυτό μας: αν κρύβεται ξεχωριστή ποιότητα ζωής στο να είσαι Eλληνας, αν είναι εμπειρικά ψηλαφητός ο ρεαλισμός του Kαβάφη: «ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιωτέραν».
        Nα είναι πολιτική αυτή η ψηλάφηση, μέσα από θεσμούς.
 Χρήστος Γιανναράς/kathimerini.gr

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ο Θεός των παιδιών και της ικεσίας

        Υπάρχει ένα προαιώνιο συμβόλαιο κάθε άνθρωπος να συναντά μια φορά στη ζωή τούτη το Θεό. Είτε πιστεύει είτε όχι. Είτε ενάρετος ή αμαρτωλός. Παιδί ή γέροντας πριν ξεψυχήσει.  
         Και σε άλλους τυχαίνει να εμφανιστεί, ενόσω ευτυχούν, στους περισσότερους, όταν τους θωπεύει η απελπισία, στον κίνδυνο η επίκληση η στερνή. Σε κάποιους σε μια ασήμαντη στιγμή, στο μεγαλείο μιας θυσίας η καρτερία, αχτίδα την ώρα τη χαμένη στην αχλή, στο γέλιο το κελαρυστό ορμή, απόδραση στην αγωνία της αρρώστιας και του θανάτου.
           Σχεδόν πάντα παίρνει τη μορφή της αναίτιας ελπίδας, της ανεξήγητης βεβαιότητας, όταν οι πιθανότητες επικυρώνουν το αντίθετο της ερμηνείας, όταν η λογική λιποτακτεί της έμπνευσης, όταν ο νους στερεύει της έξαψης, τότε που το συναίσθημα ενδίδει. Στην αυταπάτη στίχος εναλλακτικός και στην φενάκη αρμονική ραψωδία.
           Μέσα στη σύγκρουση αναδύεται και στο θυμίαμα της κατάνυξης σκορπάει. Την υπερβατικότητα της περισυλλογής διαφεντεύει, φουσκώνει τα στήθια πριν δειλιάσουν, παροτρύνει την απόφαση με το βαρύ τίμημα, γλυκαίνει τη μοναξιά και ζωγραφίζει ερωτηματικά στου μικρού παιδιού την απορία. Λυγμός και αναστεναγμός δάκρυ που καίει το μάγουλο, ψίθυρος που κατευνάζει, λόγος που πυρπολεί τα καθιερωμένα.
         Επαναστάτης ο Θεός, τα ανήμερα παιδιά Του ξεσηκώνει τους εμπόρους να εκδιώξουν από τους ναούς, πολέμαρχος τις συμβάσεις καταλύει, άχρονος τα όνειρα χρωματίζει, όμορφος μέσα στο κάλλος της κοπέλας θάλλει, σοφός, μέσα σε τύπους μαθηματικούς ο άγνωστος παράγοντας. Μέλι ο Θεός και γλυκασμός, αγάπη που δεν ειπώθηκε, μεταμέλεια εκείνων που δεν πραγματοποιήθηκαν και όσων συνέβησαν ενάντια στις προθέσεις παραμυθία.
        Συγχώρεση και δοξασία και νόμος και έλεος. Μεταβολή που καθορίζει την έκβαση και πνεύμα που συνέχει τα πάντα. Οι περισσότεροι λένε πως δεν Τον είδαν ποτέ. Ίσως γιατί τόσο πολύ κατακλύζει η παρουσία Του την ύπαρξη, που στο τέλος ταυτίζεται με όλες τις εκδοχές μας.
epapanis.blogspot.gr

