Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Ενδοσχολική Βία



     Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (school bullying), όπως και ο όρος «θυματοποίηση» (victimization) χρησιμοποιούνται, για να περιγράψουν μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός του σχολείου.

      Το «bullying» είναι ο όρος που χρησιµοποιείται για όλες τις βαθµίδες της σχολικής εκπαίδευσης από τους Βρετανούς, Ολλανδούς και Σκανδιναβούς και είναι συνυφασμένος με τη διαρκή βία -σωματική ή ψυχολογική- που διεξάγεται από ένα άτομο ή μία ομάδα εναντίον άλλου ατόμου που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην παρούσα κατάσταση (Roland, 1989, στο Espelage & Swearer, 2003).

 Ο όρος «σχολική βία» χρησιµοποιείται από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ( Σώκου, 2000) και συνιστά συστηματική κατάχρηση εξουσίας, που υποδηλώνει επιθυμία για εκφοβισμό και κυριαρχία. Η βία στα σχολεία εκδηλώνεται με τη μορφή του εκφοβισμού, των απειλών, των όπλων και των πυροβολισμών, της ανθρωποκτονίας και των μοιραίων δυστυχημάτων (Olweus, 1993. Flannery, Singer & Wester, 2004). Ωστόσο, η βία στο σχολικό χώρο δεν εκδηλώνεται μόνο μεταξύ μαθητών και μαθητριών, αλλά και μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών ή μαθητριών, καθώς και μεταξύ εκπαιδευτικών ή άλλων ενηλίκων. Κάποιες έρευνες αναφέρονται και σε περιπτώσεις βίας, με δράστες εκπαιδευτικούς και θύματα μαθητές ή μαθήτριες, αλλά δε φαίνεται να αναζητούνται τα βαθύτερα αίτιά τους (Μπεζέ, 1998).

 Η σχολική βία στην Ελλάδα, κινητοποίησε το ερευνητικό ενδιαφέρον στα τέλη του 20ού αιώνα, καθώς μέχρι τότε δεν είχε αναγνωριστεί ως μεμονωμένη μορφή βίας. Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης εμφανίζονται εντονότερα περιστατικά βίας στα ελληνικά σχολεία από ό,τι παλαιότερα, ως αποτέλεσμα ή ως αντίδραση στην οικονομική κρίση (Τσίγγανου, Δασκαλάκη & Τσαμπαρλή, 2004). Αυτό θεωρείται φυσιολογικό, γιατί οι πολιτισμικές αξίες, οι κοινωνικές πιέσεις ή οι επιπτώσεις της φτώχειας, της χρόνιας ματαίωσης ή και της κοινωνικής μειονεξίας, διαδραματίζουν συχνά καθοριστικό παράγοντα στην εμφάνιση ή στην αναπαραγωγή της βίας (Hogg & Vaughan, 2010).

     Στην Ελλάδα, το πρόβλημα της σχολικής βίας αναζωπυρώθηκε, τόσο με την τραγική υπόθεση του Άλεξ στη Βέροια (Αντωνοπούλου, 2007), όσο και με τη βιντεοσκόπηση «βιασμού» μαθήτρας στην Αμάρυνθο (Αλυγιζάκης,2007), ενώ στις μέρες μας έχει κορυφωθεί και πάλι η σχετική συζήτηση, με αφορμή την εξαφάνιση και στη συνέχεια την αυτοκτονία του φοιτητή από τη Γαλακτοκομική Σχολή των Ιωαννίνων (Βιτάλη, 2015). Τα Μ.Μ.Ε., παρασυρμένα ίσως από τα αντιφατικά και ελλιπή στοιχεία των ερευνών, επιμένουν ότι η βία ενδημεί στα σχολεία, γεγονός που οδήγησε το Υπουργείο Παιδείας να ιδρύσει στις 17 Δεκεμβρίου 2012 το «Παρατηρητήριο για την πρόληψη της σχολικής βίας και του εκφοβισμού» (Αρ.Πρωτ.159704/Γ7/17-12-2012/ΥΠΑΙΘΠΑ).

     Από γεωγραφικής άποψης, ο σχολικός εκφοβισμός έχει παρατηρηθεί σε 16 ευρωπαϊκά κράτη, στις Η.Π.Α., στον Καναδά, στην Ιαπωνία, στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία, ενώ ενδείξεις για παρεμφερή φαινόμενα έχουν σημειωθεί και στις αναπτυσσόμενες χώρες (Espelage & Swearer, 2003. Smith & Brain, 2000). Τη μεγαλύτερη διάδοση, όμως, έχει γνωρίσει ο σχολικός εκφοβισμός στις Η.Π.Α., όπου 77% των μαθητών και μαθητριών δηλώνουν ότι έχουν υπάρξει θύματα σχολικού εκφοβισμού και 25% παραδέχονται ότι έχουν εκφοβίσει κάποιον συμμαθητή τους (Espelage & Swearer, 2003).

      Πολλοί ψυχολογικοποιούν το φαινόμενο, συσχετίζοντάς το με την εφηβεία και τη συναφή επιθετικότητα, με την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, το οικογενειακό υπόβαθρο, τις στάσεις τους απέναντι στον εκφοβισμό και τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες (Smith, 2003). Επιπροσθέτως, η εμφάνιση και εδραίωση του σχολικού εκφοβισμού επηρεάζονται από τη συμπεριφορά του εκπαιδευτικού προσωπικού των σχολείων, τη συμπεριφορά της ομάδας ομηλίκων και παραμέτρους της ευρύτερης κοινότητας, όπως είναι η κουλτούρα της (Espelage & Swearer, 2003).


         Πέρα, όμως, από τα όποια ατομικά χαρακτηριστικά του δράστη και του θύματος, το κοινωνικό, πολιτισμικό και εκπαιδευτικό οικοσύστημα καθορίζει τους όρους και τους τρόπους εμφάνισης του φαινομένου, καθώς το σχολείο, αντανακλώντας το αξιακό σύστημα της κοινωνίας, κατηγοριοποιεί και συμπεριφέρεται στους μαθητές ανάλογα με τις σχολικές τους επιδόσεις και αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες. Συνεπώς, το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατεί να ενσωματώσει τις ποικίλες κοινωνικές, πολιτισμικές, γλωσσικές διαφορές των μαθητών του, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτει τα προβλήματα δυσλειτουργίας και την αναποτελεσματικότητά του, πίσω από τα περιστατικά ενδοσχολικής βίας (Rigby, 2004).

    Αυτό συμβαίνει, γιατί η βία στο χώρο του σχολείου αποτελεί, πρωτίστως, αντανάκλαση της κοινωνικής βίας και των προβλημάτων που παρατηρούνται στον κοινωνικό χώρο, ενώ σχετίζεται άμεσα με τις κοινωνικές συγκρούσεις, τις οικονομικές ανισότητες, τις πολιτισμικές αντιφάσεις και την αποδόμηση των κοινωνικών σχέσεων. Οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, όπως η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η επακόλουθη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων επηρεάζουν αυξητικά τα κρούσματα σχολικής βίας (Debarbieux, 2003).

