Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ρέα Γαλανάκη, Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά

           «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά», με υπότιτλο «Spina nel cuore (di Venezia)»(= αγκάθι στην καρδιά της Βενετίας) της Ρέας Γαλανάκη, ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με στοιχεία  μεταμοντερνισμού,  κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1989, από τις εκδόσεις Άγρα. Το 1994 μάλιστα έγινε το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO συμπεριέλαβε στη συλλογή αντιπροσωπευτικών έργων της. Στην πραγματικότητα, όμως, η συγγραφέας δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία, αποτελεί το έναυσμα και το υπόβαθρο, για να τεθεί υπό ρεαλιστικές συνθήκες ο κόσμος του κεντρικού προσώπου που την ενδιαφέρει. Στο έργο διαπραγματεύεται ένα φάσμα θεμάτων της ελληνικής λογοτεχνίας της νεότερης εποχής και αναδεικνύει τη σχέση του ελληνικού παρόντος με το ιστορικό παρελθόν και την ελληνική παράδοση σε συνάρτηση με την κυρίαρχη ξένη κουλτούρα.
                Η Ρέα Γαλανάκη, στον πρόλογο του βιβλίου της λέει χαρακτηριστικά: «Δεν με συγκίνησε τόσο η αιχμαλωσία του ήρωα, ούτε η αλλαγή της πίστης του, συνηθισμένο φαινόμενο στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όσο η επιστροφή στο πατρικό του σπίτι, ο ψυχικός του κλυδωνισμός, οι εικόνες του παρελθόντος που ξαναζωντάνεψαν, για να δεχτεί η γη η ελληνική τον εξωμότη της. Άραγε εμείς πώς θα επιστρέψουμε στη γενέθλια γη μας;»
                Ο «βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» ασχολείται με το θέμα του νόστου, των δύο πατρίδων, της διπλής ταυτότητας. Ο ιστορικός πυρήνας του βιβλίου είναι η σφαγή και η υποδούλωση των εγκλείστων στο σπήλαιο της Μιλάτου (Φεβρουάριος του 1823) από τις δυνάμεις του Χασάν πασά, γαμπρού  του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που μεταφέρονται στην Αίγυπτο είναι και ο πρωτότοκος γιος του Παπά Φραγκιού, ο Εμμανουήλ Καμπάνης Παπαδάκης.
                Ένα κρητικόπουλο, λοιπόν, με το όνομα Εμμανουήλ, αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια του, όταν αιχμαλωτίζεται από τους Οθωμανούς και καταλήγει στην Αίγυπτο, όπου παίρνει το όνομα, Ισμαήλ. Μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον, όπου παλεύει ανάμεσα στην ελληνική του ταυτότητα και καταγωγή και στην καινούργια του ταυτότητα. Παλεύει με το διχασμένο του εαυτό. Ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη του ευφυΐα και αναλαμβάνει θέση υψηλόβαθμου στελέχους του αιγυπτιακού στρατού. Η αιχμαλωσία ενός αγοριού, η αλλαγή θρησκείας και η σταδιοδρομία του στη διοίκηση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
                Την ίδια στιγμή, ο αδερφός του, ο Αντώνης Καμπάνης-Παπαδάκης του Φραγκιού, με τον οποίο είχαν αιχμαλωτιστεί μαζί, μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη απ’ όπου γλιτώνει με την παρέμβαση της ρωσικής πρεσβείας και εξελίσσεται σε σημαίνοντα αστό των Αθηνών, ο οποίος νοιάζεται για τη μόρφωση του σκλαβωμένου λαού και παράλληλα βοηθά με προσωπικό και εθνικό συνάμα κίνδυνο τις επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή.
                Μισό αιώνα μετά την αιχμαλωσία του ο Ισμαήλ επιστρέφει στη γενέτειρα Κρήτη, ως αρχηγός του αιγυπτιακού στρατού, για να καταστείλει την επανάσταση του 1866-1868, κατά τη διάρκειά της οποίας, δολοφονείται ή σκοτώνεται, ή αυτοκτονεί. Είναι μια επιστροφή γεμάτη πόνο και απελπισία, αφού έρχεται ως κατακτητής στην πατρίδα του, για να καταστείλει μιαν επανάσταση, ενώ ο ίδιος ήταν θύμα της επανάστασης. Η τραγική ειρωνεία είναι πως ο αδερφός του Αντώνης χρηματοδοτεί και εμψυχώνει την ίδια επανάσταση από την Αθήνα.  
                Το μυθιστόρημα αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος με τίτλο «Χρόνια της Αιγύπτου – Ο Μύθος» ο Ισμαήλ (Σελίμ) δημιουργεί δίαυλο επικοινωνίας με το χαμένο του αδερφό Αντώνη. Στο δεύτερο «Ημέρες νόστου και Ιστορίας» επιστρέφει στην Κρήτη, τη γενέθλια γη, επικεφαλής των αιγυπτιακών στρατευμάτων, για να καταστείλει την επανάσταση. Στο τρίτο το «Επιμύθιο» παρατίθενται οι τρεις εκδοχές (δολοφονία, θανάσιμος τραυματισμός στη μάχη, αυτοκτονία) για το θάνατο του Ισμαήλ.
                Το δίδυμο χώρου και ιστορίας δίνεται από δυο διαφορετικές σκοπιές. Από τη σκοπιά του μύθου η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο, το ύφος δανείζεται ποιητικούς τρόπους, τα γεγονότα υπάρχουν σχεδόν αφηρημένα και ο χρόνος συμβολικά. Από τη σκοπιά της ιστορίας, η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, ο ρεαλισμός των πολεμικών επιχειρήσεων διακόπτει το μονόλογο του αφηγητή και ο χρόνος απλώνεται στην εξαντλητική καθημερινότητα εννέα μόνο μηνών. «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» διατρέχει και τους δύο τρόπους αφήγησης αποτελώντας τον συνδετικό τους ιστό. Η αιχμαλωσία του και η επιστροφή, το κάλεσμα του θανάτου, η εξιδανίκευση της χαμένης ζωής και η διάψευσή της, οι διαφορετικές κάθε φορά παγίδες της ιστορίας, η είσοδος των σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών στην Ανατολική Μεσόγειο, ο κλειστός συναισθηματικός κόσμος του ήρωα, αποτελούν μερικά από τα βασικά θέματα του μυθιστορήματος.
                Το κλειδί του μυθιστορήματος είναι η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο αδερφών με τη μεσολάβηση του ξαδέρφου τους Ιωάννη, στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Στις επιστολές αυτές τα δύο αδέρφια είναι δύο στενοί συγγενείς, χωρίς ιδιότητες, που ξαναβρίσκονται. Αρχικά, στις επιστολές τους είναι διάχυτη η επιφυλακτικότητα η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε αμοιβαία εξομολόγηση και επαναφορά στην αληθινή τους σχέση, αυτήν του αίματος. Ο χειρισμός της Γαλανάκη στο θέμα της πάλης των ταυτοτήτων και στο ζήτημα της ισορροπίας είναι αξιοσημείωτος.
                Στο δεύτερο μέρος, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ισμαήλ πριν από τον άδοξο θάνατο του, όπου περιγράφονται, χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς, τα γεγονότα της Κρητικής επανάστασης καθώς και της αντίδρασης του αιγυπτιακού στρατού υπό την ηγεσία του Ισμαήλ Φερίκ πασά. Με βήματα αργά και σταθερά, η αφήγηση φτάνει στην κορύφωση της.
                Οι γνώσεις της συγγραφέως για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αν και επίκτητες, είναι εντυπωσιακές και η αίσθηση της ιστορίας είναι διάχυτη στο έργο της κι ας δηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ωστόσο κατορθώνει, περίτεχνα, να υπερβεί την ιστορική πραγματικότητα, ανάγοντας το ιστορικό γεγονός -το οποίο βεβαίως και υπάρχει ως αφετηρία- σε στοιχείο του μύθου και της φαντασίας. Το εντάσσει στην προσωπική μυθολογία της, για να το εντάξει, μέσω της μυθοπλασίας, στην ιστορία την οποία θα μας αφηγηθεί. Μέσα από την καταγραφή των τοπωνυμίων, των χρονολογιών, των ονομάτων και την εμπλοκή υπαρκτών προσώπων, δηλώνεται η ακρίβεια και η αυθεντικότητα των ιστορικών γεγονότων. Όλα αυτά παραπέμπουν σε ντοκουμέντο, σε αυθεντικό γεγονός που δεν μπορεί να παραβλεφθεί.
                Τα γεγονότα, αλλά και ο χώρος, είναι και αναγνωρίσιμα και μη. Για παράδειγμα, σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, αποφεύγεται συστηματικά και επιμελώς η αναφορά στο Λασίθι, γενέτειρα του Ισμαήλ Φερίκ πασά, το οποίο υποδηλώνεται, περικειμενικά, με τη λέξη οροπέδιο που συνεκδοχικά παραπέμπει στο οροπέδιο Λασιθίου. Δύο ενδέχεται να είναι οι λόγοι γι’ αυτή την απόκρυψη: Αφενός, ο εσωτερικός πόνος του ήρωα, για τη γενέτειρά του, είναι πολύ μεγάλος, σαν αγκάθι στην καρδιά, εξ’ ου και ο υπότιτλος, γι’ αυτό και εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφετέρου, η αφηγήτρια ενδέχεται να επιθυμεί να διατηρηθεί μια κάποια απόσταση από την πραγματικότητα και ενισχύει μ’ αυτό τον τρόπο το μυθοπλαστικό στοιχείο, για να κινείται ελεύθερα. Έτσι, επιτυγχάνεται  η ισορροπία ανάμεσα στο αληθινό και το αληθοφανές, στην Ιστορία και στη μυθοπλασία.
                Κυρίαρχο στοιχείο στο έργο είναι ο νόστος. Ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς επιστρέφει, μετά από πενήντα χρόνια, στο γενέθλιο τόπο, όπου και πεθαίνει. Η ιστορία πραγματώνεται σε σχήμα κύκλου, αφού ολοκληρώνεται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Ο μυθιστορηματικός ήρωας γνωρίζει ότι ο νόστος είναι, όχι απλώς μια δύσκολη υπόθεση, αλλά επώδυνη και επισφαλής, ο φόβος, μάλιστα, που τον διακατέχει θα επαληθευθεί και ενδεχομένως γι’ αυτό και μέχρι τώρα κατέφευγε μόνο στον εσωτερικό νόστο, τον έτσι κι αλλιώς βασανιστικό.
                Η ιστορία του Ισµαήλ Φερίκ, αν και υπαρκτή, δεν συνιστά ένα ιστορικό µυθιστόρηµα, τουλάχιστον µε την αυστηρή έννοια του όρου. Αποτελεί ωστόσο το υπόβαθρο για να θιγούν απόψεις εθνικής, αλλά και ανθρώπινης ταυτότητας, τόσο σε θέµατα γλώσσας και θρησκείας, όσο και σε θέµατα πολιτιστικών διαφορών και κουλτούρας. Μέσα από την διχασµένη προσωπικότητα του Ισµαήλ αναδεικνύονται οι ποικίλες πλευρές της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας σε µια χρονική στιγµή µάλιστα που και η ίδια η Ελλάδα ψάχνει την ταυτότητά της ανάµεσα σε ανατολικές και δυτικές επιρροές.
                Η αξία του μυθιστορήματος έγκειται πρώτιστα στην προσπάθεια κατανόησης των εσωτερικών συγκρούσεων που ταλανίζουν την ψυχή ενός ανθρώπου που διχάζεται μεταξύ δύο θρησκειών, εθνοτήτων, πολιτισμών. «Η σύγκρουση ιδεολογικών στοιχείων (εθνικότητα, θρησκεία κ.ά.) έπρεπε να μεταφερθεί από το πεδίο των μαχών στο επίπεδο των ψυχικών ατομικών συγκρούσεων», λέει η ίδια η συγγραφέας στο επίμετρο. Ειδικά σήμερα που η πολυπολιτισμικότητα υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, παιδιά από μεικτούς γάμους είναι πλέον συνηθισμένα και οι μετακινήσεις από χώρα σε χώρα (είτε στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης ή στη σκληρή διαδικασία της προσφυγιάς και της μετανάστευσης) είναι συχνές, ο τόσο μακρινός Ισμαήλ ή Εμμανουήλ φαντάζει πολύ επίκαιρος, τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά, όπως λέει χαρακτηριστικά και η ίδια η συγγραφέας:
« … Όταν το βιβλίο βγήκε στην Αίγυπτο, γνωρίστηκα με τους απογόνους του που με θεωρούν πλέον μέλος της οικογένειας. Και για να μη θεωρούμε όλους  τους Άραβες φανατικούς, πρέπει να σας πω ότι η πέμπτη εγγονή του Ισμαήλ - αυτή  η υπέροχη γυναίκα - έμαθε από το βιβλίο ότι ο Ισμαήλ καταγόταν από ελληνική χριστιανική οικογένεια και είπε «τι ωραία!». Ευχαριστήθηκε που κυλάει ελληνικό  αίμα στις φλέβες της».