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ο φόβος για το θάνατο

         Ο φόβος για τον θάνατο είναι κάτι πολύ φυσιολογικό και ανθρώπινο. Όλοι μας ανεξαιρέτως, φτωχοί και πλούσιοι, υγιείς και άρρωστοι, ικανοποιημένοι και δυστυχείς, μορφωμένοι και μη μορφωμένοι, μικροί και μεγάλοι ανησυχούμε για το θάνατο, γιατί είναι για την ανθρώπινη, πεπερασμένη μας φύση Το Άγνωστο. Το πεπερασμένο της ύπαρξης μας μας φέρνει αντιμέτωπους με πολλές, αλλά όχι άπειρες επιλογές.
          Ξέρουμε ότι πρέπει να επιλέξουμε κάποιες από όλες, θρηνούμε που χάνουμε όλες τις υπόλοιπες. Κρατιόμαστε με νύχια και με δόντια από τον έρωτα, το μέγα αντίδοτο του θανάτου. Είναι η κατάσταση εκείνη που αισθανόμαστε άτρωτοι, αιώνιοι, άφθαρτοι, ζωντανοί ως το μεδούλι. Συνδεόμαστε με τους άλλους, για να αντέξουμε τη θνητότητά μας και να μην επιτρέψουμε στη μοναξιά να διεισδύσει σα μικρόβιο στο αίμα μας. Ο φόβος θανάτου βρίσκεται πάντα κάτω από την επιφάνεια. Υπάρχει ακόμα και αν δεν μπορούμε να τον οσμιστούμε ή να τον αγγίξουμε και εμείς παρόλα αυτά χτίζουμε άμυνες-τα δικά μας κάστρα ασφαλείας- για να μην καταφέρει να τρυπώσει στη συνείδηση μας. Ο θάνατος με έναν τρόπο είναι τόσο παρών, όσο και η ίδια η ζωή.
              Ο φόβος του θανάτου είναι στην ουσία ο φόβος για το ανεκπλήρωτο. Για όσα δεν κατορθώνουμε να κάνουμε ή όσα υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας. Είναι αντιστρόφως ανάλογος του πόσο νοιώθουμε ότι έχουμε ζήσει. Όσα περισσότερα ανεκπλήρωτα όνειρα έχουμε τόσο περισσότερο φοβόμαστε να πεθάνουμε. Ο καθένας από εμάς διαχειρίζεται διαφορετικά αυτό το άγχος. Μερικοί το εκδηλώνουν φανερά, έχοντας πλήρη επίγνωση του φόβου τους π.χ.Τι θα συμβεί όταν πεθάνω; Τι νόημα έχει τόσο παροδική ζωή; Άλλοι πάλι έχουν συγκαλυμμένο άγχος, δηλαδή δε φανερώνεται τόσο ανοιχτά με σκέψεις, όπως παραπάνω, αλλά ενδεχομένως να εμφανίζεται ο θάνατος στα όνειρά τους με συμβολική μορφή ή να ξυπνά το άγχος από δύσκολες καταστάσεις της ζωής, όπως μια σοβαρή αρρώστια ή ένας θάνατος προσφιλούς προσώπου.       
          Από τα 6 τους χρόνια και μετά τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται το θάνατο και να φοβούνται μήπως πάθουν κάτι οι γονείς τους. Στην εφηβεία, οι έφηβοι ξορκίζουν το θάνατο με μακάβρια αστεία, ζώντας στα άκρα και νιώθοντας μονίμως ερωτευμένοι. Οι νεαροί ενήλικες έχουν το άγχος να βρουν το ταίρι τους, για να διαιωνίσουν τη ζωή και το είδος. Στη μέση ηλικία, άνδρες και γυναίκες αρχίζουν να νιώθουν πως σιγά σιγά μεγαλώνουν, τα παιδιά τους ενηλικιώθηκαν, η παραγωγική ηλικία φθίνει. Τέλος στα γεράματα, κάνουν απολογισμό της ζωής και αναμένουν το αναπόφευκτο. Ο θάνατος βρίσκεται σε όλες τις φάσεις ζωής και το άγχος μας γι' αυτόν είναι σύμφυτο της ύπαρξής μας. Όπως δεν μπορούμε να κοιτάμε τον ήλιο για πολύ, επειδή θα τυφλωθούμε, έτσι δεν μπορούμε να αντικρύζουμε για πολύ το θάνατο κατάματα. Ο πόνος, η θλίψη αλλά και ο τρόμος που δημιουργεί μας αποδιοργανώνει και συχνά μας οδηγεί σε αυτό που θα αποκαλούσαμε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις: Καταθλιπτικά ή φοβικά σύνδρομα, ιδεο-ψυχαναγκασμούς, διαταραχές πανικού,διαταραχές του ύπνου αλλά και άλλες λιγότερο έντονες δυσκολίες προσαρμογής στο βασικό αυτό δεδομένο της ύπαρξης.  
         Ο Ίρβιν Γιάλομ, Αμερικανός ψυχίατρος- ψυχοθεραπευτής και από τους βασικούς εκπροσώπους της υπαρξιακής- ανθρωπιστικής ψυχολογίας ασχολείται πολύ με το θάνατο. Θεωρεί ότι η επίγνωση του θανάτου μπορεί να μας οδηγήσει σε μια γεμάτη και δημιουργική ζωή. Ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους αντιμετώπισης του τρόμου του θανάτου κατά τον Γιάλομ είναι η σύνδεσή μας με τους άλλους ανθρώπους. Υπάρχει μια αντίφαση.
         Ενώ είμαστε όντα κοινωνικά, πορευόμαστε μόνοι στο θάνατο και αποχωριζόμαστε όχι μόνο τους ανθρώπους γύρω μας, αλλά και την ίδια τη ζωή. Βιώνουμε προσωπική και υπαρξιακή μοναξιά. Και μόνο η παρουσία, η κατανόηση, η ενσυναίσθηση από κάποιον άλλο δίπλα μας, μας ανακουφίζει από το άγχος και το φόβο και μας δίνει ένα νόημα. Ο Γιάλομ επίσης μίλησε για το φαινόμενο των κυματισμών εν δράσει, δηλαδή για το πώς οι σκέψεις μας, οι πράξεις μας και η ζωή μας μπορούν να μείνουν στη μνήμη και να επηρεάσουν τις μελλοντικές γενιές κάτι που ανακουφίζει σε ένα βαθμό το φόβο της ανυπαρξίας.
           Επιπλέον, ο Βίκτορ Φράνκλ, Εβραίος ψυχίατρος ο οποίος επιβίωσε από το στρατόπεδο του Άουσβιτς περιγράφει στο βιβλίο του ‘Το νόημα της ζωής’ πώς κατάφερε να ζήσει τη στιγμή που χιλιάδες πέθαιναν μέσα στους θαλάμους αερίων ή από τις κακουχίες. Τόνισε όσο κανείς άλλος την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα, εμπνευσμένος ίσως από τον Νίτσε : ‘Αυτός που έχει ένα γιατί για να ζήσει μπορεί να υπομείνει σχεδόν το κάθε πώς’. Ο καθένας από εμάς οφείλει για να ζήσει και όχι απλά να επιβιώνει, να βρει το προσωπικό του νόημα κόντρα στο άγχος του θανάτου. Για κάποιον μπορεί να είναι η οικογένεια, για κάποιον άλλον η θρησκεία, για έναν τρίτο η εργασία του, για έναν τέταρτο η προσφορά, για κάποιον άλλον η γνώση κ.ο.κ.
       Διατύπωσε επιπλέον την άποψη ότι σε όποιες συνθήκες και να βρεθεί κανείς, ακόμα και σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι ελεύθερος γιατί όποια και αν είναι η συνθήκη μπορεί να επιλέξει τον τρόπο που θα αντιδράσει. Η δύναμη για να εκτελέσει αυτή την επιλογή προέρχεται από το νόημα το οποίο διέπει τη ζωή του. Εκείνον τον κράτησε ζωντανό η έντονη λαχτάρα να αντικρύσει την οικογένειά του πάλι και να εκδώσει το βιβλίο του με μια νέα πρόταση στην ψυχοθεραπεία.
           Τέλος, ο Γιάλομ λέει : «Μπορεί ο θάνατος να μας καταστρέφει σωματικά, αλλά η ιδέα του θανάτου μας σώζει». Η επίγνωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σαν κινητήτριος δύναμη για την ανάληψη της προσωπικής μας ευθύνης απέναντι στη ζωή μας. Η θνητότητά μας είναι η γνώση εκείνη που μπορεί να μας κάνει να νοηματοδοτήσουμε τα πράγματα εκ νέου και να αναδιαμορφώσουμε τη ζωή μας.
       Ασθενείς με καρκίνο συχνά λένε : ‘Κρίμα που έφτασα στο θάνατο για να μάθω να ζω’. Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας συχνά λένε : ‘ Κρίμα τώρα που οδεύω στο τέλος, να καταλάβω τι είναι πια σημαντικό’ . Η επαφή με το φόβο μας μπορεί να μας δώσει μια ευκαιρία αυτοπραγμάτωσης και ζωής με περιεχόμενο και αξία.
         Ράνια Πανουργιά, ψυχολόγος