Η προσφυγική κρίση δημιουργεί νέα δεδομένα για την Ελλάδα και για την Ευρώπη

        Η  προσφυγική κρίση λόγω της τεράστιας ανθρώπινης τραγωδίας και του ανθρώπινου πόνου που φέρνει στο προσκήνιο, αλλά και γιατί η κρίση αυτή τροποποιεί τα δεδομένα, όπως τα γνωρίζαμε, δημιουργεί μια νέα κατάσταση τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.

       Η εικόνα των κλειστών συνόρων θυμίζει άλλες, σκοτεινές εποχές, γιατί  η Ευρώπη ως ένα κλειστό φρούριο δεν είναι παρά μια χίμαιρα και γιατί η καταπάτηση των αρχών της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού στην αντιμετώπιση αυτού του κρίσιμου προβλήματος, εφόσον δεν αποτραπεί, θα έχει καταλυτικές αποσυνθετικές συνέπειες. Και το πρόβλημα κινδυνεύει να γίνει ανεξέλεγκτο.

       Ενδεικτικό είναι ότι από τις αρχές του χρόνου η ροή των προσφύγων ξεπέρασε τις 100.000 και από αυτούς περισσότεροι του 90% εισήλθαν από την Ελλάδα. Ενώ πέρυσι πέρασαν από τη χώρα πάνω από 800.000 άτομα με κατεύθυνση τη δυτική Ευρώπη. Με δεδομένη τη συνέχιση των πολεμικών συγκρούσεων στη Συρία αλλά και την αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής και μεγάλου τμήματος της βόρειας Αφρικής, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι πιέσεις θα μειωθούν σύντομα.

 Τα νέα δεδομένα δεν έχουν ακόμη πλήρως διαμορφωθεί. Όμως όσα έχουν συμβεί ή πιθανολογούνται αρκούν για να κάνουμε ορισμένες διαπιστώσεις.

        Μια πρώτη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι η προσφυγική κρίση αναδεικνύεται σε κορυφαίο ζήτημα της εποχής μας, με συνέπειες όχι μόνο οικονομικές αλλά και ευρύτερες πολιτικές και γεωπολιτικές. Ο τρόπος αντιμετώπισής του –αν δηλαδή θα αντιμετωπιστεί με όρους ανθρωπισμού και αλληλεγγύης ή ξενοφοβίας και ρατσισμού– διαμορφώνει τις νέες διαχωριστικές γραμμές και τις ιδεολογικές και πολιτικές ταυτότητες στην Ευρώπη και στην κάθε χώρα ξεχωριστά. Η Ευρώπη διαπερνάται σήμερα από αυτήν ακριβώς τη διαχωριστική γραμμή.

         Σε πολλές χώρες δημιουργούνται πολιτικές εντάσεις από την άνοδο της Ακροδεξιάς και τις ξενοφοβικές τάσεις. Όμως είτε η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει το προσφυγικό πρόβλημα συλλογικά με όρους αλληλεγγύης και ανθρωπιάς στη βάση μιας αμοιβαιοποίησης του κόστους και του οφέλους, είτε η κάθε χώρα θα ακολουθήσει τον δικό της δρόμο, ο οποίος όμως δεν οδηγεί παρά στο να καταστεί το πρόβλημα ανεξέλεγκτο. Για την Ευρώπη ο κίνδυνος είναι να επικρατήσουν ξενοφοβικές και ακροδεξιές λογικές, γεγονός που θα μπορούσε να την οδηγήσει στην αποδιάρθρωση και στην επιστροφή της στην εποχή των τυφλών εθνικιστικών ανταγωνισμών.

      Όμως και η λογική της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων θα μπορούσε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα μέσα από διαφορετικές διαδρομές. Το προσφυγικό λοιπόν φέρνει στην επιφάνεια μεγάλα στρατηγικά προβλήματα προσανατολισμού, αρχιτεκτονικής, πολιτικής και ταυτότητας της Ευρώπης. Είναι λοιπόν ανάγκη να κάνουν όλοι διαφανείς τις επιλογές τους και να δυναμώσουν οι φωνές και οι δυνάμεις που τάσσονται υπέρ μιας κοινωνικής και αλληλέγγυας Ευρώπης.

 Δεύτερη διαπίστωση:  Ειδικά στη χώρα μας, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η προσφυγική κρίση έχει μια αυξημένη επίδραση. Η απειλή ή ο κίνδυνος για κλείσιμο των συνόρων επηρεάζει πολυδιάστατα την κοινωνία. Γι’ αυτό και έχοντας ως προτεραιότητα και σταθερή στόχευση την αποτροπή του κλεισίματος των συνόρων, πρέπει να προετοιμαστούμε για όλα τα ενδεχόμενα.

       Τη δημιουργία καταλυμάτων και άλλων υποδομών φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών πρέπει να τη δούμε όχι ως ένα βάρος ή ως μια υποχρέωση προς τρίτους, αλλά ως ένα μέσο θωράκισης μπροστά στον κίνδυνο το πρόβλημα να καταστεί ανεξέλεγκτο. Με την έννοια αυτή, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το προσφυγικό πρόβλημα και η ανασυγκρότηση της χώρας αναδεικνύονται πλέον στα δύο ιστορικών διαστάσεων «εθνικά στοιχήματα» της σύγχρονης ιστορίας μας, αφού η στάση μας απέναντι σε αυτά και ο τρόπος αντιμετώπισης και των δύο θα καθορίσει τη μελλοντική μας πορεία.

       Στην αντιμετώπιση και των δύο αυτών προβλημάτων αυτό που μετράει περισσότερο και από τα χρήματα είναι οι αξίες και οι αρχές με βάση τις οποίες θα κάνουμε τις αναγκαίες επιλογές και, αν χρειαστεί, θα δώσουμε τις δύσκολες μάχες που έρχονται. Αυτό θα κρίνει το αποτέλεσμα. Και ακριβώς γι’ αυτό, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, τις αντιξοότητες –ακόμη και τους κινδύνους–, μπορούμε να τα κερδίσουμε και τα δύο αυτά στοιχήματα και να βγούμε από αυτή την κρίση με μια κοινωνία πιο ισχυρή, πιο αλληλέγγυα, πιο δημοκρατική και πιο δίκαιη, με μια οικονομία πιο σταθερή, παραγωγική και βιώσιμη, με μια χώρα με αυξημένο κύρος και ρόλο στην Ευρώπη και τον κόσμο.

    Θεμελιώδης προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να κάνουμε σαφείς επιλογές, να εξοπλιστούμε με σταθερούς και μακράς πνοής προσανατολισμούς και αποφασιστικότητα. Κοιτώντας λοιπόν το παρόν από τη σκοπιά του μέλλοντος, θα πρέπει να προφυλαχτούμε από δύο κινδύνους: Ο πρώτος είναι να αγνοήσουμε τις άμεσες πιεστικές ανάγκες και τις τεράστιες αδικίες και ανισότητες που έχουν συσσωρευτεί στα χρόνια της κρίσης και της διαρκούς λιτότητας, να πούμε δηλαδή πως όλα αυτά είναι προβλήματα του μέλλοντος που θα τα λύσει μια μελλοντική ανάπτυξη. Ο άλλος κίνδυνος είναι να παγιδευτούμε στη διαχείριση της μιζέριας του παρελθόντος, να επιδοθούμε δηλαδή ως κοινωνία σε διάφορες μορφές «κανιβαλισμού», αντί να δούμε πώς θα οργανώσουμε και θα κατακτήσουμε το μέλλον, πώς θα αξιοποιήσουμε με σχέδιο και δικαιοσύνη τις όχι ευκαταφρόνητες δυνατότητές μας.