Το απόσπασμα «Επιστροφή στο σπίτι»
                Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι μια ενδοσκόπηση στο βαθύτερο κόσμο του ήρωα και σε όσα τον συνδέουν με τη μνήμη της φυλής του, αλλά και με  το ατομικό του υποσυνείδητο. Το κείμενο χρησιμοποιεί στοιχεία από τη χριστιανική θεολογία (η βροχή-αναφιλητό της φύσης, η εύνοια των φυσικών στοιχείων που προστατεύουν το σπίτι από τη φωτιά, τα καρφιά της σταύρωσης), τις μεθόδους της ψυχανάλυσης (οι τεχνικές της απώθησης και της ανάδυσης των γεγονότων, οι λειτουργίες των μικροαντικειμένων, η πάλη  του υποσυνείδητου με τον εξωτερικό κόσμο) και τα στοιχεία της αρχαίας και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης (η σταύρωση, η σκηνή της κάθαρσης με τη σπονδή του αίματος, η ανάκληση των νεκρών, ο ρόλος του ιερέα-προφήτη).

Ενότητες
Α΄ ενότητα : Η επιστροφή του Ισμαήλ Φερίκ πασά («Την πρώτη μέρα...οφθαλμαπάτη»)
                Στις αναμνήσεις κυριαρχεί  η εικόνα του πατρικού σπιτιού, παρά την προσπάθεια της απώθησης. Διακρίνονται δύο πραγματικότητες: η εξωτερική (η εικόνα της σπηλιάς και της πραγματικής μπόρας) και η εσωτερική, που ανακαλείται με την ανάμνηση της παλιάς βροχής.  Η πρώτη είναι άμεση , ενώ η δεύτερη μέσα από σειρά διαδικασιών ανάκλησης.
Β΄ ενότητα : Η εσωτερική πάλη («Αν ήθελα...ξαναρώτησαν»)
                Περιγράφεται η αργή διαδικασία της επαναπροσέγγισης του παρελθόντος μέσα από τη μνήμη και την αγωνιώδη προσπάθεια του ήρωα να επανασυνδεθεί με αυτό.
Γ΄ ενότητα : Οι παιδικές μνήμες έρχονται στην επιφάνεια (« Αποφάσισα...πέπλα τους»)
                Το  υποσυνείδητο ανεβαίνει αργά στη μνήμη. Το κλειδί , η πόρτα, τα μικροαντικείμενα του σπιτιού αποκαλύπτουν  έναν άλλο εαυτό, κρυμμένο έως τώρα. Ο αθώος κόσμος του παιδιού διευκολύνει το ξεπέρασμα των προκαταλήψεων και των φόβων των ενηλίκων.
Δ΄ ενότητα : Η ανάκληση των νεκρών («Προχώρησα ...ύπνο»)
                Η ανάκληση των αγαπημένων νεκρών και ιδιαίτερα η συνάντηση με τη μητέρα λειτουργεί ως επώδυνη επανασύνδεση με το παρελθόν και αφορμή για νέες αιματηρές εξελίξεις.
Ε΄ ενότητα : Η εικόνα του πατέρα («Έτρεξα...συναντηθούμε»)
                Το πρόβλημα της διπλής ταυτότητας επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από τα λόγια του πατέρα. Ο πατέρας του, ως ιερέας και γνώστης της ανθρώπινης ψυχής είναι ο μόνος που αναγνωρίζει το βάθος του προβλήματος και τις δυσκολίες του.

Βασικοί θεματικοί άξονες
                Το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος έχει ως θέμα τις αναμνήσεις της ζωής του ήρωα, πριν από την αιχμαλωσία του. Οι αναμνήσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην ανάμνηση στοιχείων του σπιτιού, αλλά και των αγαπημένων του προσώπων , μέσα από την ανάκληση των νεκρών γονιών του. Το απόσπασμα δομείται πάνω στην αντίθεση ανάμεσα στην αγάπη του ήρωα για τη γενέθλια γη, χαμένη στα βάθη του υποσυνείδητου και τις υποχρεώσεις του προς τη νέα πατρίδα, που τον καθιστούν εχθρό του τόπου του και του αδερφού του. Η αντίθεση αυτή εξελίσσεται σε μια βαθύτερη εσωτερική σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό και την υπόστασή του, που θα οδηγήσει τον ήρωα στο βιολογικό του θάνατο, όπως προφητεύει στο τέλος του αποσπάσματος ο ίδιος ο πατέρας του.

Η λειτουργία της μνήμης
                Η μνήμη είναι ο χώρος, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα του αποσπάσματος. Η συγκυρία που διεγείρει τη μνήμη του αφηγητή είναι η φυσική εικόνα του πατρικού του σπιτιού.  Αυτό που ωθεί τον ήρωα να αναζητήσει το πατρικό σπίτι, νόστος χωρίς πατρικό σπίτι δε γίνεται, είναι μια ψυχική ανάγκη, αλλά και περιέργεια. Θέλει κυρίως να ανακαλύψει αν τον περιμένει και, κατ’ επέκταση, αν οι δικοί του άνθρωποι θα έχουν θετική διάθεση απέναντί του. Το ευεργετικό νερό της βροχής, έξω από το σπίτι, συμβάλλει στην κάθαρση και αποκαθαίρει τον Φερίκ από το μίασμα του εξωμότη, πριν μπει σ’ αυτό. Η θεληματική επιστροφή στο σπίτι, το οποίο ενέχει θέση καταφύγιου, υποδηλώνει ότι η μνήμη κι η νοσταλγία εμφιλοχωρούν, και σχετίζεται με την εκπλήρωση του προορισμού του, που είναι το κλείσιμο των ανοιχτών λογαριασμών με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά και με τη συνείδησή του.
                Η μνήμη ενισχύεται με την επιστράτευση της θρησκευτικής παράδοσης (τα καρφιά της σταύρωσης), τη συνειδητοποίηση των μηχανισμών απώθησης(θυμάται το φυσικό περιβάλλον, όχι όμως το σπίτι)τη διάθεση για κάθαρση, τους πατρογονικούς δεσμούς, τα έθιμα (η σπονδή του αίματος). Ο αφηγητής-ήρωας έρχεται σε επαφή με τα βάθη της ψυχής του, μέσα από τη βαθιά συναισθηματική συνάντηση με τη μητέρα του και της σκέψης και της λογικής, που αντιπροσωπεύει ο πατέρας-ιερέας.
                Η εμπλοκή του σπιτιού είναι σημαντική διότι, αφενός, αποτελεί την αρχετυπική εστία του νόστου και, αφετέρου, ενώνει τις εκδοχές του θανάτου τόσο του κεντρικού ήρωα, όσο και της μητέρας του που, κατά μία εκδοχή, τελείωσε εκεί τη ζωή της. Η αίσθηση του σπιτιού και η καταγραφή του ως ιδιαίτερου ιδιωτικού – οικογενειακού χώρου και χώρου γαλήνης είναι εμφανής. Το σπίτι όμως, για να τον «αναγνωρίσει» και να το δεχθεί στα σπλάχνα του, πρέπει ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς να «επανέλθει» στη μορφή και την ηλικία που είχε στην πρώτη του ζωή. Αλλά και ο ίδιος μόνο έτσι θα νιώσει οικεία στο χώρο. Ο μισός αιώνας, που μεσολάβησε από τότε που ξεκίνησε η αιχμαλωσία του, είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα μόνα βιώματα και οι μνήμες, που έχει απ’ αυτό το σπίτι, είναι από την παιδική ηλικία, γι’ αυτό θα μεταμορφωθεί σε παιδί: «Διαπίστωσα πως η πόρτα, που πάνω της στηριζόμουν, είχε ψηλώσει, ενώ εγώ είχα μικρύνει σε παιδί. Μ’ ένα δεξί χεράκι σκούπισα τα χείλια».
                Αλλά κι ο πατέρας, για να μαλακώσει η καρδιά, να επανέλθουν τα πατρικά αισθήματα, πρέπει να τον ξαναδεί ως παιδί, να τον δει να μετανιώνει, να νιώσει τις εσωτερικές ατομικές συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα να εξωτερικεύονται, να συγκλονίζεται και να εξιλεώνεται και τέλος να αποκτά αυτογνωσία. Τότε μόνο θα μπορέσει να διαγράψει το πρόσωπο του εξωμότη: «Δεν ήθελε να με ξέρει σαν Οθωμανό στην Αίγυπτο. Περίμενε να ξαναγίνω παιδί, να ξαναμπώ στο ίδιο σπίτι, για να με σκεφτεί σαν άτομο, έστω και σαν άτομο που απέτυχε να προεκτείνει τις δικές του επιλογές. Περίμενε να με δει να κλαίω». (176)
                Σ’ αυτό το σπίτι λοιπόν, στο χώρο που είναι έντονα χαραγμένος από τα αγαπημένα πρόσωπα, όπου θα επέλθει και η αυτογνωσία του, η λήθη θα γίνει μνήμη και θα αποκτήσει σχήμα, φωνή και πρόσωπο. Τα μισοξεχασμένα πρόσωπα της οικογένειάς του αρχίζουν να παίρνουν ξεκάθαρη μορφή, αφού ο νόστος του είναι πλέον συνειδητός και, ως εκ τούτου, έχει ήδη επέλθει η συγχώρεση. Τα χέρια θα επαναδραστηριοποιηθούν και θα ολοκληρώσουν τις εργασίες τους. Τότε, θα δει ολόσωμες τις μορφές των δικών του, ένδειξη ότι τον αποδέχονται και οι αισθήσεις θα ενεργοποιηθούν:
                «Ήρθαν οι γνώριμες φωνές ανθρώπων, των σπιτίσιων ζώων, ο ήχος του καιρού, των τραγουδιών, του κάματου, του πένθους και των εορτών. Έπειτα ήρθαν μυρωδιές του σώματος, του δέντρου, του υφάσματος, της χειμωνιάτικης φωτιάς, του θερισμένου κάμπου και των ώριμων μήλων. Αυτή πλημμύρισε το σπίτι, όπως τότε, και το γύρισε στο κόκκινο. Στο φως των μήλων είδα το χέρι της, που είχε σταματήσει στο αδράχτι, να στρίβει επιτέλους τα δάχτυλα. Και το χέρι του πατέρα, που είχε σταματήσει στο χαλινάρι, να λυγίζει επιτέλους τον καρπό. Τα χέρια οδήγησαν ολόσωμες τις μορφές» .