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

"Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα"

Σημάδια
Ύστερα από τριάντα χρόνια
κατέβασα τα κάδρα από τους τοίχους.
Τα σημάδια -στόματα ανοιχτά- με φώναξαν
μ’ όλα μου τα ονόματα.
 Τα κάδρα τα κρέμασα με ακρίβεια στη θέση τους.
Έπρεπε να κλείσω γρήγορα τα στόματα.
 Για μετακόμιση ούτε κουβέντα…

Έρωτας
Αποβραδίς βροχή καταρρακτώδης
έκαμε να λάμψουν τα κεραμίδια της σοφίτας μου.
Οι υδρορροές μπούκωσαν, υγρασία φούσκωσε τους τοίχους.
Η βροχή σταμάτησε.
Άντε πάλι απ’ την αρχή μερεμετίσματα…

Ακουαρέλα
Ένα πεντάχρονο παιδί κι ένα ενήλικο καλοκαίρι
κατάχαμα στο Σαντριβάνι
κοιτάζουν το αλογάκι που λύθηκε και τώρα πετάει
στον ουρανό του λιμανιού.
Το παιδί κλαίει.Το καλοκαίρι ξέρει.
Το αλογάκι μια κουκίδα,
ο σπάγκος μπλεγμένος στα χέρια του παιδιού.

Ημερολόγιο
Φτιαγμένη από υλικά φιλικά προς το περιβάλλον
χώμα έγινα πάλι σήμερα.

Γλίστρες
Αυτή μας η συνάντηση, βροχερή.
Πέντε οργιές ανέβηκε η στάθμη του νερού.
Μέσα σε δυο ώρες
στα σκαλιά μου φύτρωσαν
βρύα και λειχήνες.
Δεν υπάρχει έξοδος, οι γλίστρες παραμονεύουν.

Ελευθερία
Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής
 κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.

Ξηροί καρποί
«Οι παλιές αγάπες»
τώρα στις συναντήσεις τους
σαν τους ξηρούς καρπούς.
Λένε, τσιμπολογάνε και περνά ο καιρός.
Αχ! κείνα τ’ αμύγδαλα τα πράσινα και τραγανά
μα και τα μαύρα μελωμένα σύκα…


Απώλειες
Θυμήσου να πετάξεις
τα αποξηραμένα τριαντάφυλλα.
Δεν είναι για να τα κρατάς καιρό
μόνο λίγο
όσο για να συνηθίσεις την απουσία.