       Είναι προφανές ότι και από τους δύο αυτούς κινδύνους αναδεικνύεται η ανάγκη ενός συνολικού σχεδίου που θα εντάσσει τις άμεσες λύσεις σε μια προοπτική και θα χτίζει το μέλλον στην ικανοποίηση των αναγκών του σήμερα. Θα πρέπει, επίσης, μιας και μιλάμε για κινδύνους, να αποφύγουμε μοτίβα του ιστορικού μας παρελθόντος, κατά τα οποία οι κυρίαρχες τάξεις της χώρας αναζητούσαν πολλές φορές λύσεις εύκολες αλλά ρηχές, στηριγμένες συχνά σε ξένα δεκανίκια, επιφυλάσσοντας στη χώρα ρόλους παρασιτικούς και εξαρτημένους στο πλαίσιο του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας, αντί να διεκδικούν θέσεις και ρόλους βασισμένους σε επιδόσεις στα πεδία της γνώσης, της επιστήμης, του πολιτισμού και της αναβαθμισμένης παραγωγής.  
       Και για να μη μείνει αυτό ως μια απλή ευχή, πρέπει να καταστήσουμε σε όλους σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι όραμά μας να γίνουμε «επιδοτούμενοι συνοριοφύλακες» της Ευρώπης, να γίνουμε, δηλαδή, όπως ορισμένοι υπονοούν, «ο Λίβανος» ή «η Ιορδανία της Ευρώπης». Πρόκειται για μια τεράστια παγίδα την οποία πρέπει να αποφύγουμε, ακόμη και αν συνοδευόταν με πρόσκαιρα υλικά οφέλη. Φιλοδοξία μας πρέπει να είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε η Ευρώπη να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση συλλογικά στη βάση του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Και βέβαια στο πλαίσιο ενός τέτοιου συλλογικού σχεδιασμού να αναλάβουμε και τις δικές μας ευθύνες.

Διαπίστωση τρίτη: Η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η Συρία μπορεί να ειρηνεύσει και οι ροές μπορούν να ελεγχθούν. Όπως έχει λεχθεί από πολλούς Ευρωπαίους παράγοντες, η Ευρώπη μπορεί να απορροφήσει άνετα τουλάχιστον 5 εκατομμύρια πρόσφυγες, αρκεί να κατανεμηθούν σε όλες τις χώρες. Και είναι ενδιαφέρον ότι ακόμη και χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ, όπως η Νορβηγία ή η Ελβετία, έχουν προσφερθεί να πάρουν μέρος σε προγράμματα μετεγκατάστασης. Χρειάζεται όμως γι’ αυτό σαφής πολιτική βούληση και συνεκτικός σχεδιασμός. Ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης θα πρέπει να έχει τέσσερα τουλάχιστον σκέλη, να διέπεται από τις αρχές του διεθνούς δικαίου και να σέβεται τις διεθνείς Συνθήκες για την προστασία των προσφύγων και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Απαιτούνται: α) Αντιμετώπιση των αιτιών της κρίσης με μια μεγάλη πρωτοβουλία για την άμεση ειρήνευση της Συρίας και της ευρύτερης περιοχής

 β) Ένα σχέδιο ελέγχου των ροών των προσφύγων, που πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τον έλεγχο των συνόρων όσο και τη διασφάλιση νόμιμων και ασφαλών διαδρομών διέλευσης όσων ζητούν άσυλο

 γ) Ένα σχέδιο διαχείρισης των προσφυγικών ροών και κατανομής τους στις διάφορες χώρες

 δ) Ένα σχέδιο ανασυγκρότησης των περιοχών που έχουν πληγεί από τις πολεμικές συρράξεις και επιστροφής των μεταναστών και προσφύγων που το επιθυμούν στις χώρες προέλευσης τους. 

      Διαπίστωση τέταρτη: η προσφυγική κρίση καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης το συντομότερο δυνατόν. Οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση έχουν δημιουργηθεί και η όποια περαιτέρω καθυστέρηση είναι αδικαιολόγητη. Η ταχεία ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος θα επιτρέψει την έναρξη των συζητήσεων για το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, η θετική έκβαση των οποίων θα επιταχύνει την πρόσβαση στις αγορές δανεισμού και τη μετάβαση της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά. Επίσης, αμέσως μετά την πρώτη αξιολόγηση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει δεσμευτεί ότι θα λάβει μέτρα τα οποία θα διευκολύνουν τη ρευστότητα της οικονομίας και τους όρους χρηματοδότησής της. Η έγκαιρη ολοκλήρωση αυτής της σειράς των βημάτων θα επιτρέψει λοιπόν την ανάκαμψη της οικονομίας από το δεύτερο εξάμηνο αυτού του έτους και θα καταστήσει πιο σαφείς και ορατές τις προοπτικές.

 Πέμπτη διαπίστωση είναι ότι η προσφυγική κρίση κάνει ακόμη πιο αναγκαία την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου σε όλα τα μέτωπα και ιδιαίτερα στην υλοποίηση του λεγόμενου παράλληλου προγράμματος, δηλαδή των δράσεων εκείνων που αποσκοπούν στη στήριξη της κοινωνίας και της συνοχής της, έτσι ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις νέες πιέσεις που αναπόφευκτα συνεπάγεται η προσφυγική κρίση. Παρουσιάζοντας χθες την έκθεσή του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος διαπίστωνε ότι η κοινωνική συνοχή απειλείται από την αύξηση της φτώχειας και της ανισοκατανομής του εισοδήματος και από τον κοινωνικό αποκλεισμό σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού. Πρόκειται για μια διαπίστωση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, τεκμηριώνεται από πλήθος εμπειρικών μελετών.

       Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού πρέπει να παραπεμφθεί στο μέλλον: «Πρώτα ανάπτυξη και μετά αναδιανομή», υποστηρίζουν. Αν όμως είναι σωστό ότι η συνοχή της κοινωνίας τελεί ήδη υπό απειλή, όπως διαπιστώνει και ο κ. Στουρνάρας, τότε ποιες θα ήταν οι συνέπειες από μια επ’ αόριστον αναβολή της αντιμετώπισης αυτού του προβλήματος;

       Η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, τα ειδικά προγράμματα απασχόλησης, η πρόσβαση των ανασφάλιστων πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, η εξασφάλιση συσσιτίων και υποστηρικτικής διδασκαλίας στα σχολεία, η ενθάρρυνση και στήριξη δομών αλληλεγγύης και άλλων συλλογικών πρωτοβουλιών των πολιτών, η επανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους «από τα κάτω» στη βάση της κοινωνίας, σε αντιστοιχία με τις νέες επείγουσες ανάγκες που έχουν διαμορφωθεί, αποτελούν σταθερές προτεραιότητες της κυβέρνησης, παρά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και το ασφυκτικό πλαίσιο εποπτείας. Η προσφυγική κρίση ωστόσο έρχεται να δώσει μια νέα διάσταση στο πρόβλημα αυτό. Τούτο σημαίνει πως όχι μόνο δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αναβολής, αλλά, αντίθετα, η στήριξη της κοινωνίας, η καταπολέμηση της φτώχειας και των ανισοτήτων οφείλει να γίνει βασικό κριτήριο και στόχος της συνολικής πολιτικής.