Η ανάκληση των νεκρών
                Η πλοκή παρουσιάζει αναλογίες με την ομηρική νέκυια, την κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη. Τη δική του νέκυια, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, την επιτυγχάνει με μια τελετουργία ανάλογη μ’ αυτήν που περιγράφεται στην Οδύσσεια (ραψωδία λ), για να υποδηλώσει, με έμμεσο τρόπο, ότι κι αυτός, ως ένας άλλος Οδυσσέας, «ακολουθεί» το δρόμο της ομηρικής νομοτέλειας κι επιστρέφει στο παρελθόν και στους γεννήτορές του. Στην ομηρική νέκυια, βέβαια, ο Οδυσσέας εξασφαλίζει την πραγματοποίηση του νόστου του, ενώ στη νέκυια της Γαλανάκη, ο Φερίκ πασάς το επιτυγχάνει μεν, αλλά με τραγικό τρόπο. Έτσι, η συγγραφέας αποκαλύπτει τον πραγματικό σκοπό της, που δεν είναι η αφήγηση μιας ιστορικής περιόδου, αλλά η διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η διαδικασία της κάθαρσης
                     Ο αφηγητής παραδέχεται ότι το σπίτι υποσχόταν μια απειλητική και φιλήδονη κάθαρση. Τα στάδια της κάθαρσης είναι η αποκάλυψη της θαμπής εικόνας του σπιτιού , η είσοδος στο σπίτι και η πρώτη εξαγνιστική επαφή με τα αντικείμενα-σύμβολα, η θυσία του αίματος , η επαφή με τα άγια των αγίων. Μην έχοντας σφάγιο για τη σπονδή του, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, ανοίγει μικρή λακκούβα και χαράζει με το γιαταγάνι τον καρπό του, για να τρέξουν λίγες σταγόνες αίμα. Τους δικούς του τούς καλεί με το αίμα του, που είναι και δικό τους. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι η πράξη του ήρωα έχει διπλή ιδιότητα: Από τη μια, είναι ένας τρόπος να καλέσει τους νεκρούς. Από την άλλη, η θυσία είναι προϋπόθεση για τον καθαρμό κι έχει εξαγνιστική λειτουργία για τη διπλή του ταυτότητα. Καλεί εκείνους με τους οποίους συνδέεται με αιμάτινους δεσμούς, που έζησαν σ’ αυτό το σπίτι, για να μάθει αν τον συγχώρησαν, αλλά και να αντλήσει δύναμη απ’ αυτούς για την προαποφασισμένη πράξη του. Έχει μια παραδοξότητα, όμως, η ιεροτελεστία του Φερίκ πασά, διότι δεν καλεί μόνο ψυχές, αλλά και τον εν ζωή αδερφό του. Χρειάζεται και τους νεκρούς και τους ζωντανούς, για να απαλύνουν την οδύνη που νιώθει, επιστρέφοντας στη γενέθλια γη και στην αρχική του ταυτότητα .

Το μήνυμα της διπλής ταυτότητας

                Στο απόσπασμα αυτό δοκιμάζεται η πίστη του Ισμαήλ, μέσα από μεταφυσικά φαινόμενα (η ξαφνική βροχή που προστατεύει το σπίτι, η σπονδή του αίματος, οι εμφανίσεις των νεκρών γονιών), καθώς και η θέληση του ήρωα να επικοινωνήσει μαζί τους.  Η επιστροφή στη γενέτειρα ξυπνά µνήµες θαµµένες βαθιά µέσα του και κλυδωνίζεται ανάµεσα στα δύο εγώ του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ποιος ακριβώς είναι, καθώς φαίνεται πως ο γενέθλιος τόπος παραµένει «αγκάθι στην καρδιά» του (δικαιολογώντας τον υπότιτλο του βιβλίου “Spina nel cuore”). Επισκέπτεται το ερειπωµένο πατρικό σπίτι και βρίσκεται αντιµέτωπος µε φαντάσµατα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, καθώς βιώνει σε µυστηριακό περιβάλλον την επιστροφή και την συνάντηση µε µέλη της οικογένειας, νεκρά και ζωντανά. Λίγο καιρό αργότερα πεθαίνει στην Κρήτη δολοφονηµένος ή αυτοκτονώντας, αδιευκρίνιστο πώς, έχοντας όµως εκπληρώσει την ένωση των δύο διαφορετικών εαυτών του σε µια ενιαία οντότητα.
                Η πάλη του καλού και του κακού κλυδωνίζει τον ψυχισμό του, καθώς ο ερχομός του στην Κρήτη ανέσυρε  τη διπλή ταυτότητα: προσκυνητής και κατακτητής της πατρίδας του. Αυτά τα αντίρροπα συναισθήματα παλεύουν μέσα του και αυτό ακριβώς είναι το δράμα και η εξιλέωσή του. Δεν μπορεί να είναι κακός, αφού δε θέλησε ποτέ να ξεχάσει και να ξεριζωθεί από την πατρίδα των παιδικών του χρόνων , έστω κι αν ακολούθησε μια αυστηρή εκπαίδευση και μια δύσκολη καριέρα ,με καινούριο όνομα και καινούρια θρησκεία. Αυτό ήταν το χαράτσι για τις γνώσεις που του πρόσφερε η Αίγυπτος και αποφάσισε να το πληρώσει, χωρίς να του δώσει περισσότερη σημασία απ' ό,τι σ’ έναν φόρο. Επανέλαβε την απόφασή του να αφοσιωθεί στη μνήμη, στολίζοντας όμως το μέτωπό του με το στεφάνι του οροπεδίου, μυστικό, δροσερό και ακάνθινο. Και ούτε μια φορά δεν είπε ότι θα μπορούσε να ενώσει τις δύο ξεχωριστές ζωές.     Το νήµα του νόστου οδηγεί, αναπόφευκτα, στο τέλος, διότι ο Ισµαήλ Φερίκ πασάς δεν µπορεί να παρεκκλίνει της οδού, είναι αδύνατον πια να επιστρέψει τόσο στη δεύτερη ζωή όσο και στην πρώτη. ∆εν αντέχει να έχει δυο χαµένους τόπους, όπως θα οµολογήσει ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο.
                     Η σημαίνουσα βαρύτητα του λόγου, που θα του απευθύνει ο πατέρας, θα γίνει η τροχιά, για να ολοκληρωθεί ο νόστος, μια και είναι αυτός που δεν τον είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή αποδεχτεί. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, είπε, και για τούτο σε δέχομαι, αν και τυραννίστηκα μέχρι να το αποφασίσω. Να ξέρεις πως ξανά θα προτιμούσα τη σφαγή από την ατίμωση. Πλην, άλλο αυτό, απ’ τη ζωή που σου’ τυχε. Πρόκοψες, κι αυτό είναι καλό, χάθηκες όμως από τη συνέχειά σου. Μαζί σου έκοψες και μένα. Σε σώζει ότι ποτέ δε θέλησες, ή δεν κατάφερες, να μας διαγράψεις. Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω μια προσπάθεια εξιλέωσης. Θα παρακαλέσω για σένα. Όχι, δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα πεθάνεις, σου λέω μόνο πως είναι γραφτό να γίνει δύσκολα. Εσύ, να σταθείς γενναίος και να μη φοβηθείς. Γρήγορα θα συναντηθούμε».
                     Η συγγραφέας μέσα από την αναφορά στην ταυτότητα του ήρωα θέτει το ζήτημα της καθαρότητας και της επιμειξίας, ανατρέποντας βαθιές προκαταλήψεις, που μόνο ένας ιερέας θα τολμούσε να κατανοήσει («Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω τη δυσκολία των δύο δρόμων»). Πάντως το τελικό μήνυμα είναι αισιόδοξο («Γρήγορα θα συναντηθούμε»). Έτσι, η συγγραφέας ανοίγει το δρόμο για τη διερεύνηση της φύσης του ανθρώπου, που αποτελεί πεδίο της διαπάλης του καλού και του κακού και προτείνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού.

Αφηγηματικές τεχνικές
Ο αφηγητής και το είδος της αφήγησης
                Ο νόστος του ήρωα, προσφέρεται σε πρωτοπρόσωπη, ημερολογιακή μορφή –αφηγηματικός ελιγμός πράγματι απροσδόκητος, που τονίζει την αμεσότητα και το βιωματικό χαρακτήρα της αφήγησης, μακριά από την ψυχρή τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός καθαρά ιστορικού μυθιστορήματος. Ο ήρωας αφήνεται συχνά στην αναπόληση και στη φαντασία, κινείται στο «βασίλειο των ίσκιων», συναναστρέφεται με αγαπημένους νεκρούς και πληροφορείται για τον επικείμενο , εξιλαστήριο θάνατό του στη γενέθλια γη. Ο ήρωας προχωρά σε μια διαδικασία αυτογνωσίας και μόνο η αφήγηση σε α΄ πρόσωπο μπορεί να αποδώσει την οδύνη που βιώνει.  Ο αφηγητής συμμετέχει στη δράση (ομοδιηγητικός αφηγητής) και η εστίαση είναι εσωτερική, δηλαδή ο αφηγητής γνωρίσει όσα και ο ήρωας με τον οποίο ταυτίζεται. Πρόκειται για κείμενο με εξομολογητικό χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί η αφήγηση μιας αυστηράς προσωπικής στιγμής που αγγίζει τα όρια της ονειρικής αναπόλησης.

Στοιχεία του μύθου
                     Ως σημείο δέσης του μύθου θεωρείται η επιστροφή του ήρωα στο πατρικό του σπίτι , γιατί αυτό το γεγονός ξυπνά μνήμες από το παρελθόν. Η κορύφωση επέρχεται με τη σκηνή του αίματος, μέσω της οποίας ο ήρωας προσδοκά την εξιλέωση και η λύση έρχεται με τα λόγια του πατέρα , που ανακαλεί τα πράγματα στην τάξη που ορίζει η μοίρα.

Ο χώρος
                     Είναι αυστηρά περιορισμένος στα όρια ενός μικρού σπιτιού, που αναδεικνύεται σε σύμβολο ενός τόπου και μιας ταυτότητας. Ο ίδιος ο ήρωας ομολογεί ότι το σπίτι δεν είναι γι’ αυτόν η κατοικία των γονιών του, όσο η ανάμνηση της πατρίδας. Όταν, όμως, το σπίτι μετατρέπεται σε χώρο θυσίας και ιεροτελεστιών, ξεπερνά τα όρια του πραγματικού και αποκτά μια μεταφυσική διάσταση, αποδεικνύοντας το συμβολικό του χαρακτήρα. Έτσι , ο χώρος έχει μια ειδική λειτουργία : είναι πραγματικός , αλλά λειτουργεί μέσα από το όνειρο και ως μια μεγάλη αυλαία, για να χωρέσει όλο το παρελθόν.

Ο χρόνος
                     Το απόσπασμα περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός, αλλά με την εμφάνιση του παράδοξου (μαγιάτικη μπόρα, τα καρφιά, το κλειδί)η αφήγηση περνάει από το ιστορικό στο φανταστικό-αφηγηματικό χρόνο. Έτσι, ο χρόνος αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τις λίγες στιγμές που περιγράφονται, γιατί αντιστοιχεί στη διάρκεια των εντυπώσεων του ήρωα. Επίσης, λειτουργεί αναδρομικά, γιατί ο ήρωας θυμάται το παρελθόν και προδρομικά, όταν ο Ισμαήλ μαθαίνει για τον επικείμενο θάνατό του από τον ιερέα-πατέρα του.