Τα πολύτιμα
Ένα πεπόνι σα γήινη σφαίρα
μου έφεραν χαρούμενοι οι φίλοι μου
και γίνηκε με μιας, το σπίτι μου μποστάνι!
Τι θαρρείς;
Πικρό
Ενίοτε το αποτέλεσμα
ξεθωριασμένο αντίγραφο της πρόθεσης,
μου χαμογελά χαιρέκακα.

Παρών
Σημαιοφόρος ήταν στην παρέλαση,
όταν το σαράκι κυρίευσε το κοντάρι της σημαίας.

Σημείο στίξης
Να θυμάσαι,
μέσα στο θαυμαστικό
βρίσκεται κι η τελεία.

Νόστιμον ήμαρ
Όσο περνούν τα χρόνια
Τόσο πιο πολύ μιλώ με τους ανθρώπους μου που έχουν φύγει.
Κι όλο και περισσότερο τους νιώθω δίπλα μου.
Μάλιστα χθες, έφαγα παρέα με τους γονείς μου «πατάτες με τα μάραθα».
Πεντανόστημες!

Ουδέν
Μια χειραψία τυπική
με τα χέρια που κάποτε μου προκαλούσαν εκτινάξεις.
Τα χέρια του τώρα, οποιαδήποτε χέρια.
Τα αμεταχείριστα
Οι παιδικές πιζάμες, μου στένευαν τα όνειρα.
Μια μέρα δεν άντεξα άλλο, τις έσκισα και τις πέταξα.
Μουδιασμένα, αμεταχείριστα, χρόνια και όνειρα,
έπεσαν στο πάτωμα.

Έτη φωτός
Διάττοντες αστέρες τα όνειρα και τούτη τη νυχτιά.
Θραύσματα της σύγκρουσης των πλανητών
της μικρής ζωής μου.
Έτη φωτός…
Ένα θραύσμα άρκεσε, να με κυκλώσουν οι φόβοι.
Με σκουριασμένα όπλα από παλιούς πολέμους,
 που ο πατέρας μου στόλιζε στους τοίχους του σπιτιού μας.
Με σκουριασμένα όπλα
με βρήκε το ξημέρωμα
όρθια στητή στις πολεμίστρες.

Εκ βαθέων
Από καιρό ήθελα να σου μιλήσω
για τη μοναξιά.
Εξακολουθεί να μ’ επισκέπτεται
με τη συχνότητα της πλημμυρίδας.
Φύκια σηκώνονται από το βυθό
αγκαλιάζουν και σφίγγουν το κορμί μου.
Ποια άνωση;
Μα πού κοιτάς καλέ μου;
Από εδώ σου μιλώ.
Από εδώ, που βγαίνουν οι φυσαλίδες…

Ανελλιπώς
Με τις τρύπες στα πόδια τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας
ανηφορίζει ὁ Ιησούς το μονοπάτι με τους ασπαλάθους.
Με τις τρύπες στα χέρια,παραμερίζει τα βάτα
να παραδώσει την Ανάσταση.