 Έκτη διαπίστωση: Η προσφυγική κρίση επιβάλλει την επιτάχυνση των διαδικασιών που θα επιτρέψουν στην ελληνική οικονομία να μπει σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης το συντομότερο δυνατόν, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει από καλύτερες θέσεις, τόσο τα βάρη που συνεπάγεται η προσφυγική κρίση, όσο και μια ενδεχόμενη επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομίας με ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Ομιλία του Γιάννη Δραγασάκη (tovima.gr)

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ηλεκτρονικός Εκφοβισμός: υπάρχει διέξοδος!

Χαρακτηριστικά συµµετεχόντων στον κυβερνο-εκφοβισµό

     Μελετητές του φαινοµένου υποστηρίζουν ότι εξαιτίας των χαρακτηριστικών του διαδικτύου, ο κυβερνο-εκφοβισµός ενδέχεται να διαφέρει σηµαντικά από το σχολικό εκφοβισµό, ως προς τα χαρακτηριστικά των συµµετεχόντων, τους τύπους των επιθετικών συμπεριφορών που εκδηλώνονται, καθώς και τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρουν.

      Συγκεκριµένα, η δυνατότητα ανωνυµίας και ψευδωνυµίας που προσφέρει το διαδίκτυο, η ασύγχρονη επικοινωνία, η εξίσωση της κοινωνικής θέσης και ισχύος µεταξύ των χρηστών, η διασχιστική φαντασία και η έλλειψη επίβλεψης, είναι πιθανό να προκαλέσουν άρση της αναστολής του ατόµου για τη χρήση του διαδικτύου, την τάση δηλαδή να συμπεριφερθεί, χωρίς περιορισµούς και αναστολές και να εµφανίσει συμπεριφορά, την οποία δεν θα εµφάνιζε σε κανονικά πλαίσια (Suler, 2004). Έτσι, εξαιτίας της άρσης αναστολής που προκαλεί το διαδίκτυο, γίνεται αντιληπτό ότι οι συµµετέχοντες μπορεί να διαθέτουν διαφορετικά ατοµικά χαρακτηριστικά από αυτούς του σχολικού εκφοβισµού (Cooper, 2005).

          ∆ιεθνή ερευνητικά δεδοµένα υποδεικνύουν την επίδραση του φύλου και της ηλικίας των µαθητών σε περιστατικά κυβερνο-εκφοβισµού (Cochrane, 2008. Limber, 2007). Συγκεκριµένα, ως προς το φύλο, και εξαιτίας της τάσης των κοριτσιών να µεταχειρίζονται συχνότερα την έµµεση επιθετικότητα, ορισµένοι ερευνητές έχουν διατυπώσει υποθέσεις αναφορικά µε τη µεγαλύτερη συµµετοχή των κοριτσιών στο φαινόµενο του κυβερνο-εκφοβισµού, αφού πρόκειται για ένα είδος έµµεσης επιθετικότητας. Εντούτοις, τα ερευνητικά δεδοµένα είναι αντικρουόµενα και δεν υποστηρίζουν ως σήµερα µε συνέπεια την αυξηµένη συµµετοχή των κοριτσιών στον κυβερνο-εκφοβισµό (Ybarra & Mitchell 2004).

        Ορισµένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα δύο φύλα συµµετέχουν εξίσου στο φαινόµενο, αλλά χρησιµοποιούν διαφορετικούς τύπους επιθετικότητας. Για παράδειγµα τα αγόρια έχουν µεγαλύτερη ροή προς επιθετικά φαινόµενα, τύπου «happy slapping» (σκηνοθεσία σωµατικής επίθεσης εναντίον του θύµατος, µαγνητοσκόπηση του ξυλοδαρµού ή της εξευτελιστικής επίθεσης και διάδοση του αρχείου µε τη χρήση ηλεκτρονικών µέσων) (Calvete, Orue, Estévez, Villardón, & Padilla, 2010), στα οποία εμπεριέχεται σωµατική βία, ενώ τα κορίτσια τείνουν να διαδίδουν φήµες, να σχολιάζουν αρνητικά και να χρησιµοποιούν το διαδίκτυο, για να σπιλώσουν τη φήµη του θύµατος και να το περιθωριοποήσουν από την οµάδα των συνοµηλίκων (Breguet, 2007 στο Wang, et al., 2010).

        Σηµαντικό παράγοντα στην εμπλοκή των µαθητών στον κυβερνο-εκφοβισµό αποτελεί επίσης η χρήση των ΤΠΕ. Ερευνητικά δεδοµένα υποδεικνύουν ότι µαθητές που χρησιµοποιούν εκτεταµένα τον υπολογιστή (Cochrane, 2008) και έχουν ανα̟τυγµένες τεχνολογικές δεξιότητες (Walrave & Heirman, 2011) παρουσιάζουν αυξηµένες πιθανότητες να συµµετάσχουν στα περιστατικά, καθώς επίσης και όσοι κάνουν επικίνδυνη χρήση του (π.χ. επικοινωνία µε αγνώστους, διαµοιρασµός προσωπικών δεδοµένων και κωδικών ασφαλείας) (Walrave & Heirman, 2011). Αξιοσηµείωτο είναι ότι µαθητές οι οποίοι κάνουν υπερβολική χρήση του διαδικτύου φαίνεται ότι επιδεικνύουν σε µεγαλύτερο βαθµό επιθετικές συμπεριφορές, εντός αλλά και εκτός διαδικτύου (Ko, Yen, Liu, Huang, & Yen, 2009).

          Όσον αφορά στην ηλικία, οι περισσότερες έρευνες υποδεικνύουν ότι ο κυβερνο-εκφοβισµός αυξάνεται µε την ηλικία των µαθητών, καθώς κυµαίνεται σε µικρά ποσοστά στις µεσαίες τάξεις του δηµοτικού, αυξάνεται στις τελευταίες τάξεις µέχρι τις αρχές του γυµνασίου και κλιµακώνεται στο τέλος του γυµνασίου και στις αρχές του λυκείου, δηλαδή στις ηλικίες των 15-16 χρονών (Ybarra, Mitchell, Finkelhor, & Wolak, 2007).

         Ένας καθοριστικός παράγοντας που συστηµατικά βρέθηκε να εµπλέκεται στη διαδικτυακή συμπεριφορά των ατόµων και ιδιαίτερα στην περίπτωση του κυβερνο-εκφοβισµού, είναι η άρση αναστολής (Suller, 2004). Το ενδεχόµενο να εµφανίσει ο µαθητής επιθετική συμπεριφορά κατά την ηλεκτρονικά διαµεσολαβούµενη επικοινωνία, οφείλεται, αφενός στα εγγενή χαρακτηριστικά των Τ.Π.Ε., και αφετέρου στα χαρακτηριστικά του ατόµου που επηρεάζουν το βαθµό στον οποίο η άρση της αναστολής θα επιδράσει αρνητικά στη διαδικτυακή του συμπεριφορά (Bargh, 2002).