Πρόσωπα και χαρακτήρες
                     Στο απόσπασμα παρακολουθούμε το δράμα του ήρωα που ταλαντεύεται  ανάμεσα  σε δύο φύσεις. Ο Ισμαήλ θυμάται την παιδική του ηλικία , όταν ζούσε αμέριμνος στο σπίτι των γονιών του. Για να ξαναφτάσει όμως σ’ αυτή την πρώτη μνήμη, πρέπει να βιώσει ξανά όλη τη διαδικασία της οδύνης των γεγονότων που έζησε, όταν ήταν παιδί και τα έχει απωθήσει στη μνήμη του. Έτσι το ιστορικό πρόσωπο αντιπροσωπεύει όσους έχουν την αίσθηση της διπλής ταυτότητας και μένουν μετέωροι ανάμεσα στη φύση τους και στον ιστορικό προορισμό τους. Άλλα πρόσωπα της αφήγησης είναι οι νεκροί γονείς. Η μάνα του, με λαχτάρα και αγάπη για το χαμένο της παιδί, πρώτη τον καλωσόρισε στη συνάντησή τους. Ο πατέρας του , μέσα στις ψαλμωδίες ως ιερέας συνδέει το μουσουλμάνο Ισμαήλ με το χριστιανικό παρελθόν του. Σε αντίθεση με τη συναισθηματική φόρτιση της μητέρας, ο πατέρας έχει συναίσθηση ότι το μαρτύριο του γιου του σχετίζεται με τη διπλή του ταυτότητα.

Η περιγραφή
                     Με την είσοδό του στο εγκαταλειμμένο σπίτι, ο  ήρωας περιγράφει το εσωτερικό του πατρικού του σπιτιού, γεγονός , που τον βοηθά να θυμηθεί το παρελθόν του και τα παιδικά του χρόνια, οδηγώντας έτσι το μύθο σε κορύφωση.

Γλώσσα-ύφος
                Πρόκειται για ποιητική αφήγηση. Η Ρέα Γαλανάκη είναι ταυτόχρονα και σημαντική ποιήτρια, που υπερβαίνει εύκολα το πραγματικό για χάρη του φανταστικού.  Η γλώσσα διευκολύνει τη συγγραφέα να ξεπεράσει την εξωτερική πραγματικότητα και να διεισδύσει πίσω από τις εικόνες. Ο χρόνος υπάρχει συμβολικά. Συγκεκριμένα το έργο διασπάται σε ποικίλες χρονικές στιγμές. Τα γεγονότα αποδίδονται σχεδόν αφηρημένα. Η χρήση του ονείρου, εξομοιώνεται με την πραγματικότητα. Στην αφήγησή της, τα πράγματα αποκτούν μεταφυσική διάσταση, για να προϊδεάσουν για το μέλλον και οι αισθήσεις γίνονται εύπλαστες. Όλα αυτά είναι έτσι δομημένα και δοσμένα λόγω της επεξεργασμένης γλώσσας και της ποιητικής αφήγησης της συγγραφέως. Χωρίς να φτάνει σε μελοδραματισμούς, η Γαλανάκη αποδίδει τους χαρακτήρες της ολοκληρωμένους, χωρίς να μένει απορία για το παρελθόν, το παρόν και το τέλος τους.
                Οι μεταφορές («άκουγα ένα-ένα τα καρφιά να καρφώνονται, χτυπούσαν οι σταγόνες στο μουσαμά μου»), οι προσωποποιήσεις («η βροχή μου φαινόταν σαν αναφιλητό της φύσης, πίεζα τα υλικά να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους»), το παράδοξο της μαγιάτικης μπόρας, το μεταφυσικό στοιχείο και η ποιητική αισθητική των λέξεων συνθέτουν ένα μοναδικό μυθιστόρημα, που υπερβαίνει τα όρια του είδους.

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Σε οριακή κατάσταση η ελληνική εκπαίδευση

       Μετά από 35 χρόνια υπηρεσίας, εν όψει της αποχώρησής μου από την Εκπαίδευση, η εμπειρία που απέκτησα μου επιτρέπει, νομίζω, αλλά και μου δημιουργεί την υποχρέωση, να κάνω μια πρώτη αποτίμηση της πορείας της μέχρι σήμερα και να διατυπώσω κάποιες σκέψεις για το μέλλον της.
          Στα 35 αυτά χρόνια (1979 – 2014), οι όποιες επιτυχίες, σε ποσοτικό κυρίως επίπεδο (π.χ. άνοιγμα των βαθμίδων της Εκπαίδευσης στη μεγαλύτερη μερίδα των νέων της χώρας), δεν συνοδεύτηκαν από την αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση, που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική ανταπόκριση της παιδείας μας στις ανάγκες των νέων και της κοινωνίας μας. Μάλιστα, έχουμε οπισθοχωρήσει επικίνδυνα σε κάποιους ποιοτικούς δείκτες, κάτι που αναδείχθηκε λόγω της οικονομικής αλλά και αξιακής κρίσης που μαστίζει τη χώρα σήμερα.
           Στα χρόνια αυτά, το ελληνικό σχολείο δεν μπόρεσε να  ανταποκριθεί επαρκώς στους δυο θεμελιώδεις στόχους του: α) στη γενική καλλιέργεια και την προσφορά παιδείας στους μαθητές του και β) στην ομαλή και δημιουργική ένταξη των αποφοίτων του στην εργασία και την παραγωγή. Η αδυναμία αυτή οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στους εξής λόγους:
 Α) Μετά την τελευταία σημαντική Μεταρρύθμιση του 1976 – 77, που έπιασε πάλι το νήμα από την αντίστοιχη του Παπανούτσου (1963-65) και δημιούργησε ελπίδες για μια συναινετική και χωρίς χάσματα πορεία στο χώρο της Εκπαίδευσης, οι αλλαγές που ακολούθησαν χαρακτηρίζονταν κυρίως από βιασύνη, προχειρότητα, εισαγωγή θεσμών σε μόνιμη εκκρεμότητα (χαρακτηριστική η περίπτωση των Σχολικών Συμβούλων) και συχνές παλινδρομήσεις. Δεν βασίζονταν σε μια προσεχτική μελέτη της κατάστασης αλλά, κυρίως, στόχευαν στον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης και στην εκλογική πελατεία. Γι’ αυτό, και όλες σχεδόν αναφέρονταν στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, απωθώντας όλο και περισσότερο την ουσία της Παιδείας: πώς δηλαδή θα διαμορφώσουμε νέους με όραμα και δημιουργικότητα για τη ζωή, με γνώση του εαυτού τους και του κόσμου που τους περιβάλλει, με δυνατότητες αυτόνομης ανέλιξης αλλά και με βαθύ αίσθημα κοινωνικής ευθύνης.
 Β) Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και οι θετικές αλλαγές που επιχειρούνταν ακυρώνονταν στην πράξη, εφόσον η φιλοδοξία της «μεταρρύθμισης» που επικρατούσε σε κάθε κόμμα ή και υπουργό που αναλάμβανε, γκρέμιζε εκ θεμελίων τα προηγούμενα και ακύρωνε εύκολα και άκριτα προϋπάρχουσες δομές και δράσεις. Αποτέλεσμα: μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο συνεννόησης και διαβούλευσης, ακριβώς διότι δεν υπήρχε το στοιχείο της συνέχειας, για να λυθούν σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν την εκπαίδευση και οδηγούν τους μαθητές μας, αλλά και τους γονείς, στην απαξίωση του σχολείου και της γνώσης που αυτό προσφέρει.
 Γ) Η ευκαιρία της χρηματοδότησης από τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα (αυτή τη στιγμή «τρέχει» το τέταρτο) μετατράπηκε πολύ γρήγορα, λόγω της απουσίας γενικού σχεδίου από την Ελληνική Πολιτεία αλλά και μη σωστής διαχείρισης, σε τροχοπέδη και εργαλείο κατακερματισμού, παρά σε εστία συγκέντρωσης των δυνάμεων που απαιτούνται για μια ουσιαστική ώθηση στην Παιδεία μας. Έτσι, η αγωνία για την απορρόφηση κονδυλίων συνδέθηκε με επιπόλαιες δράσεις, χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα αποτελέσματά τους. Χρηματοδοτήθηκαν νέοι τύποι σχολείων (π.χ. τα Πολυκλαδικά, τα Μουσικά, τα Καλλιτεχνικά) και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν ή δυσλειτουργούν. Δόθηκαν επανειλημμένα πολλά χρήματα για Προγράμματα Σπουδών και για βιβλία, χωρίς καμιά ουσιαστική αξιολόγηση για τα προϋπάρχοντα και για τα νέα, άλλα τόσα για την Επιμόρφωση και Επιμόρφωση δεν έχουμε. Δεν υπήρξε τελικά καμιά μέριμνα για τη δημιουργία μόνιμων δομών και υποδομών, που θα χρηματοδοτούνταν στη συνέχεια από εθνικούς πόρους. Μια άσκοπη κατασπατάληση πόρων, χωρίς να έχουμε προσθέσει τίποτε σε υπεραξία στην Παιδεία μας, εκτός αν θεωρήσουμε θετικό το γεγονός ότι σήμερα, στην εποχή της κρίσης, ένα μεγάλο πια μέρος του εκπαιδευτικού προσωπικού (π.χ. οι ωρομίσθιοι, που συνεχώς αυξάνονται) αμείβεται από το ΕΣΠΑ!
Δ) Αν σε όλα τα παραπάνω αναγνωρίζουμε τις ευθύνες της Πολιτείας, δεν λείπουν και οι ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος των εκπαιδευτικών, κατά το μερίδιο που του αναλογεί. Οι συνδικαλιστικές παρατάξεις υποχώρησαν συχνά στον εκμαυλισμό των κομμάτων, εμπέδωσαν την αντίληψη ότι στο χώρο της Εκπαίδευσης εκπροσωπούν αυτά περισσότερο κι όχι τις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών και της Παιδείας. Αποτέλεσμα: έλλειψε όλα αυτά τα χρόνια ένα αυτόνομο και ρωμαλέο συνδικαλιστικό κίνημα, που να εμπνέει, να προβάλλει το εκπαιδευτικό όραμα και να πιέζει αποτελεσματικά την Πολιτεία για θετικές λύσεις.
             Η ελληνική εκπαίδευση, εξαιτίας των παλιών αδυναμιών και της σημερινής κρίσης, βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή κατάσταση. Μόνον ένας συναγερμός και συντονισμός των πολιτικών, εκπαιδευτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που ενδιαφέρονται για την αναβάθμιση και την προκοπή του δημόσιου σχολείου, μπορεί να τη σώσει. Στην κατεύθυνση αυτή, οι άξονες, γύρω από τους οποίους πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια, είναι, κατά τη γνώμη μου, οι εξής:
1. Αποδέσμευση του ευαίσθητου και κρίσιμου για το μέλλον της χώρας τομέα της εκπαίδευσης από τις μνημονιακές υποχρεώσεις, σε άμεση ή, έστω, έμμεση σχέση με τις γενικότερες λύσεις που θα επιδιωχθούν γύρω από το θέμα αυτό. Ήδη, υπάρχουν σχετικές κινήσεις στην Ευρώπη για την εξαίρεση των οικονομικών της Παιδείας από την μέτρηση των ελλειμμάτων. Η αποδέσμευση πρέπει να απαιτηθεί από την πολιτική ηγεσία και να συνοδευτεί από την αναίρεση του κλίματος της εργασιακής ανασφάλειας και του άγχους, που εμφιλοχωρεί σήμερα στα σχολεία, καθώς και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας ανάμεσα στο εκπαιδευτικό προσωπικό και την Πολιτεία.
2. Συνολικός ανασχεδιασμός της δομής, του περιεχομένου, των στόχων και των δράσεων όλου του συστήματος της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, μετά από σοβαρή μελέτη των μέχρι σήμερα δεδομένων, των κατακτήσεων και των αδυναμιών. Ο ανασχεδιασμός πρέπει να γίνει σύντομα και αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή και τη συναίνεση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας μας, να έχει εσωτερική συνοχή, συνέπεια, προοπτική και να είναι δυναμικά ανοιχτός σε ομαλές εξελίξεις στο μέλλον. Κεντρική επιδίωξη: η απόκτηση από όλους τους νέους μας ενός υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας, που θα τους επιτρέπει να είναι ενεργοί πολίτες και δημιουργικοί επαγγελματίες, όποια πορεία κι αν διαλέξουν στη ζωή τους.
3. Κομβικό σημείο σε έναν τέτοιον ανασχεδιασμό κατέχει η δημιουργία ενός σοβαρού και ισχυρού τομέα Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, που δεν θα αναπτύσσεται αυθαίρετα, όπως συνέβη μέχρι σήμερα, αλλά θα συνδέεται με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας κατά περιοχή και θα δίνει ασφαλείς διεξόδους επαγγελματικής αποκατάστασης στους νέους της χώρας μας. Θυσιάσαμε για δεκαετίες πολλούς μαθητές μας στον βωμό της επιτυχίας στα ΑΕΙ, ενώ πιθανά θα ήταν πιο ευτυχισμένοι και δημιουργικοί ακολουθώντας το επάγγελμα που θα ανταποκρινόταν στις ικανότητες και τις επιθυμίες τους.
 4. Στην προσπάθεια αυτή προτεραιότητα επείγει να δοθεί στην οργάνωση και την άμεση λειτουργία ενός μόνιμου συστήματος Επιμόρφωσης για την ποιοτική και επαγγελματική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, που μπορεί να υποβοηθείται αλλά δεν θα εξαρτάται από τα πακέτα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Με το σύστημα αυτό πρέπει να συνδεθεί και η διαδικασία Αξιολόγησης, η οποία, για να αποκτήσει φερεγγυότητα και να έχει αποτελέσματα, πρέπει να στοχεύει πρωτίστως στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου, στον εντοπισμό των αδυναμιών για το ξεπέρασμά τους και στην επιτυχία των στόχων που κάθε φορά τίθενται. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αξιολογείται και ο εκπαιδευτικός, μέσα σε μια προσπάθεια συνεχούς βελτίωσής του. Και η Επιμόρφωση και η Αξιολόγηση πρέπει να είναι δυναμικές και ανοιχτές διαδικασίες, που θα αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες.
5. Ο συνδικαλισμός των εκπαιδευτικών πρέπει να απαλλαγεί από τα κομματικά δεσμά και να συνδεθεί περισσότερο με τον κοινωνικό ρόλο του σχολείου και της Εκπαίδευσης. Μια νέα δομή, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάτι τέτοιο και να επαναφέρει τους εκπαιδευτικούς στα συνδικάτα τους, θα ήταν να γίνει η κάθε σχολική μονάδα ο πρωτοβάθμιος συνδικαλιστικός πυρήνας, από όπου σταδιακά, θα εκπορευόταν προς τα πάνω η θέληση του εκπαιδευτικού κόσμου σε στενή συνάφεια με την πραγματικότητα της σχολικής ζωής.
             Σίγουρα, υπάρχουν κι άλλα, στα οποία θα μπορούσε κάποιος να σταθεί. Αναφέρθηκα στα κατά τη γνώμη μου σημαντικότερα. Γνωρίζω καλά ότι έχουμε ένα αξιόλογο προσωπικό στην Εκπαίδευσή μας. Πολλοί συνάδελφοι, ιδιαίτερα νέοι με πολλά προσόντα, αγωνίζονται καθημερινά, μέσα σε δύσκολες συνθήκες για να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να φροντίσουν ταυτόχρονα για την προσωπική τους βελτίωση. Η Πολιτεία και η κοινωνία πρέπει να ανταποκριθούν στις αγωνίες τους και να σταθούν δίπλα τους. Και ήρθε η ώρα, νομίζω, τώρα που ξεθώριασαν οι όποιες απάτες του νεοπλουτισμού, ο ελληνικός λαός να καταλάβει ότι η Παιδεία πάντα, αλλά ιδιαίτερα σήμερα, είναι ένα αγαθό που έχει την ίδια τουλάχιστον σημασία με τα βασικότερα: το ψωμί και το νερό!
 Θωμάς Πεχλιβάνης, Δρ Ν. Ε. Φιλολογίας, Προϊστάμενος Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης Δ. Ε. Θεσσαλίας/www.larissanet.gr