Μαρινέλα Βλαχάκη, από την ποιητική συλλογή «Τα πολύτιμα» 2010
www.poiein.gr

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Εφηβεία και επανάσταση


«…Η εφηβεία είναι η περίοδος όπου ο έφηβος αγωνίζεται να διαμορφώσει μια δική του ταυτότητα και να μην υιοθετήσει αυτή που του δίνουν οι γονείς του και η κοινωνία. Το κύριο χαρακτηριστικό των εφήβων είναι η έλλειψη συμβιβασμού. Αυτό τους δίνει την ώθηση να είναι «αληθινοί» και να μην αποδέχονται «ψευδείς λύσεις»Winnicott.
           Οι ταχύτατες αλλαγές στο βιοσωματικό, το νοητικό και τον ψυχολογικό εαυτό που συμβαίνουν στην εφηβεία δημιουργούν την ανάγκη για ανασυγκρότηση του εφήβου και για διαμόρφωση μιας σταθερής εικόνας για τον εαυτό και ως προς τη μορφή και ως προς τα ψυχοκοινωνικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά.
         Ο έφηβος έχει πλέον την ικανότητα να σκέφτεται με υποθέσεις και πιθανότητες, βλέπει την πραγματικότητα ως μια από τις πολλές άλλες δυνατές καταστάσεις. Είναι σε θέση να οραματίζεται διάφορα και διαφορετικά από τα υπάρχοντα συστήματα. Η κατάκτηση αυτή ωθεί το υπάκουο παιδί της σχολικής ηλικίας να κρίνει τις απόψεις των γονέων του και να εναντιώνεται στις απαιτήσεις τους, προβάλλοντας τα δικά του επιχειρήματα. Αυτό τον ωθεί στην εξέταση του μέχρι τώρα τρόπου ζωής που ακολουθούσε και σε νέες επιλογές. Διαμορφώνει την ταυτότητά του ως προς τις βασικές αξίες και αρχές συμπεριφοράς που θα ακολουθήσει στη ζωή του. Παράλληλα, καλείται να επιλέξει σπουδές και επάγγελμα, ενώ αναζητάει την σεξουαλική του ταυτότητα.
       Βασικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του εφήβου παίζει η επιτυχία ή αποτυχία του στην αντιμετώπιση των αναπτυξιακών κρίσεων των προηγούμενων σταδίων. Έφηβοι οι οποίοι πέρασαν ομαλά τα προηγούμενα στάδια ανάπτυξης έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν ταυτότητα στο στάδιο αυτό.
         Βασικά στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν την ταυτότητα είναι το επίπεδο εμπιστοσύνης στον εαυτό, η δέσμευση για κάποιο επάγγελμα, η στάση απέναντι στη θρησκεία και την πολιτική, η άποψη για τον εαυτό ως μια συγκεκριμένη προσωπικότητα, η στάση για την εξωτερική εμφάνιση και το ρόλο του φύλου.
          Κύριος ρόλος των γονέων στο στάδιο αυτό είναι να βοηθήσουν το παιδί να αποκτήσει αυτονομία και να διαμορφώσει ταυτότητα. Στο στάδιο της εφηβείας το παιδί έχει ανάγκη, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο στάδιο, από ένα σταθερό πλαίσιο και από όρια.
        Χρειάζεται τις σταθερές αρχές, τις αξίες και τους κανόνες που έχουν οι γονείς. Είναι σημαντικό οι αρχές που οι γονείς θέτουν να έχουν νόημα και για τους ίδιους. Για να μπορέσει ο έφηβος να αποκτήσει αυτονομία, είναι σημαντικό να συγκρουστεί με δυνατούς γονείς. Ένας δυνατός πατέρας και μια δυνατή μητέρα δεν κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, αν τους ανταγωνιστεί.
        Αν οι γονείς δεχθούν την κριτική του εφήβου, χωρίς να πιστεύουν τις θέσεις του, η τάση για υπερδύναμη και μεγαλομανία επιβεβαιώνεται και αυτό τον αναστατώνει. Με την άκριτη υποχώρηση των γονέων υπάρχει επίσης κίνδυνος να αυξηθούν απειλητικά οι ενοχές του εφήβου για την καταπίεση που ασκεί στους γονείς του.
          Από την άλλη πλευρά, αν οι γονείς περάσουν στο αντίθετο άκρο και επιμένουν στις δικές τους θέσεις, χωρίς να «ακούν» τις απόψεις του εφήβου, ή αν επιμένουν να τον διατάζουν, τότε προκαλούν μεγαλύτερη αντίδραση και επίθεση. Υπάρχει κίνδυνος, λόγω του έντονου αυταρχισμού των γονέων, ο έφηβος να οδηγηθεί σε αναγκαστική υποταγή.

         Και στις δύο περιπτώσεις ο έφηβος βιώνει έντονη ματαίωση, η οποία θα τον οδηγήσει ή σε φυγή ή σε ανοικτή σύγκρουση με τους γονείς και, σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να τους «τιμωρήσει» με το να στραφεί εναντίον του εαυτού του με διάφορους τρόπους: για παράδειγμα, με το να αναπτύξει διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, να κάνει χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών ή να ενταχθεί σε διάφορες περιθωριακές ομάδες.
        Η κατανόηση της αντίδρασης του εφήβου ως μιας φυσιολογικής μεταβατικής κατάστασης η οποία, παρότι μοιάζει με προσωπική επίθεση, δεν απευθύνεται στο γονέα-πρόσωπο αλλά στο γονέα ως ρόλο, διευκολύνει την αντιμετώπιση τέτοιου είδους προβλημάτων.
        Ένας σημαντικός παράγοντας που μπορεί να εμποδίσει την αυτονόμηση των εφήβων είναι τα προβλήματα που υπάρχουν στη σχέση του ζευγαριού ή γενικότερα στη λειτουργία της οικογένειας. Σε περίοδο κρίσης, συχνά η ενότητα της οικογένειας στηρίζεται στην ύπαρξη του παιδιού και στη φροντίδα του. Όταν το παιδί ωριμάσει και τείνει να αυτονομηθεί, ο κύριος σκοπός για τον οποίο το ζευγάρι είναι μαζί παύει να υπάρχει, οπότε απειλείται η διατήρηση της οικογένειας. Το παιδί, που στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί το στυλοβάτη της οικογένειας, διαισθάνεται τον κίνδυνο που την απειλεί και «αναβάλλει» την αυτονόμησή του, παραμένοντας στο στάδιο της εξάρτησης της παιδικής ηλικίας. Συχνά, στο κρίσιμο αυτό στάδιο της αποχώρησής τους, οι έφηβοι που ζουν σε οικογένειες με προβλήματα αναπτύσσουν διάφορα συμπτώματα, για να διατηρήσουν τη συνοχή της οικογένειας τους.
Πηγή: Βασιλική Παπαδιώτη – Αθανασίου (2000)