       Καθώς αναµένεται ότι η επερχόµενη αύξηση της χρήσης των ΤΠΕ από παιδιά ολοένα και µικρότερης ηλικίας στις µεσογειακές χώρες, θα επιφέρει αύξηση της συγκεκριµένης συμπεριφοράς (Hasebrink, Livingstone, & Haddon, 2008), απαιτείται σε βάθος µελέτη των ατοµικών χαρακτηριστικών των συµµετεχόντων στα περιστατικά του κυβερνο-εκφοβισµού, µε σκοπό την έγκαιρη πρόληψη και την αποτελεσµατική αντιµετώπισή τους στον ελλαδικό χώρο.

Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και cyber-bullying


       Πρόσφατα, το φαινόµενο του εκφοβισµού άρχισε να εµφανίζεται µε µια νέα µορφή, στην οποία ο θύτης εκµεταλλεύεται τις δυνατότητες που του παρέχουν οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (Τ.Π.Ε.), για να υλοποιήσει τις επιθετικές του προθέσεις. Η νέα αυτή έκφανση αναφέρεται στη βιβλιογραφία ως κυβερνο-εκφοβισµός (cyberbullying), ηλεκτρονικός εκφοβισµός (electronic bullying), διαδικτυακός εκφοβισµός (internet bullying/ online bullying), ή τεχνολογικός εκφοβισµός.

        Ο κυβερνο-εκφοβισµός ορίζεται ως µια «επιθετική, σκόπιµη πράξη η οποία διεξάγεται επανειληµµένα και σε βάθος χρόνου από µια οµάδα ατόµων ή ένα µόνο άτοµο, µε τη χρήση ηλεκτρονικών µορφών επικοινωνίας, εναντίον ενός θύµατος το οποίο δεν µπορεί να υπερασπιστεί εύκολα τον εαυτό του» (Smith, Mahdavi, Carvalho, & Tippett, 2006). Εντάσσεται στις συµπεριφορές προκλητικής επιθετικότητας και αποτελεί φαινόµενο εφάµιλλο του σχολικού εκφοβισµού, καθώς χαρακτηρίζεται από πρόθεση πρόκλησης βλάβης στο θύµα, επανάληψη της επιθετικής πράξης, η οποία είναι απρόκλητη, καθώς και από αντιληπτή ασυµµετρία ισχύος µεταξύ των συµµετεχόντων (Smith et al., 2006).

      Ο κυβερνο-εκφοβισµός διεξάγεται κυρίως µε τη χρήση του διαδικτύου και των κινητών τηλεφώνων, ενώ μπορεί να λάβει άµεση και έµµεση µορφή (Riebel, Jager, & Fischer, 2009). Παράδειγµα άµεσου κυβερνο-εκφοβισµού αποτελεί η αποστολή ιών στο λογαριασµό του θύµατος, καθώς και η λεκτική επίθεση, ενώ έµµεσο κυβερνο-εκφοβισµό αποτελεί η προσβολή της κοινωνικής εικόνας του θύµατος µε τη χρήση ηλεκτρονικών µέσων (π.χ. διάδοση φηµών µε τη χρήση ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης).

       Παρόµοια µε το σχολικό εκφοβισµό, τρεις είναι οι βασικοί ρόλοι των συµµετεχόντων στα περιστατικά κυβερνο-εκφοβισµού: το άτοµο που ξεκινά και διεκπεραιώνει την επιθετική ενέργεια (θύτης), ο αποδέκτης της (θύµα) και τέλος το άτοµο που δεν έχει καµία συµµετοχή στην εξέλιξη των περιστατικών (παρατηρητής). Επιπλέον, πρόσφατες έρευνες επαληθεύουν ότι, παρόµοια µε το σχολικό εκφοβισµό, στον κυβερνο-εκφοβισµό εμπλέκονται και µαθητές οι οποίοι δρουν στα περιστατικά ταυτόχρονα ως θύτες και ως θύµατα (Slonje, Smith, & Frisén, 2012a).

        Τα ερευνητικά δεδοµένα υποδεικνύουν ότι ο κυβερνο-εκφοβισµός εξελίσσεται σε ένα σύνηθες φαινόµενο, µε συχνότητα παρόµοια ή και µεγαλύτερη, σε ορισµένες περιπτώσεις, από το σχολικό εκφοβισµό (Rivers & Noret, 2010). Τα διαθέσιµα ερευνητικά δεδοµένα αναφορικά µε τα περιστατικά κυβερνο-εκφοβισµού στην Ελλάδα είναι περιορισµένα, αλλά επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του σε µαθητές εφηβικής και προ-εφηβικής ηλικίας (Sygkollitou, Psalti, & Kapatzia, 2010). Γενικά, το φαινόµενο εµφανίζεται λιγότερο συχνά στις Μεσογειακές χώρες, εξαιτίας της καθυστερηµένης ενσωµάτωσης των Τ.Π.Ε. σε σύγκριση µε άλλες ∆υτικές χώρες, αλλά αναµένεται ότι τα περιστατικά προβληµατικής χρήσης του διαδικτύου θα αυξηθούν στα επόµενα χρόνια, καθώς αυξάνεται σταδιακά και η χρήση των Τ.Π.Ε. (Livingstone & Helsper, 2007).

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Προσφυγική Κρίση

Γιατί φεύγουν οι πρόσφυγες από τις χώρες τους;

      Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές περιπτώσεις προσφύγων ανάλογα με την εθνοτική ή τη θρησκευτική κατηγορία, στην οποία ανήκουν. Οι κύριες ομάδες προσφύγων που αυτή τη στιγμή περνάνε τα σύνορα είναι:
-Σύριοι που φεύγουν από τη χώρα τους λόγω του πολυεμφυλίου πολέμου που λαμβάνει χώρα εκεί. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι (ο μισός πληθυσμός της χώρας) έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους εκ των οποίων πέντε εκατομμύρια έχουν καταφύγει σε άλλες χώρες.
-Αφγανοί, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ανήκουν στη σιιτική φυλή Χαζάρα και είχαν καταφύγει προ εικοσαετίας στο Ιράν, μετά την επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, όπου ζούσαν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Πλέον φεύγουν και από το Ιράν όπου με νόμο του 2015 απειλούνται άμεσα με απέλαση.
– Ιρακινοί που προέρχονται κυρίως από τις περιοχές που έχει καταλάβει το Ισλαμικό Χαλιφάτο.
– πρόσφυγες από Αφρική που συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τις χώρες τους και συγκεκριμένα από Ερυθραία, όπου η οικονομία έχει καταρρεύσει και Κονγκό, όπου μαίνονται εμφύλιες συγκρούσεις. Ανάμεσα στους βασικούς λόγους που μεταναστεύουν είναι για να μην υπηρετήσουν τη στρατιωτική θητεία που άτυπα είναι καταναγκαστικά έργα άγνωστης χρονικής διάρκειας.