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Νόαμ Τσόμσκι:"Κρατήστε το κοινό απασχολημένο, απασχολημένο, απασχολημένο, χωρίς χρόνο για να σκέφτεται· να επιστρέφει κανονικά στη φάρμα με τα άλλα ζώα"

Ο Αμερικανός ακαδημαϊκός και στοχαστής, Νόαμ Τσόμσκι, αναλύει τις δέκα τεχνικές για τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης.
 1. Η τεχνική της διασκέδασης Πρωταρχικό στοιχείο του κοινωνικού ελέγχου, η τεχνική της διασκέδασης συνίσταται στη στροφή της προσοχής του κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και από τις μεταλλαγές που αποφασίστηκαν από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, με ένα αδιάκοπο καταιγισμό διασκεδαστικών και ασήμαντων λεπτομερειών. Η τεχνική της διασκέδασης είναι επίσης απαραίτητη για να αποτραπεί το κοινό από το να ενδιαφερθεί για ουσιαστικές πληροφορίες στους τομείς της επιστήμης, της οικονομίας, της Ψυχολογίας, της Νευροβιολογίας και της Κυβερνητικής. «Κρατήστε αποπροσανατολισμένη την προσοχή του κοινού, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμαλωτισμένη σε θέματα χωρίς καμιά πραγματική σημασία.
2 . Η τεχνική της δημιουργίας προβλημάτων, και στη συνέχεια παροχής των λύσεων Αυτή η τεχνική ονομάζεται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Πρώτα δημιουργείτε ένα πρόβλημα, μια «έκτακτη κατάσταση» για την οποία μπορείτε να προβλέψετε ότι θα προκαλέσει μια συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού, ώστε το ίδιο να ζητήσει εκείνα τα μέτρα που εύχεστε να το κάνετε να αποδεχτεί. Για παράδειγμα: αφήστε να κλιμακωθεί η αστική βία, ή οργανώστε αιματηρές συμπλοκές, ώστε το κοινό να ζητήσει τη λήψη μέτρων ασφαλείας που θα περιορίζουν τις ελευθερίες του. Ή, ακόμη: δημιουργήστε μια οικονομική κρίση για να κάνετε το κοινό να δεχτεί ως αναγκαίο κακό τον περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων και την αποδόμηση των δημοσίων υπηρεσιών.
3. Η τεχνική της υποβάθμισης Για να κάνει κάποιος αποδεκτό ένα απαράδεκτο μέτρο, αρκεί να το εφαρμόσει σταδιακά κατά «φθίνουσα κλίμακα» για μια διάρκεια 10 ετών. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν ριζικά νέες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός) στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Μαζική ανεργία, αβεβαιότητα, «ευελιξία», μετακινήσεις, μισθοί που δεν διασφαλίζουν πια ένα αξιοπρεπές εισόδημα· τόσες αλλαγές, που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση, αν είχαν εφαρμοστεί αιφνιδίως και βίαια.
4. Η στρατηγική της αναβολής (Σαλαμοποιήση) Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσετε ως «οδυνηρή αλλά αναγκαία», αποσπώντας την συναίνεση του κοινού στο παρόν, για την εφαρμογή της στο μέλλον. Είναι πάντοτε πιο εύκολο να αποδεχτεί κάποιος αντί μιας άμεσης θυσίας μια μελλοντική. Πρώτα απ’όλα, επειδή η προσπάθεια δεν πρέπει να καταβληθεί άμεσα. Στη συνέχεια, επειδή το κοινό έχει πάντα την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «όλα θα πάνε καλύτερα αύριο» και ότι μπορεί, εντέλει, να αποφύγει τη θυσία που του ζήτησαν. Τέλος, μια τέτοια τεχνική αφήνει στο κοινό ένα κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να συνηθίσει στην ιδέα της αλλαγής, και να την αποδεχτεί μοιρολατρικά, όταν κριθεί ότι έφθασε το πλήρωμα του χρόνου για την τέλεσή της.
5 . Η στρατηγική του να απευθύνεσαι στο κοινό σαν να είναι μωρά παιδιά Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύντονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν έναν αφηγηματικό λόγο, επιχειρήματα, πρόσωπα και έναν τόνο ιδιαιτέρως παιδικό, εξουθενωτικά παιδιάστικο, σαν να ήταν ο θεατής ένα πολύ μικρ ό παιδί ή σαν να ήταν διανοητικώς ανάπηρος. Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλλεται να εξαπατηθεί ο θεατής, τόσο πιο παιδιάστικος τόνος υιοθετείται από τον διαφημιστή. Γιατί; «Αν [ο διαφημιστής] απευθυνθεί σε κάποιον σαν να ήταν παιδί δώδεκα ετών, τότε είναι πολύ πιθανόν να εισπράξει, εξαιτίας του έμμεσου και υπαινικτικού τόνου, μιαν απάντηση ή μιαν αντίδραση τόσο απογυμνωμένη από κριτική σκέψη, όσο η απάντηση ενός δωδεκάχρονου παιδιού».
 6 . Η τεχνική του να απευθύνεστε στο συναίσθημα μάλλον παρά στη λογική Η επίκληση στο συναίσθημα είναι μια κλασική τεχνική για να βραχυκυκλωθεί η ορθολογιστική ανάλυση, επομένως η κριτική αντίληψη των ατόμων. Επιπλέον, η χρησιμοποίηση του φάσματος των αισθημάτων επιτρέπει να ανοίξετε τη θύρα του ασυνείδητου για να εμφυτεύσετε ιδέες, επιθυμίες, φόβους, παρορμήσεις ή συμπεριφορές…
7. Η τεχνική του να κρατάτε το κοινό σε άγνοια και ανοησία Συνίσταται στο να κάνετε το κοινό να είναι ανίκανο να αντιληφθεί τις τεχνολογίες και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιείτε για την υποδούλωσή του. «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που παρέχεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι πιο φτωχή, ώστε η τάφρος της άγνοιας που χωρίζει τις κατώτερες τάξεις από τις ανώτερες τάξεις να μη γίνεται αντιληπτή από τις κατώτερες». .
8. Η τεχνική του να ενθαρρύνεις το κοινό να αρέσκεται στη μετριότητα Συνίσταται στο να παρακινείς το κοινό να βρίσκει «cool» ό,τι είναι ανόητο, φτηνιάρικο και ακαλλιέργητο.
9. Η τεχνική του να αντικαθιστάς την εξέγερση με την ενοχή Συνίσταται στο να κάνεις ένα άτομο να πιστεύει ότι είναι το μόνο υπεύθυνο για την συμφορά του, εξαιτίας της διανοητικής ανεπάρκειάς του, της ανεπάρκειας των ικανοτήτων του ή των προσπαθειών του. Έτσι, αντί να εξεγείρεται εναντίον του οικονομικού συστήματος, απαξιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και αυτο-ενοχοποιείται, κατάσταση που περιέχει τα σπέρματα της νευρικής κατάπτωσης, η οποία έχει μεταξύ άλλων και το αποτέλεσμα της αποχής από οποιασδήποτε δράση. Και χωρίς τη δράση, γλιτώνετε την επανάσταση!
10. Η τεχνική του να γνωρίζεις τα άτομα καλύτερα από όσο γνωρίζουν τα ίδια τον εαυτό τους Στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, οι κατακλυσμιαία πρόοδος της επιστήμης άνοιξε μια ολοένα και πιο βαθειά τάφρο ανάμεσα στις γνώσει του ευρέως κοινού και στις γνώσεις που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι ιθύνουσες ελίτ. Χάρη στη Βιολογία, τη Νευροβιολογία και την εφαρμοσμένη ψυχολογία, το «σύστημα» έφτασε σε μια εξελιγμένη γνώση του ανθρώπινου όντος, και από την άποψη της φυσιολογίας και από την άποψη της ψυχολογίας. Το σύστημα έφτασε να γνωρίζει τον μέσο άνθρωπο καλύτερα απ’ όσο γνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύστημα ασκεί έναν πολύ πιο αυξημένο έλεγχο και επιβάλλεται με μια μεγαλύτερη ισχύ επάνω στα άτομα απ’ όσο τα άτομα στον ίδιο τον εαυτό τους.
           Και όμως για να καταρρεύσουν όλα αυτά αρκεί μια στιγμή αφύπνισης. Το “κόκκινο χάπι” που έλεγε ο Μορφέας στόν Νέο στην ταινία Μatrix. Αν υπάρξει έστω μια φευγαλέα στιγμή αφύπνισης όλο το οικοδόμημα καταστρέφεται και πέφτει όπως μια κουρτίνα, και το κυριότερο η κουρτίνα αυτή δεν μπορεί να αναρτηθεί ξανά. Για αυτό σας παρουσιάζουμε τις 10 τεχνικές, μόλις τις παρατηρήσετε ότι συμβαίνουν γύρω σας και εφαρμόζονται κάθε μέρα, η αφύπνιση έρχεται νομοτελειακά. Για όποιον θέλει περισσότερη αφύπνιση ας διαβάσει το “σπήλαιο του Πλάτωνα” και θα ξημερώσει ένας καινούριος κόσμος
www.alexiptoto.com