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Harlem shake

        Ποιος φοβάται τις χιλιάδες παραλλαγές του Harlem Shake ή πιο απλά την ελκυστικότητα της ανοιχτής κουλτούρας, της παγκοσμιοποιημένης τέχνης, των κινημάτων που ξεπηδούν μέσα από το διαδίκτυο; Πρόκειται για απλή μίμηση ή για πρόωρα δείγματα αυτού που θα επακολουθήσει;
        Πολλοί φοβούνται πως επίκειται ισοπέδωση των εθνικών πολιτισμών, κοινωνικότητα που θεμελιώνεται στον ιστό και μια νέα βιομηχανία δισεκατομμυρίων, που μεγενθύνεται και τροφοδοτείται από τον αριθμό των κλικ, τα βίντεο και τα ακούσματα πέρα από γλώσσες, ιστορικότητα και με χιλιάδες τοπικές εκδοχές.
          Το βασικό μοτίβο είναι το εξής: ένας τύπος, που χορεύει σε οποιοδήποτε πλαίσιο, στο δωμάτιό του, στο μετρό ακόμα και σε ένα στάδιο, κάποιοι αδιάφοροι παρατηρητές, που χωρίς καμιά προειδοποίηση σεληνιάζονται, ακολουθώντας τους ξέφρενους ρυθμούς της μουσικής. Κι όλα αυτά σε 31 μόλις δευτερόλεπτα.  
         Τα Μ.Μ.Ε. επιχειρούν να προσδώσουν κοινωνική χροιά, διαβλέποντας ότι μελλοντικά παρόμοιες παγκοσμιοποιημένες και αστραπιαίες μόδες μπορούν να αποτελέσουν σπινθήρες για αλληλεγγύη, ανατροπές και μιμητική επικοινωνία ομάδων και χρηστών από όλες τις περιοχές του πλανήτη, με τρόπο που δεν μπορεί να ελεγχθεί από κυβερνήσεις και βιομηχανίες, που τη φιλοσοφία τους δεν έλαβε υπόψη το ασύνορο Ίντερνετ. Το You Tube, τα κοινωνικά δίκτυα είναι οι διαμορφωτές των παγκοσμίων τάσεων, που αν παλαιότερα συμβολοποιούνταν στην Barbie, στην Coca-Cola και στην Dora, σήμερα λέγονται Gangnam Style, πουλάκι τσίου κλπ.     
          Σοβαρότατα δημοσιογραφικά δίκτυα ασχολούνται μαζί τους διαρκώς, καταμετρούν τα likes, τα σχόλια, τις παρατηρήσεις των χρηστών, την πρωτόγνωρη διαδραστικότητα του νέου, ανοιχτού, υπερτοπικού πολιτισμού, που δε χρειάζεται την ιστορία και το χρόνο για να καθιερωθεί, δεν αισχύνεται για τον προσωρινό του χαρακτήρα, αλλά παρόλα αυτά αλλάζει ακόμα και τον τρόπο που το copyright αναγνωρίζεται. Τα top down μοντέλα σταδιακά χάνουν την επιρροή τους και πρωτοβουλίες - έντεχνες ή άτεχνες, ιδιοφυείς ή υπεραπλουστευτικές - μερικών παιδιών ακόμα και από υποβαθμισμένες συνοικίες μεγαλουπόλεων, μεταβάλλονται σε πρότυπα ζωής, αισθητικής και κοινωνικής αντίληψης.    
        Οι μεγαλύτεροι αδυνατούν να κατανοήσουν τις αλλαγές στη νοοτροπία και στα πρότυπα των παιδιών τους, επειδή ακριβώς παραγνωρίζουν τη ψυχολογική και κοινωνική διάσταση του πιο αλληλεπιδραστικού και ανατρεπτικού μέσου που εφευρέθηκε ποτέ και την κωδικοποίηση της επικοινωνίας των ανθρώπων, που πρέπει απαρέγκλιτα πλέον να φέρει την προσωπική σφραγίδα πάνω στην οικουμενική προοπτική.
epapanis.blogspot.gr