 Ποιοι κερδίζουν από τον πόλεμο στη Συρία;
     Ανεξαρτήτως των αιτιών του εμφυλίου στη Συρία, ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας συντηρείται από τον ίδιο τον πόλεμο και την αναπαραγωγή του. Έτσι σε πρώτο χρόνο δραστηριοποιούνται στο πεδίο της μάχης μισθοφόροι και εταιρείες πολέμου, έμποροι όπλων και εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, ακόμα και ολόκληρα κράτη που έχουν άρρηκτα συνδεδεμένη την οικονομία τους με τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων. Ενώ σε δεύτερο χρόνο ωφελούνται κατασκευαστικές εταιρείες και γενικότερα εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ανοικοδόμηση περιοχών. Προφανώς, ανάλογα με την έκβαση των επιχειρήσεων υπάρχει και έντονη οικονομική δραστηριότητα στην αλλαγή ιδιοκτησίας και την αξιοποίηση των πηγών ενέργειας και των πηγών πρώτων υλών.

Ποια είναι η κοινωνική/ταξική σύσταση που έχουν τα πλήθη των προσφύγων;
     Όσον αφορά στους Σύριους πρόσφυγες οι ταξικές αντιθέσεις είναι ευδιάκριτες και στον τόπο προορισμού τους. Έτσι τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα είτε μένουν στη Συρία, αλλάζοντας απλά περιοχή, είτε μεταναστεύουν προς Τουρκία, Ιορδανία, Ιράκ ή Λίβανο – στην πρωτεύουσα του οποίου αξίζει να σημειώσουμε ότι βρίσκονται πλέον περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες. Τα μεσαία στρώματα είναι αυτά που έχουν τη δυνατότητα να έρθουν προς την Ευρώπη, ενώ η μεγαλοαστική τάξη στο βαθμό που χρειάζεται να μεταναστεύσει καταφεύγει στη Σαουδική Αραβία.

Γιατί ένα μέρος των κοινωνιών στρέφεται στον τζιχαντισμό;
         Τα αίτια της ανόδου του τζιχαντισμού και του πολιτικού Ισλάμ είναι πολυσύνθετα. Η συνεχής αύξηση της φτώχειας και η αδυναμία του καπιταλισμού να συνεχίσει να ηγεμονεύει ιδεολογικά επί των συγκεκριμένων κοινωνιών αποτελούν σίγουρα σημαντικό παράγοντα της εμφάνισης αυτού του φαινομένου. Ταυτόχρονα η διέξοδος της θρησκείας σαν μέσο ριζοσπαστικοποίησης ελλείψει οποιασδήποτε αντικαπιταλιστικής προοπτικής, αλλά και η χρησιμοποίηση από τη δύση ένοπλων θρησκευτικών ομάδων, είτε για την καταστολή όποιων κινημάτων εμφανίστηκαν κατά καιρούς, είτε χρηστικά κατά τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων δημιούργησαν τις προοπτικές, τόσο για την ανάπτυξη τέτοιων δομών που απέκτησαν οικονομική και πολιτική υπόσταση, όσο και για την εδραίωση του μισθοφορισμού σαν επιλογή εξόδου από τη φτώχεια.

Τι προηγήθηκε της συριακής κρίσης;
         Ο συριακός εμφύλιος είναι κομμάτι και μετεξέλιξη της Αραβικής Άνοιξης, μιας σειράς εξεγέρσεων και επαναστάσεων που ανέτρεψαν ή επιχείρησαν να ανατρέψουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα των χωρών της Μέσης Ανατολής. Σε κάθε χώρα η έκβαση της κατάστασης ήταν διαφορετική. Στην Τυνησία, η ανατροπή του Μπεν Άλι οδήγησε σε μερικό εκδημοκρατισμό, ενώ στην Αίγυπτο μετά την επανάσταση και την ανατροπή του καθεστώτος εκδηλώθηκε πραξικόπημα και σε δεύτερο χρόνο επικράτησε ένα στρατοκρατικό καθεστώς αποτελούμενο από τους ίδιους ανθρώπους κατείχαν την εξουσία και επί Μουμπάρακ.

      Στην Υεμένη, ο επί δύο δεκαετίες πρόεδρος Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ παραιτήθηκε έπειτα από μία μεγάλη εξέγερση, χωρίς ωστόσο να σημειωθεί οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή με αποτέλεσμα την εκ νέου εξέγερση – ένοπλη αυτή τη φορά – κυρίως του σιιτικού πληθυσμού και την έναρξη πολυεθνικής επιχείρησης καταστολής της. Στο Μπαχρέιν, η εξέγερση κατεστάλη από το στρατό της Σαουδικής Αραβίας που εισέβαλε στη χώρα για να επιβάλει την τάξη. Στη Λιβύη, στην οποία από τις πρώτες μέρες της εξέγερσης ήταν έντονη η γεωπολιτική σημασία της, η ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι οδήγησε σε μια χαώδη κατάσταση στην οποία φυλετικές και θρησκευτικές ομάδες συγκρούονται για την κατανομή της εξουσίας, ενώ, τέλος, στη Συρία η αιματηρή καταστολή των αρχικών διαδηλώσεων οδήγησε στην άμεση στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης και μέσω της ανάμειξης διαφόρων κρατών (ΗΠΑ, Ιράν, Ρωσία, Ε.Ε, Τουρκία, Σ. Αραβία) σε ένα αιματηρό πολυεμφύλιο ανάμεσα σε διάφορες πολιτικές, θρησκευτικές, εθνοτικές ομαδοποιήσεις.

Γιατί διαλύονται τόσο εύκολα τα συγκεκριμένα κράτη;
        Τα αραβικά κράτη σχεδόν στο σύνολό τους δεν αποτελούσαν περιοχές με σαφή διακριτά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, αλλά διοικητικές περιοχές που μετεξελίχτηκαν σε ανεξάρτητες χώρες. Συνεπώς τα σύνορα μεταξύ τους δεν βασίζονται ούτε σε εθνοτικές διαφοροποιήσεις, ούτε σε φυσικά όρια (ποτάμια, βουνά) είναι εξ” ολοκλήρου τεχνητά και συνεπώς ο βασικός λόγος και η μοναδική συνεκτική δύναμη της συγκρότησης αυτών των περιοχών σε διακριτά κράτη είναι η ολοκληρωτική εξουσία με την οποία κυβερνήθηκαν από την ύπαρξη τους μέχρι σήμερα. Με την κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ρευστοποιούνται συνεπώς και τα σύνορα μεταξύ τους, όπως διαφαίνεται μετά από γεγονότα. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη του Ισλαμικού Χαλιφάτου, η αυτονόμηση της Ροτζάβα, η πολυεθνική επιχείρηση εναντίον των σιιτών ανταρτών της Υεμένης και η εξαΰλωση των κρατικών δομών της Λιβύης.

Γιατί είναι κλειστά τα σύνορα της Ευρώπης για τους πρόσφυγες;
            Οι λόγοι είναι πολυσύνθετοι. Είναι δεδομένο ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης υπάρχει πρόβλημα ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή οικονομία τόσο μεγάλων φτωχοποιημένων πληθυσμών, στο βαθμό που κινδυνεύει η συστημική σταθερότητα και δημιουργούνται νέες ισορροπίες.

      Ταυτόχρονα η πολιτική των κλειστών συνόρων οδηγεί στη παρανομοποίηση των προσφύγων και μεταναστών και μέσω αυτής στη δημιουργία μιας αόρατης γενιάς εργαζομένων μειωμένου εργατικού κόστους και ανύπαρκτων εργασιακών/κοινωνικών δικαιωμάτων.