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Κ. Βάρναλης: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

       Πριν από κάμποσα χρόνια, η χούντα (όπως και όλες οι δικτατορίες της εποχής) χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο ως μέσο απομάκρυνσης του κόσμου από την πολιτική. Οι «χούντες» του σήμερα, κάνουν το ποδόσφαιρο κεντρικό πεδίο της πολιτικής. Για την ακρίβεια: Μιας πολιτικής καρικατούρας, που προσπαθούν να επιβάλλουν τα κυκλώματα του λαθρεμπόριου, της απάτης, της νύχτας και του ναζισμού, για να καταλάβουν και να ασκήσουν άμεσα, χωρίς λακέδες εκπροσώπους, την κεντρική εξουσία.
      Χρειάστηκε μια μακρά περίοδος εκμαυλισμού, για να φτάσουμε στο σημείο αυτό. Ενός εκμαυλισμού, που μέσω της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, απλώθηκε σαν επιθετικός καρκίνος σε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ πέτυχε να κοινωνικοποιήσει τη διαφθορά πολύ ευρύτερα από την παλιά δεξιά του χαφιέ, του τραμπούκου και της μίζας μέσα σε κλειστά κυκλώματα. Μέσω των κοινωνικά δικτυωμένων οργανώσεών του, του θεσμικού πλαισίου που έλεγχε και ελέγχει, των εργολαβιών δημόσιων έργων και παραγγελιών, της διαχείρισης των Εοκικών κονδυλίων και της μαζικής διακαναλικής αποβλάκωσης, το οργανωμένο σε κράτος ΠΑΣΟΚ πέτυχε να φτιάξει μια κοινωνία «κατ’ εικόνα και ομοίωση». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι «όλοι τρώγανε». Ο φουκαράς ο καθηγητάκος για παράδειγμα, δεν έφαγε τίποτα άλλο παρά ξύλο και «πόρτα» όταν του καταργήσανε την επετηρίδα ή από φούμαρα, όταν του τάζανε τα μυθικά 176 ευρώ της «επιδότησης». Είχε όμως τον θεσμό του «αιρετού». Όχι ως ελεγκτή της διοικητικής αυθαιρεσίας (ελάχιστοι τέτοιοι άνθρωποι ψηφίστηκαν, γενικά οι τίμιοι και αδέκαστοι θεωρούνταν κάτι σαν γραφικοί «ιεχωβάδες»), αλλά σαν «κολλητού» για «ώρα ανάγκης».
       Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν εκμαύλισε την ίδια την έννοια του συνδικαλισμού σαν συλλογικής δράσης για τα εργασιακά δικαιώματα, μετατρέποντας την (μέχρι εκεί που του επιτρέψαμε) σε πεδίο συναλλαγής με την εξουσία και «συμμετοχικής διαφθοράς». Η συστηματική υποβάθμιση έως διάλυση των όποιων οργανωμένων παραγωγικών δομών στην πόλη και το χωριό και η αντικατάσταση τους από εύκολες και γρήγορες πηγές πλουτισμού (τόσο πιο εύκολες και τόσο πιο γρήγορες, όσο πιο κοντά βρισκόταν ο «τοπικός ΠΑΣΟΚος»), δηλαδή η Οικονομία του Τίποτα, ήταν η βάση για τον Πολιτισμό του Τίποτα.
     Κάτι απίστευτοι τύποι ήταν τα best sellers των καναλιών. «Τενεκέδες ξεγάνωτοι», σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, βγήκαν από το γυαλί και έγιναν κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής. Ακόμα πιο απίστευτοι ήταν οι τύποι και οι τύπισσες που πλάσαρε η «μουσική» βιομηχανία. Οι μακρινοί ήχοι της Σμύρνης, του Πειραιά, του Τσιτσάνη, του Μίκη και του Μάνου, που ήταν η πολιτισμική ταυτότητα του τόπου αυτού σε εποχές πολιτικής τρομοκρατίας, φτώχειας και αναλφαβητισμού, χάθηκαν μέσα στο «χαβαλέ» του Σκυλάδικου Τίποτα, στην εποχή της πασοκικής δημοκρατίας και του «ευδαιμονισμού».
        Στην εποχή αυτή της μαζικής αποχαύνωσης, το «γήπεδο» (με την ευρεία έννοια) πρόσφερε πεδίο δυναμικής εκτόνωσης. Σε παλαιότερες εποχές, σωματεία σαν τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ αποτελούσαν «στοιχεία ταυτότητας», κοινής αναγνώρισης ανθρώπων της προσφυγιάς και του μεροκάματου. Στην πρόσφατη εποχή του απόλυτου Τίποτα, τα σύμβολα των ομάδων πρόσφεραν αλλοτριωμένα στοιχεία ταυτότητας, όχι σαν κοινά στοιχεία πολιτισμού, αλλά σαν στοιχεία ετεροκαθορισμού από τον «αντίπαλο»: Σαν σύμβολα βίαιας επικράτησης, μίσους και εκμηδενισμού του «αντίπαλου». Έτσι, ο ελληνικός χουλιγκανισμός δεν είχε το κοινωνικό στοιχείο της ανεργίας και της περιθωριοποίησης του βρετανικού χουλιγκανισμού της εποχής της Θάτσερ. Αλλά πολύ περισσότερο, το στοιχείο του κακομαθημένου «κωλοπαιδαρισμού» της πασοκικής κυριαρχίας.
         Τα δυο αυτά πεδία, η «Νύχτα» και το «Γήπεδο», αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο δράσης, κυριαρχίας και ξεπλύματος μαύρου χρήματος από τα κυκλώματα της Μαφίας (όπλα, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά κλπ). Η κεντρική εξουσία, όχι μόνο δεν συγκρούστηκε με τα κυκλώματα αυτά, αλλά συνασπίστηκε μαζί τους. Οι εκάστοτε κυρίαρχοι του ποδοσφαίρου αυτή την περίοδο, είχαν προνομιακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Μέσω των σχέσεων αυτών επέκτειναν τη δράση τους και σε νόμιμα πεδία, κυριαρχώντας και ανταποδίδοντας τις χάρες σε επίπεδο ψήφων. Διόρισαν δε και πολιτικούς τοποτηρητές τους μέσα στις κυβερνήσεις, όπως και οι ίδιοι δέχτηκαν διακεκριμένους πασόκους σε διοικητικές θέσεις των ομάδων τους.
       Η τεχνητή κρίση των μνημονίων, σήμανε το βίαιο τέλος αυτής της εποχής. Έφερε ένα εξίσου βίαιο ανακάτεμα της τράπουλας σε επίπεδο τόσο κέντρων εξουσίας, όσο και οικονομικής κατάστασης όλων των στρωμάτων του πληθυσμού. Μόλις κατακάθισε λίγο ο κουρνιαχτός, βλέπουμε να έχει βγει στο προσκήνιο όλο το μαύρο σαράκι που κατέτρωγε τις ψυχές και τα μυαλά των Ελλήνων πολιτών το προηγούμενο διάστημα. Οι Κασιδιάρης, Μπέος, Μελισσανίδης, Μαρινάκης και πάει λέγοντας, δεν είναι γεννήματα της σημερινής εποχής, αλλά της προηγούμενης. Το σημερινό κύμα της κρίσης φέρνει στην επιφάνεια αυτό που υπήρχε και βαθμιαία κυριάρχησε. Το φέρνει ανοιχτά και απροκάλυπτα.
        Ας υποθέσουμε ότι ο Μαρινάκης είναι ο πετυχημένος επιχειρηματίας, που θα φτιάξει τον Πειραιά κατά το πρότυπο του Ολυμπιακού. Ο ματωβαμένος Κασιδιάρης και ο Μπέος που «στάζει Μαφία» τι ακριβώς είναι; Ο πρώην φυγόδικος, νυν υπόδικος και ομοτράπεζος του Σαμαρά Μελισσανίδης, τι ακριβώς είναι; Δεν είναι σίγουρα η τιμωρία και η αλλαγή του παλιού πολιτικού κατεστημένου. Είναι η αντικατάστασή του στις νέες συνθήκες. Ο «ψευτοκουτσαβάκης» που ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ όλα αυτά τα χρόνια και που σήμερα ντρέπεται να το πει, στον Μπέο και στον Κασιδιάρη βλέπει ίσως και την τιμωρία του ΠΑΣΟΚ, που πρόδωσε την καλοπέρασή του. Βλέπει όμως και τον διάδοχο, που θα συνεχίσει την ίδια κατάσταση, «χώνοντάς» τον στη μάσα του αύριο. Μια μάσα, που δεν θα είναι πια «εθνική», αλλά ατομική. Που για να φάει απ’ αυτήν, πρέπει πρώτα να φάει τον διπλανό του και τον από κάτω του.
        Έτσι, ο Έλληνας πολίτης βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με έναν διπλό φασισμό: Τον φασισμό των μνημονίων, που υπηρετούν οι πολιτικοί υπάλληλοι του χτες: Σαμαράδες και Βενιζέλοι. Και τον original ναζισμό του σήμερα, που εκφράζουν οι κάθε Κασιδιάρηδες και Μπέοι.
      Η εποχή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της παλιάς γερμανικής κατοχής. Και τότε (όπως και σήμερα) οι πολιτικοί και τα κυρίαρχα κόμματα της προηγούμενης περιόδου πρόδωσαν ανοιχτά τον ελληνικό λαό, έγιναν συνεργάτες και τοποτηρητές των γερμανών ναζί ή (στην καλύτερη περίπτωση) κρύφτηκαν μέσα στα βρακιά των Άγγλων φίλων τους, αφήνοντας τον κόσμο απροστάτευτο στην πείνα και στην εξόντωση. Ταυτόχρονα ένα κομμάτι προσκυνημένων από τα λαϊκά στρώματα, εγκλημάτησε ανοιχτά. Οι μαυραγορίτες πλούτισαν από το θάνατο και από την πείνα και οι ταγματασφαλίτες λήστεψαν, βίασαν, κάρφωσαν και εξόντωσαν άμαχο πληθυσμό, ντυμένοι με τη μαύρη στολή και τη σβάστικα. Τα σόγια των σημερινών πολιτικών και τραπεζιτών προέρχονται από τους μαυραγορίτες και τους ταγματασφαλίτες εκείνης της εποχής και η ιστορία διαιωνίζεται.
        Σε μια άλλη χώρα, η αστική τάξη, (σαν «εθνικό σώμα») θα συναισθανόταν ίσως τον επελαύνοντα κίνδυνο του απόλυτου εκμαυλισμού και της αιματηρής βίας σαν κίνδυνο εθνικό και θα προσπαθούσε να προωθήσει κάποιον ελεγχόμενο από αυτήν συμβιβασμό. Η δουλική και αλήτικη άρχουσα τάξη της χώρας μας δεν λειτουργεί σαν ταξική ομάδα στο έδαφος ενός κατακτημένου πολιτισμού, παρά σαν ένας αχταρμάς αλητών πλιατσικολόγων, που αφήνουν τη χώρα στο απόλυτο έλεος των μαφιόζων και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών.
       Και τότε, όπως και σήμερα, μοναδική δύναμη αντίστασης στη μαύρη λαίλαπα στάθηκε, το θέλουμε ή όχι, η Αριστερά. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά:
     Η Αριστερά του τότε, περιθωριακή και ολιγάριθμη, ήταν νέα ακμάζουσα, δυναμική, επαναστατική. Η Αριστερά του σήμερα, στο σύνολό της, πολύ πιο πολυάριθμη, είναι μια Αριστερά αποκοιμισμένη, αποχαυνωμένη και η ίδια από το μαξιλάρι της νομιμότητας, που της έδωσε αρχικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, από την κολακεία και τις σειρήνες του Συστήματος, από τα ανώδυνα «πεδία δράσης» που την ενσωμάτωσε το σύστημα ΠΑΣΟΚ. Είναι μια Αριστερά, που σταμάτησε να ρισκάρει, να αμφισβητεί και να αλλάζει πρώτα τον εαυτό της, να είναι πηγή νέων ιδεών και νέου πολιτισμού, να παράγει σύγχρονη θεωρητική σκέψη και κυρίως: σύγχρονη επί της ουσίας ανατρεπτική πολιτική. Είναι δηλαδή μια μακάρια Αριστερά, με αυτόματο πιλότο, που κοιτά σαν νάρκισσος τον εαυτό της. Και αυτός ο ναρκισσισμός γεννά στα πιο καθυστερημένα τμήματά της τον αυτοκαταστροφικό κανιβαλισμό, τη στιγμή που η ενότητά της είναι η πιο μεγάλη απειλή για το σύστημα, και ταυτόχρονα προβάλλει σαν «Εθνική Ανάγκη». Αυτό το βλέπει ή το διαισθάνεται ο λαός. Το βλέπουν όλοι οι άλλοι, εκτός από αυτήν.
      Παρ’ όλα αυτά: Αυτή η Αριστερά είναι η μόνη που αντιστάθηκε, έστω με τον δικό της τρόπο, όλα αυτά τα χρόνια. Και κυρίως, είναι η μόνη που παθιασμένα αντιστέκεται και σήμερα. Και γι’ αυτό, είναι (δυστυχώς ή ευτυχώς) το μόνο όπλο στα χέρια μας.
     Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα ατσάλινο κλουβί, που οι δυο απέναντι τοίχοι του, ο φασισμός του συστήματος από τη μια και η ναζιστική μαφία από την άλλη, κινούνται κατά πάνω μας και δεν θα αργήσουν να μας συνθλίψουν. Μπροστά στα πόδια μας βρίσκεται πεσμένος ένας μοχλός. Λίγο σκουριασμένος αλήθεια, αλλά τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή δεν έχουμε. Ας τον σηκώσουμε στα μπράτσα μας και ας τον βάλουμε ανάμεσα στις δυο συμπληγάδες. Δεν είναι καιρός για μεμψιμοιρίες. Ας κρατήσουμε ανοιχτό το φως, όσο μπορούμε, γιατί «αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών». Ο δρόμος για τη ελευθερία είναι δύσκολος κι ανηφορικός, αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να λυτρώσουμε το σώμα μας, την ψυχή μας και το πνεύμα μας. 