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Το σχολείο της Σουηδίας

       Η υποχρεωτική εκπαίδευση στη Σουηδία διαρκεί εννέα χρόνια. Η ηλικία του μαθητή δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την εισαγωγή του στο σχολείο. Δίνεται η δυνατότητα, ανάλογα με τη σχολική του ετοιμότητα, να εισαχθεί από 6 έως 8 ετών. Όμως ειδική μέριμνα έχει ληφθεί για την προσχολική αγωγή.  
       Υπάρχουν τρία είδη προ-σχολικών μονάδων: το τυπικό νηπιαγωγείο (4-6 ετών), το οποίο τα παιδιά παρακολουθούν σε καθημερινή βάση και λειτουργεί από τις 6.30 έως τις 18.30, τα συμβεβλημένα με το δήμο προσχολικά καταλύματα, όπου εκπαιδευμένοι βρεφονηπιοκόμοι αναλαμβάνουν τη φύλαξη των παιδιών και το ανοιχτό νηπιαγωγείο, όπου οι γονείς έχουν τη δυνατότητα να εμπλακούν σε δραστηριότητες με τα παιδιά τους.
        Στην ηλικία των 6 ετών τα παιδιά μπορούν να παρακολουθήσουν την προσχολική τάξη, η οποία διαρκεί ένα σχολικό έτος και λειτουργεί ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την ομαλή ένταξή τους στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Το πρώτο σχολείο στο οποίο φοιτούν τα παιδιά ονομάζεται grundskolan και αντιστοιχεί με το δικό μας δημοτικό και γυμνάσιο. Και αυτό, όπως και οι περισσότερες βαθμίδες εκπαίδευσης, διοικούνται από τους δήμους. Οι γονείς μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε ιδιωτικά ή δημόσια σχολεία, τα οποία συνήθως ανήκουν στο δήμο διαμονής τους και σπανιότερα σε άλλους δήμους. .
          Τα σχολεία μπορούν να λαμβάνουν διοικητικές αποφάσεις, όπως το μέγεθος της τάξης, το διδακτικό υλικό και το αν η διδασκαλία θα γίνεται σε ομάδες ομηλίκων μαθητών ή οι τάξεις θα απαρτίζονται από μεικτές ηλικιακές ομάδες. Η διάρκεια του σχολικού έτους είναι τουλάχιστον 178 ημέρες και κατ’ ανώτερο 190. Από το 1998 το αναλυτικό πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και της προσχολικής αγωγής συγχωνεύθηκαν. Έτσι επιτυγχάνεται ομαλότερη μετάβαση από τη μια βαθμίδα στην άλλη. Το αναλυτικό πρόγραμμα έχει το ρόλο γενικού οδηγού και δίνει έμφαση σε σκοπούς και στόχους που αναφέρονται στη γνώση, τις αξίες και τα κοινωνικά πρότυπα. Γίνεται προσπάθεια να εμπλακεί η οικογένεια στην εκπαιδευτική διαδικασία. .
       Δεν δίνεται βαθμολογία στις πρώτες τάξεις της υποχρεωτικής εκ-παίδευσης. Μια τριβάθμια κλίμακα αξιολόγησης χρησιμοποιείται από την όγδοη τάξη και μετά. Στην ένατη τάξη το σχολείο πρέπει να συνδέσει την ατομική επίδοση με τους προκαθορισμένους στόχους του. Η φοίτηση ολο-κληρώνεται με την απονομή του απολυτηρίου τίτλου.

            Οι λυκειακές σπουδές στη Σουηδία αναμορφώθηκαν κατά τη δεκαετία του '70. Τότε ενσωματώθηκαν τα θεωρητικά και τεχνικά Λύκεια που ίσχυαν μέχρι τότε. Σκοπός αυτής της μεταβολής ήταν η βελτίωση της ποιότητάς τους, η σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας, η ενίσχυση των προσφερόμενων επιλογών προς τους μαθητές και η προετοιμασία τους για τη δια βίου εκπαίδευση.
          Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην εξειδίκευση, καθώς η αγορά εργασίας εξελίχθηκε ραγδαία. Έτσι, ο βασικός προσανατολισμός των λυκειακών σπουδών είναι η παροχή ευέλικτης εκπαίδευσης και ο εμπλουτισμός της με νέα μαθήματα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο αριθμός των βασικών μαθημάτων ανέρχεται στα 16.
            Από το 1992 οι δήμοι υποχρεούνται να παρέχουν τη δυνατότητα λυκειακών σπουδών σε όλους τους μαθητές που τελειώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και να προσφέρουν μεγάλη ποικιλία εθνικών προγραμμάτων σπουδών. Κριτήριο επιλογής αποτελούν οι προτιμήσεις των μαθητών σχετικά με τις ειδικότητες που επιθυμούν να ακολουθήσουν. Αν κάποιος δήμος αδυνατεί να προσφέρει όλα τα προγράμματα, μπορεί να συνεργαστεί με άλλους δήμους στον τομέα αυτό. Πολλοί συνεργαζόμενοι δήμοι μπορούν να δημιουργήσουν μια ένωση που παρέχει εξειδικεύσεις σε ορισμένα προγράμματα, τα οποία μπορούν να φιλοξενήσουν μαθητές από όλη τη Σουηδία. Η λυκειακή εκπαίδευση μπορεί να είναι ευθύνη περιφερειακών οργανισμών, γεωργικών ενώσεων, συνδικάτων και άλλων φορέων.
          Η ηλικία εισαγωγής είναι τα είκοσι έτη και σχεδόν το 98% των μαθητών που διαθέτουν απολυτήριο βασικής εκπαίδευσης συνεχίζουν σε αυτήν. Προϋπόθεση αποτελεί βαθμολογία τουλάχιστον «καλώς» στα σουηδικά, τα αγγλικά, και τα μαθηματικά. Υπάρχουν δεκαέξι εθνικά προγράμματα λυκειακών σπουδών: καλλιτεχνικός κύκλος, διοίκηση επιχειρήσεων, παιδική μέριμνα, μηχανικών, ηλεκτρολόγων-μηχανολόγων, ενεργειακής διαχείρισης, τροφίμων, χειροτεχνίας, επαγγελμάτων υγείας, ξενοδοχειακών επαγγελμάτων, βιομηχανίας, μέσων μαζικής ενημέρωσης, προγράμματα διαχείρισης εθνικών πόρων, φυσικών επιστημών, κοινωνικών επιστημών, τεχνολογίας και μηχανικών αυτοκινήτων.