        Παράλληλα, η δημιουργία των hot-spots σαν μηχανισμό ταξινόμησης ανθρώπων ανάλογα με τις εργασιακές τους ικανότητες , οι οποίες αποτελούν το βασικό κριτήριο εισόδου, αποτελεί μια πρωτοφανή δυστοπική εξέλιξη στη διαχείριση των ανθρώπινων προσφυγικών ή μεταναστευτικών ροών.

       Ταυτόχρονα, σημαντικό ρόλο παίζει και η αυξανόμενη συντηρητικοποίηση του πολιτικού ευρωπαϊκού χώρου που πλέον υιοθετεί μια αντίληψη συγκεκριμένων πολιτιστικών πεδίων, τοποθετώντας την «χριστιανική» Ευρώπη σαν ένα τέτοιο, και μέσω αυτής της αντίληψης, την αντι – ισλαμική ρητορική στα πλαίσια της θωράκισης απέναντι στη σύγκρουση των πολιτισμών που υποτίθεται ότι διεξάγεται.

      Απόρροια αλλά και παράγοντας του τελευταίου είναι και η άνοδος των ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων που τρέφονται και ταυτόχρονα αναπαραγάγουν τα φοβικά σύνδρομα μεγάλων κομματιών του ευρωπαϊκού πληθυσμού, στρέφοντας όλο το δημόσιο διάλογο σε προνομιακά πεδία για το φασιστικό λόγο, όπως η ασφάλεια και ο κίνδυνος που διατρέχουν οι δυτικές αξίες.

Πόσο εύκολο είναι να περάσει ένας πρόσφυγας στην Ευρώπη;
     Η Ευρώπη – Φρούριο είναι θωρακισμένη στρατιωτικά, νομικά και διοικητικά. Οι συνεχείς επαναπροωθήσεις των πλοιαρίων των προσφύγων, οι οποίοι μόνο όταν βρίσκονται στη θάλασσα περισυλλέγονται σαν ναυαγοί είναι μόνο η πρώτη γραμμή άμυνας. Οι περιπολίες της Frontex και οι φράχτες που υψώνονται πλέον ανάμεσα σε διάφορες χώρες, η αυξανόμενη συμμετοχή του στρατού στη διαχείριση των πληθών των προσφύγων και το ειδικό νομικό καθεστώς που υιοθετούν πλέον χώρες σαν την Ουγγαρία με το οποίο «εγκλήματα» που έχουν σχέση με την παράνομη είσοδο στη χώρα αντιμετωπίζονται με πολυετή φυλάκιση, είναι η απάντηση της Ε.Ε στη προσφυγική κρίση.

http://apatris.info/i-isigisi-tis-osfygiki-krisi/

Η ευρωπαϊκή κρίση σε infomovie

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ 


 Κάποτε ,ο Μπόρχες ονειρευόταν τον παράδεισο με τη μορφή μιας βιβλιοθήκης. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και τα παιδιά έχασαν την αθωότητά τους και μαζί τη λαχτάρα για τη γνώση και τα βιβλία.

 Με στόχο, λοιπόν, να αγαπήσουμε ξανά τα βιβλία και να νιώσουμε τη βιβλιοθήκη του σχολείου μας ως τον πιο ζεστό και τον πιο φιλόξενο χώρο του σχολείου, εγκαινιάζουμε την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016, στις 11.00 π.μ. τη σχολική βιβλιοθήκη του 2ου Γενικού Λυκείου Ελευθερίου-Κορδελιού και σας προσκαλούμε να μας τιμήσετε με την παρουσία σας.

 Στα πλαίσια της εκδήλωσης, θα ξεναγηθούμε στο χώρο της βιβλιοθήκης, όπου θα μπορέσουμε να «αναπνεύσουμε» για λίγο στις σελίδες των βιβλίων και να γαληνέψουμε σ’ έναν χώρο φτιαγμένο με μεράκι και αγάπη.

 Μετά θα ακολουθήσει στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του σχολείου μας, εκδήλωση προς τιμήν της συγγραφέως, Σοφίας Νικολαΐδου, όπου οι μαθητές και οι μαθήτριες θα διαβάσουν αποσπάσματα των βιβλίων της και θα συζητήσουν μαζί της για τα μεγάλα και μικρά ερωτήματα αυτής της ζωής, κάτω από τους ήχους μουσικών του κόσμου.

 Σε μια εποχή, χωρίς φως και σε μια σχολική πραγματικότητα, χωρίς όνειρα, προσδοκούμε στις 19 Φεβρουαρίου να εγκαινιάσουμε μια καινούργια σελίδα στην καρδιά μαθητών, καθηγητών και γονέων, όπου η βιβλιοθήκη θα είναι ο δικός μας παράδεισος και τα βιβλία θα είναι το εισιτήριό μας στο μεγάλο ταξίδι για τη γνώση και την ελευθερία.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Ώρα μηδέν για το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ευρώπη!