Χρήστος Χατζηχρήστος/alfavita.gr

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Πώς βιώνουν οι έφηβοι την οικονομική κρίση;


Δέκα έφηβοι μεταξύ 13-17 ετών, από διάφορες περιοχές της Αθήνας, αποκαλύπτουν τι σημαίνει γι’ αυτούς οικονομική κρίση. Ο λόγος τους απρόβλεπτος, αποκαλυπτικός, σκληρός αλλά και ευαίσθητος… αποτελεί έκπληξη, συγκίνηση, πρόκληση, πρόσκληση, τροφή του νου και της ψυχής.

         Σαν το θεό Ανταίο, που παίρνει δύναμη από το στέρεο πάτημα τον ποδιών του στο χώμα της μητέρας γης για να μπορέσει να πετάξει, ο έφηβος αναζητά και αυτός τη δύναμη εκείνη που θα τον απελευθερώσει και θα τον αφήσει να πετάξει, ελεύθερος και ευτυχισμένος στη ζωή του.

       «Θέλω να μην είμαι εξαρτημένη από τους άλλους… και όχι μόνο από τους γονείς, γενικά…» (Λένια).

       Το έδαφος από το οποίο ο έφηβος προσδοκά να αντλήσει δύναμη είναι αυτό των γονιών του, του σχολείου, των συνομηλίκων του και της ευρύτερης κοινωνίας. Έδαφος που στη παρούσα κοινωνική συγκυρία μοιάζει με κινούμενη άμμο.

«Νοιώθω ανασφάλεια... γιατί δεν θα υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες για όλους. Θα υπάρχει ανεργία πάντα και το να είσαι άνεργος είναι ό,τι πιο καταστροφικό πιστεύω και σε προσωπικό επίπεδο μετά. Δεν μπορώ να αυτονομηθώ!» (Σωτήρης).

Η ελληνική κοινωνία της οικονομικής κρίσης, δεν ενισχύει επαρκώς τις κατάλληλες συνθήκες για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητας του εφήβου. Ο έφηβος καθρεφτίζεται στην κοινωνία για να συγκροτήσει ταυτότητα, όπως ανάλογα το βρέφος καθρεφτίζεται στο βλέμμα της μητέρας του. Όταν η κοινωνία αυτή είναι τραυματισμένη, και το είδωλο θα καθρεφτιστεί ανάλογα.

Κατά τον Feldman (2010) οι έφηβοι βιώνουν την εφηβεία ως μια περίοδο άκρως στρεσογόνο. Ενδιαφέρον προκαλεί ο λόγος της Μελίνας που δένει την εφηβεία με τις κοινωνικές συνθήκες, περιγράφοντας την έκρηξη που προκαλείται από αυτό το μείγμα ως ένα «φοβερό ΜΠΑΜ», όταν πρόκειται για «κρίση»:

«Γίνεται μια έκρηξη και εσύ δεν ξέρεις πού να κρυφτείς, πού να συμμαζευτείς. Τίποτα. Διότι εσύ που είσαι έφηβος και είναι η ηλικία που όλα θέλεις να είναι τέλεια, θέλεις δηλαδή να ζεις στο κόσμο που έχεις ονειρευτεί, και όταν ήδη είσαι επηρεασμένος εσωτερικά, που δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις αυτό το όνειρο, είναι και έξω ακόμα χειρότερα από αυτό που μπορούσες ποτέ να φανταστείς … οπότε όλα αυτά συνδυάζονται μαζί και κάνουν ένα φοβερό… ΜΠΑΜ!... και μετά αυτό το ΜΠΑΜ δε συμμαζεύεται. Δηλαδή αυτή την έκρηξη δεν μπορείς να τη συμμαζέψεις εύκολα. Είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι αν ήσουν σε μια κοινωνία η οποία άνθιζε και ήτανε στο ζενίθ της. Αυτό το ΜΠΑΜ είναι αγανάκτηση! (παύση) Αγανακτώ!» (Μελίνα).

Φαίνεται λοιπόν ότι η οικονομική κρίση, βιώνεται από τους εφήβους ως παράγοντας άγχους, που έρχεται και επικάθεται σε εκείνο που αναδύεται έτσι και αλλιώς, εξαιτίας της εφηβείας.

Ο ένας παράγοντας έκλυσης άγχους, η εφηβεία, πυροδοτεί τον άλλον -οικονομική κρίση- και αντίστροφα. Στη συνέχεια μυριάδες συναισθήματα αναφύονται.

Το κοινωνικό μήνυμα όμως που δέχεται ο έφηβος είναι διπλόσημο και αντιφατικό. Ο νέος ακούει τη φράση «Δεν είσαι πια παιδί», γεγονός που το ίδιο του το σώμα μαρτυρεί, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνία τον κρατά σε μια παρασιτική, μη ανεξάρτητη θέση, που μοιάζει με εκείνη του παιδιού. Η κοινωνία ευνουχίζει το νέο, κοινωνικά και ψυχοσεξουαλικά αφού του «απαγορεύει» να ξεδιπλώσει την ψυχοκοινωνική του ωριμότητα.

Η διπλόσημη κατάσταση («double bind») που βιώνει, του προκαλεί σύγχυση, πόνο και όλα αυτά τα συναισθήματα και τις σκέψεις, που ο λόγος των εφήβων αποκάλυψε.

Η Λένια βλέπει τον εαυτό της μπερδεμένο, σε ένα μείγμα αντιφατικών συναισθημάτων μεταξύ τους, αναφέροντας χαρά και λύπη. Όλο αυτό το χαρακτηρίζει ως «τρέλα»:

«Και είμαι λίγο… μπερδεμένη. Δεν ξέρω τι… αν είναι να χαρώ ή να στενοχωρηθώ. Είναι τρέλα. Τρέλα σε πιάνει…» (Λένια).

«Δε ξέρω. Πραγματικά δεν ξέρω. Αυτό είναι μπέρδεμα. Δε ξέρω. Με πιάνει… δε ξέρω… Χάνεσαι... […]… Δεν ξέρεις τι συναίσθημα έχεις. Είναι πολύ περίεργο (μειδιά θλιμμένα)… » (Λένια.)

«Πολλές φορές με πιάνουν τα κλάματα γιατί αγχώνομαι. Έχει τύχει να με πιάσουν τα κλάματα πολλές φορές μέσα στη μέρα και για πολλές μέρες συνεχόμενα.» (Λένια)

«είναι ένα χάος…. και εγώ με το παραμικρό πρόβλημα θέλω να αυτοκτονήσω ας πούμε (γελά)» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι επίσης μίλησαν για μια ολική καταστροφή, μια ολική κατάρρευση. Αναφέρθηκαν στη θλίψη και στον πόνο που τους προκαλεί η απώλεια της ζωής που είχαν πριν τη κρίση, ακόμα και η απώλεια της προηγούμενης εικόνας της χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ας ακούσουμε την Αριάδνη:

«Και κάποτε η Ελλάδα ήταν μια χώρα με ανθρώπους τίμιους, ηθικούς που πολεμούσανε… ήτανε χώρα σημαντική, χώρα που επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία, τον κόσμο όλο, που πέρασε την γλώσσα της. Που εμείς εδώ εμφυσήσαμε το θέατρο, τον πολιτισμό, και τώρα πού είμαστε;» (Αριάδνη).