       Τα εθνικά προγράμματα είναι το πλαίσιο βάσει των οποίων ο μαθητής μπορεί να επιλέξει ποικίλες εξειδικεύσεις. Τα περισσότερα από αυτά χωρίζονται σε κλάδους εξειδίκευσης στο δεύτερο και τρίτο έτος, ενώ το πρώτο έτος αποτελεί τον εθνικό κορμό των σπουδών. Οι εξειδικεύσεις επι-λέγονται από τους δήμους ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες.
         Αν τα ενδιαφέροντα κάποιου μαθητή δεν αντιστοιχούν σε ένα από τα παραπάνω εθνικά προγράμματα, είναι εφικτή η παρακολούθηση συνδυασμού μαθημάτων από διαφορετικά προγράμματα. Ο μαθητής υποχρεούται να παρακολουθήσει τα 8 βασικά μαθήματα και κατόπιν μπορεί να απευθυνθεί σε οποιονδήποτε δήμο ή φορέα και να καταρτίσει ο ίδιος ένα εξατομικευμένο κύκλο σπουδών. Η ευελιξία είναι συνάρτηση του τεράστιου αριθμού συνδυασμών που μπορούν να γίνουν.
           Παράλληλα λειτουργούν ατομικά προγράμματα σπουδών για μαθητές που υστερούν στα σουηδικά, είχαν χαμηλή μαθησιακή επίδοση κατά τη βασική εκπαίδευση ή οι ανάγκες τους δεν καλύπτονταν από τα εθνικά προγράμματα σπουδών. Τα ατομικά προγράμματα έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και ποικίλουν όσον αφορά το περιεχόμενο και τη διάρκεια. Υπάρχει ακόμη περίπτωση η επαγγελματική μαθητεία και η πρακτική άσκηση να αναγνωριστεί ως μέρος του προγράμματος σπουδών.
       Σε πιλοτική φάση βρίσκεται η προσπάθεια διασύνδεσης των λυκειακών σπουδών με την αγορά εργασίας. Η βιομηχανία και οι επιχειρήσεις μπορούν να συνδιαμορφώνουν το αναλυτικό πρόγραμμα, να απασχολούν και να εκπαιδεύουν μαθητές μέσω ενός τριμερούς συμβολαίου ανάμεσα στο μαθητή, το λύκειο και την επιχείρηση. Τα 8 βασικά μαθήματα παραμένουν σταθερά, ενώ η ολοκλήρωση αυτού του προγράμματος παρέχει τη δυνατότητα εισαγωγής σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Η οργάνωση, χρηματοδότηση και λειτουργία των σχολείων είναι ευθύνη των δήμων, αν και προβλέπεται η λειτουργία ιδιωτικών λυκείων. Ο αριθμός των μαθητών σε μία τάξη δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 30. Η διάρκεια του σχολικού έτους δεν μπορεί να είναι λιγότερη από 178 μέρες, ενώ προβλέπονται 12 μέρες διακοπών.

        Αρχές της λυκειακής εκπαίδευσης είναι η παροχή γνώσεων, προτύπων, αξιών, υπευθυνότητας, επιλογών και ενσωμάτωση στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα αναλυτικά προγράμματα συμπληρώνονται από τους επιμέρους στόχους των προγραμμάτων. Σ' αυτά προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό γνώσης που πρέπει να αποκτηθεί, για να θεωρηθεί επιτυχής η διδασκαλία τους.
         Τα αναλυτικά προγράμματα για τα 8 βασικά μαθήματα αναπτύσσονται από το κράτος, ενώ το εθνικό συμβούλιο για την εκπαίδευση καθορίζει τους επιμέρους οδηγούς σπουδών για το κάθε πρόγραμμα. Ο σχολικός διοικητής παίρνει όλες τις αποφάσεις για τα τοπικά προγράμματα σπουδών. Τα 8 βασικά μαθήματα είναι: σουηδικά, αγγλικά, μαθηματικά, αγωγή του πολίτη, γυμναστική, θρησκευτικά, αισθητική αγωγή και θετικές επιστήμες.
         Η αξιολόγηση είναι ευθύνη του σχολείου και είναι συνεχής. Η βαθμολογία δίνεται με την ολοκλήρωση ενός κύκλου και όχι για κάθε μάθημα ξεχωριστά. Η κλίμακα βαθμολόγησης είναι τετραβάθμια: «κάτω από τη βάση», «καλώς», «λίαν καλώς» και «άριστα». Απαγορεύονται οι συγκρί-σεις μεταξύ μαθητών. Τα κριτήρια βαθμολόγησης αναφέρονται μέσα στα αναλυτικά προγράμματα και σταθμισμένες δοκιμασίες υπάρχουν για τα περισσότερα μαθήματα. Η τάση είναι να εισαχθούν αυστηρότερες διαδικασίες αξιολόγησης. Υπεύθυνοι για τις σπουδές είναι σε γενικές γραμμές οι διευθυντές των σχολείων, οι οποίοι πρέπει να διασφαλίσουν την παροχή επαρκούς επαγγελματικού προσανατολισμού σε όλους τους μαθητές. Είναι εμφανές ότι η σύνδεση με την αγορά εργασίας αποτελεί βασική αρχή των λυκειακών σπουδών. Το 74% των μαθητών ολοκληρώνει τις σπουδές αυ-τές, ενώ το 45% των αποφοίτων εισάγεται στη τριτοβάθμια εκπαίδευση.
epapanis.blogspot.gr