Οι αναφορές των εφήβων στη παρούσα μελέτη επιβεβαιώνουν τον Winnicott (1965) που τονίζει ότι ο έφηβος έχει απόλυτη ανάγκη να νοιώθει ότι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται είναι άξιο της εμπιστοσύνης του, δηλαδή ούτε θα τον εκδικηθεί ούτε θα καταρρεύσει.

Όλοι οι έφηβοι ανεξαιρέτως εκφράσανε ότι βιώνουν κλονισμό της εμπιστοσύνης τους προς τη πατρίδα τους, τους κοινωνικούς θεσμούς και τα άτομα «δύναμης». Η απώλεια εμπιστοσύνης εκφράζεται με συναισθήματα θυμού, οργής και θλίψης.

Μερικά από τα παρακάτω αποσπάσματα, επιβεβαιώνουν την ανάγκη των παιδιών να νοιώσουν εμπιστοσύνη και από την άλλη μεριά την κοινωνική αδυναμία για να τους τη προσφέρει:

«Σε έναν άδικο κόσμο ζούμε. Αν είχαμε δημοκρατία, θα μπορούσαμε να κάναμε κάτι... (παύση) αλλά δεν έχουμε! (αλλαγή τόνου φωνής, σχεδόν ψιθυριστά) Τι έχουμε; Κεκαλυμμένη δικτατορία;!» (Αριάδνη).

«Σίγουρα νοιώθω αγανάκτηση και θυμό γιατί ξέρω ότι κάποιοι ανώτεροι ελέγχουν όλα αυτά και αυτοί οι ανώτεροι αντί να βελτιώσουν τη χώρα…» (Μελίνα).

«….πολιτικοί μέσα στη διαφθορά και στο σκάνδαλο που δεν θέλουν να καταλάβουν, να νοιαστούνε και κοιτάνε μόνο πως θα συνεχίσουν να έχουν αυτή την πορεία…» (Αριάδνη).

Σε ποια στέρεα κοινωνική βάση οι έφηβοι αυτοί θα μπορέσουν να διαμορφώσουν ατομική και κοινωνική ταυτότητα;

Σύμφωνα με τις απόψεις του Erikson (1990) και άλλων, η κλονισμένη εμπιστοσύνη των εφήβων στα σημαντικά πρόσωπα γι' αυτούς και την κοινωνία γενικότερα αποτελεί απειλή για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητάς τους.

Από τον εφηβικό λόγο φάνηκε να υπάρχει έλλειμμα κοινωνικής νοηματοδότησης σε αυτό που κυρίως κάνουν οι έφηβοι, την κατάκτηση της γνώσης μέσα από τη σχολείο.

Από τη μια, η ανεργία που νοιώθουν ότι θα αντιμετωπίσουν και από την άλλη το βίωμα της οικονομικής κρίσης μέσα από τα πρόσωπα των καθηγητών και των γονιών τους, φαίνεται να τους θέτουν εμπόδια.

Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης φάνηκε να είναι το συναίσθημα της ματαιότητας. Ο Σωτήρης ως εξαιρετικός μαθητής αναρωτιέται αν κάνει το σωστό ή ασχολείται μάταια:

« Ό,τι εφόδια και να έχω σκέφτομαι μήπως πάω… ασχολούμαι τσάμπα;» (Σωτήρης).

«Νοιώθω αυτό το μάταιο λιγάκι. Ότι παίζει πολύ πια η τύχη, αν θα μπορέσεις να βρεις κάτι σταθερό και να πορευτείς με αυτό.» (Σωτήρης).

Οι έφηβοι θεώρησαν πως το άγχος των γονιών για τα οικονομικά, αποτελεί κύρια αιτία για τις φωνές, τους καυγάδες ακόμα και τις χειροδικίες ανάμεσα σε αυτούς και τους γονείς τους.

Η Κατερίνα και η Αριάδνη, λένε, χαρακτηριστικά: «έχει αγχωθεί περισσότερο η μάνα μου. Γενικά έρχεται σπίτι και όλο έχει άγχος… ε … τσακώνεται και με το πατέρα μου που δε βρίσκει λεφτά να στείλει… ε… γενικά η μάνα μου έχει επηρεαστεί πολύ.» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι βίωσαν την οικονομική κρίση διαμέσου της κοινωνικής βίας που εισπράττει ο γονέας μεταφέροντάς την στο σπίτι και ξεσπώντας πάνω στα παιδιά. Το συσσωρευμένο του θυμό που ενδεχομένως αδυνατεί να εκφράσει στις πραγματικές πηγές του, τον βγάζει στη σχέση του με τα παιδιά μέσω λεκτικής και ακόμα και σωματικής βίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι έφηβοι πολύ καθαρά συνδέουν αυτή την «παραβατική» συμπεριφορά των γονιών τους με την υφιστάμενη κοινωνική συνθήκη της ανεργίας, την απώλεια στέγης, την οικονομική εξαθλίωση.

«Όπως και περιπτώσεις γονέων που χάνουν δουλειές, σπίτια και αυτά και αντί να προσπαθήσουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους ξεσπάνε πάνω στα παιδιά τους, τα δέρνουν, τα χτυπάνε… γιατί ξόδεψες εκεί 2 € και ξεκινάνε να τα χτυπάνε… καλά εκεί μπορώ να σκοτώσω το γονιό αν κάνει κάτι τέτοιο.» (Μελίνα).

Τα μάτια της Μελίνας είναι γεμάτα από τρόμο, η φωνή της γεμάτη από απόγνωση. Η καθημερινότητά της στο δρόμο είναι από μόνη της μια απειλή. Όλοι για εκείνη έχουν μετατραπεί σε υπόπτους, σε δυνητικούς εγκληματίες. Κάθε σκιά, κάθε παράξενος θόρυβος, κάθε κίνηση είναι σημάδι εγκλήματος:

«…αν σταματήσει κάποιος να με ρωτήσει κάτι, ξεκινώ και τρέχω και λέω τι θέλει αυτός εδώ; να με πάρει μέσα; Δεν είναι τόσο εκνευριστικό, όσο ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ (η Μελίνα μιλά με ένταση και φόβο στα μάτια της)… και δε ξέρω…» (Μελίνα).

Τελικά, οι έφηβοι περιγράφουν το βίωμά τους γεμάτο από φόβο και τρόμο με οδυνηρές συνέπειες στη καθημερινότητά τους και την ομαλή ψυχική τους ανάπτυξη. Από τις περιγραφές τους φαίνεται ότι οι έφηβοι απειλούνται περισσότερο από τον ίδιο, τον καθημερινά βιωμένο φόβο, παρά από το καθαυτό έγκλημα. Εκεί όμως που ο τόνος της φωνής τους δυναμώνει και τα παιδιά ορθώνουν το κορμί τους και το πρόσωπό τους λάμπει, είναι τότε που εκφράζουν θετικά συναισθήματα και ελπίδα για μια πιθανή ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης διατυπώνοντας την επιθυμία να πάρουν τη τύχη της ζωής τους στα χέρια τους.

Με τον τρόπο αυτό, ο εφηβικός λόγος μας θυμίζει ότι τα πάντα μπορούν να μεταλλαχτούν σε ευκαιρία αν η κρίση, μας οδηγήσει σε κρίση, σε σκέψη, και από εκεί σε αλλαγές προσωπικές και κοινωνικές.

«… αν μπορούσα… (σιωπή)… θα… (σιωπή)…. έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου και θα έφτιαχνα με το... , ελπίζω να μην ακουστεί κάπως αυτό… με το έτσι θέλω, μια καλύτερη κατάσταση.» (Αριάδνη).

Οι έφηβοι παρά το διάχυτο φόβο τους, απαλλαγμένοι από ενοχές, φάνηκε να δημιουργούν και να επινοούν τρόπους δημιουργικής θέασης του κόσμου. Αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας τους δίνει περισσότερη ψυχραιμία και αισιοδοξία, στοιχεία που τους αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στη κρίση.

«Μου αρέσει πολύ που τρώμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι. Είναι τόσο απλά πράγματα που μπορεί να σε κάνουν ευτυχισμένη… και είναι τα καλύτερα. (Γελάμε…)» (Αλίκη).

Η δημιουργία, για κάποιους από τους συμμετέχοντες, αποτελεί έναν ενεργητικό τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Έκφραση συναισθημάτων, ιδεών… ονειροπόληση. Η τέχνη για την Αριάδνη λειτουργεί ως αντίδοτο σ’ αυτόν τον κοινωνικό μαρασμό.

«Προσπαθώ μέσα από το γράψιμο. Μου αρέσει να γράφω ποιήματα που το εκφράζουν αυτό….τα συναισθήματα λύπης και εκνευρισμού…» (Αριάδνη).

Η Μ. Καραπάνου (Τσαλίκογλου, 2008) αναφέρει, «Το παιδί… δεν αντέχει τη βία των ενηλίκων. Τι πιο φοβερή πράξη από το να μη σε αγαπάνε;» Η οικονομική κρίση φάνηκε σαν μια απουσία κοινωνικής αγάπης και φροντίδας προς τις εφηβικές ανάγκες. Οι συνεντεύξεις αποτέλεσαν ένα βίωμα πάνω στο βίωμα της κρίσης για τους εφήβους αλλά και για εμένα. Οι συμμετέχοντες εκφράσανε τη λυτρωτική δράση που είχε για αυτούς η διαδικασία των συνεντεύξεων:

«… υπάρχει κάποιος που αλήθεια θέλει να μάθει πώς σκεφτόμαστε εμείς, γιατί δεν έρχεται κανένας να ρωτήσει, όχι μόνο εμένα αλλά και άλλα παιδιά. Το μοίρασμα είναι ανακουφιστικό.» (Αριάδνη)

       «Ουφ! (βγάζει αέρα από μέσα της, έντονα). Νοιώθω ανακούφιση. Νοιώθω πολύ καλύτερα.» (Λένια).

       «… ένοιωσα… ότι τα μοιράζομαι με κάποιον… που νοιάστηκε για μένα…» (Ιάσονας).

       Τα λόγια των παιδιών επιβεβαιώνουν τη θέση του Erikson (1990) για τη θεραπευτική επίδραση της επίγνωσης και της αυτοπαρατήρησης, η οποία δυναμώνει την αντίληψη του ατόμου για τη κατάστασή του και τον κόσμο γύρω του.

       Ο λόγος των εφήβων τολμηρός, δυνατός, αληθινός, περιέγραψε τη ιστορία, την πρόβλεψε, τη σχεδίασε και τη δημιούργησε!-

Βιβλιογραφία Erikson, E. (1990). Η παιδική ηλικία και η κοινωνία. Αθήνα: Καστανιώτης. Winnicott, D.W. (1965): Adolescence: Struggling through the doldrums. In “Adolescent Psychiatry”, Eds S.C. Feinstein, P. L. Giovacchini, A. A. Miller, Vol I, 1971, Basic Books, New York. Τσαλίκογλου, Φ. (2008). Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς. Αθήνα: Καστανιώτης.

Από την πτυχιακή εργασία της Αναστασίας Αδάμ στο τμήμα ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Φωτεινής Τσαλίκογλου. (Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη/tvxs.gr/