           Όταν επιτρέπεις στους δειλούς να στηρίζουν τη δημοκρατία, είναι επόμενο κάποια στιγμή να οδηγήσεις στην εξουσία τους επικίνδυνους.  
            Σε ολόκληρο τον πλανήτη, υπάρχουν κοινωνίες που το κοινοβουλευτικό τους πολίτευμα λειτουργεί με διαφορετικούς όρους. Υπάρχουν Συντάγματα που ανανεώνουν τους θεσμούς τους, υπολογίζοντας τις πολιτισμικές εξελίξεις και άλλα που προσαρμόζονται πάντα στα συμφέροντα των εξουσιών τους. Για παράδειγμα, οι Ιάπωνες και οι Ελβετοί, πολύ συχνά, σπεύδουν να εκσυγχρονίσουν το σύστημα των θεσμών τους. Αντίθετα, χώρες που αισθάνονται ασφάλεια στη σκιά της ιστορίας τους, όπως εμείς και οι Γάλλοι, αποφασίζουν το οτιδήποτε, αφού πρώτα περάσει από τα γραφεία των κομμάτων τους.
         Είναι προφανές ότι, στη Γαλλία το μεταναστευτικό ζήτημα δεν λύθηκε ποτέ. Από την εποχή της αποικιοκρατίας, ως σήμερα, δεν πάρθηκαν οι κατάλληλες αποφάσεις για τον περιορισμό ή την ενσωμάτωση των μεταναστευτικών ρευμάτων που συνέρεαν από τον αραβικό κόσμο. Αλλά πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί αυτό σε μια χώρα που γεννήθηκε το «έθνος-κράτος» και που συνεχίζει ως σήμερα, να στηρίζει σ΄αυτό την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία της.
          Με λίγα λόγια, κανείς Γάλλος πολιτικός δεν θέλησε να ακολουθήσει μια ξεκάθαρη πολιτική πλήρους ενσωμάτωσης των ξένων στοιχείων στη γαλλική πραγματικότητα. Από τη μία, φρόντιζαν να καλλιεργούν την εθνική συνείδηση των γηγενών αποκλειστικά με το παρελθόν κι από την άλλη έκλειναν το μάτι στην γκετοποίηση των μεταναστών, περιμένοντας τις ψήφους τους στις εκλογές.               Η Λεπέν είναι θέμα χρόνου να καταλάβει την εξουσία. Και, ασφαλώς, να συμπαρασύρει όλες τις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις στην υπόλοιπη Ένωση. Η φρίκη που εκτυλίσσεται αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, είναι βούτυρο στο ψωμί της και επιβεβαίωση των φοβικών συνδρόμων που αναπτύσσονται για δεκαετίες σε ολόκληρη τη χώρα.          
       Η Ευρώπη έχει πρόβλημα αλλά οι πολιτικοί της μιλούν μόνο για χρήματα. Οι κοινωνίες της έχουν κουραστεί και περιμένουν περισσότερη δημοκρατία. Περιμένουν ακόμα περισσότερη γενναιότητα από τις εξουσίες τους που δεν τολμούν ποτέ να ξεφύγουν από τον ναρκισσισμό και της τακτικής της λαϊκιστικής ισορροπίας.            
       Στην Ευρώπη, η δημοκρατία γέρασε και δεν μπορεί πια να λύσει προβλήματα. Η Γαλλία θα είναι η πρώτη χώρα που θα δείξει το μέγεθος του κακού. Μόνη λύση ο επαναπροσδιορισμός της κοινωνίας που θέλουμε να ζήσουμε και η ένωση σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο. Γιατί όσο συνεχίζουμε να ψάχνουμε τη λύτρωση στην οικονομία, τόσο θα χάνουμε τον έλεγχο στην κοινωνία. Έπρεπε από καιρό κάποιοι να τα είχαν αποφασίσει αυτά, κατανοώντας ότι η πορεία της ιστορίας χρειάζεται πάντα μόχλευση για να παραμείνει σταθερή.          
          Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, το 2017 η Γαλλία θα έχει μια ακροδεξιά Πρόεδρο. Ως τότε, η Ευρώπη έχει χρόνο να τρέξει για να αλλάξει ραγδαία την πολιτική της. Να ξεπεράσει τον γερμανικό «νεοκαλβινισμό», να απαλλαγεί από την εθνοκεντρική της εσωστρέφεια και να ψηφίσει το πρώτο της Σύνταγμα. Αν δεν το κάνει, η Λεπέν θα γίνει το μοναδικό πρότυπο πολιτικού ηγέτη που θα μπορεί να δώσει λύσεις στον φόβο των Ευρωπαίων.          
        Ο νέος «ναζισμός» των ισλαμιστών ωρίμασε στη Δύση και οργανώνεται στην Ανατολή. Για να τον αντιμετωπίσουμε θα αντιπαρατάξουμε τον δικό μας, τον ευρωπαϊκό; Άλλον τρόπο δεν έχουμε; (protagon.gr)

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Η "ύβρις"στην Αντιγόνη του Σοφοκλή

Στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή δίνεται η απάντηση για το ποιος πρέπει να αποφασίζει και κυρίως με ποια κριτήρια, πάνω σε ζητήματα που έχουν καθολική και διαχρονική αξία. Εδώ η Αντιγόνη και ο Κρέων εκπροσωπούν δύο αντιμαχόμενες αρχές. Τους νόμους των ανθρώπων και τους νόμους των θεών , τις οποίες όμως ο ποιητής δεν τις θεωρεί  απόλυτα ασυμβίβαστες, μια και ο άνθρωπος μπορεί να τις συνυφάνει. Και όμως και η Αντιγόνη και ο Κρέων υπερασπίζονται απόλυτα τις αρχές τους και έτσι και οι δύο διαπράττουν την ύβρη.
                Εδώ να υπογραμμιστεί ότι η Αντιγόνη παρόλο που υπερασπίζεται πνευματικές αρχές, δε σημαίνει ότι δεν υπερβαίνει τα όρια. Η ίδια μάλιστα δεν αμφισβητεί από τον Κρέοντα να τη θανατώσει . Αρκείται να διαδηλώνει με το θάνατό της που ελεύθερα διάλεξε, την υπεροχή της πνευματικήςτάξης, που η ίδια ενσαρκώνει απέναντι στην πολιτική τάξη. Παρόλα αυτά είναι και η ίδια εκτός δικαίου γιατί καμία πόλη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς νόμους και χωρίς την τήρηση και την εφαρμογή τους. Πράγματι καμία πόλη δεν θα δέχονταν να τηνπροδώσει κάποιος πολίτης της και να επιτεθεί εναντίον της, όπως έκανε οΠολυνείκης.
                Από την άλλη ο Κρέων επιμένει σε μια απόφαση που είναι καθαρά πολιτική, χωρίς να λάβει υπόψιν ότι μπορεί να έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει την ταφή, όχι όμως και το χρέος της Αντιγόνης απέναντι στο εθιμικό και θεϊκό δίκαιο. Έτσι για ζητήματα που συνδέονται με τη ζωή, τον θάνατο, τον ενταφιασμό και την τήρηση των παραδόσεων,μια ορθή πολιτική απόφαση οφείλει να συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες, πέρα από τους καθαρά πολιτικούς. Αλλά ακόμη και όταν νομίζουμε, για τους πιο βάσιμους λόγους, ότι έχουμε πάρει τη σωστή απόφαση, η απόφαση αυτή μπορεί να αποδειχτεί κακή, ακόμη και καταστροφική.Τίποτε δεν μπορεί να εγγυηθεί εκ των προτέρων την ορθότητα μιας πράξης- ούτε ή λογική, λέει ο Κ.Καστοριάδης . Και πάνω από όλα αυτά μεγαλύτερη τρέλα είναι να αξιώνεις να είσαι σοφός μόνος σου- μόνος φρονεν-(στ. 707) 4 , όπως κατηγορεί ο Αίμων τον πατέρα του Κρέοντα.
                Τελικά σε ποιο σημείο συντελείται η ύβρις από τους δύο πρωταγωνιστές του δράματος; Η ύβρις συνίσταται στο ότι δεν έγινε δυνατή η σύζευξη, δηλαδή η συνύφανση των νόμων της πόλεως και των νόμων των θεών. Αυτό δηλαδή που προσπαθεί να πει ο Σοφοκλής στους Αθηναίους πολίτες, είναι αυτό που θα ενδιέφερε να ακούσουν και να υιοθετήσουν όχι μόνον οι σύγχρονοι Κρέοντες, οι πολιτικοί άρχοντες, αλλά και όσοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων για τα μεγάλα ζητήματα, ότι δηλαδή κάθε πολιτική απόφαση οφείλει να λαμβάνει υπόψη της όλους τους παράγοντες που συνθέτουντην κοινωνική ζωή των ανθρώπων και τη σχέση τους με τη φύση. Ακόμη να αποφασίζουν και με έναν σχετικό σκεπτικισμό για ταπράγματα που δεν γνωρίζουν και ούτε είναι σε θέση να ξέρουν. Όπως στην περίπτωση του Οιδίποδα που δεν ήταν ο ίδιος σε θέση, όπως και ο κάθε άνθρωπος, να γνωρίζει το σύνολο των δυνάμεων που συνθέτουν την αρμονία του κόσμου.

                Τελικώς αυτό που εξυμνείται στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, δεν είναι η υπακοή στους θεϊκούς νόμους όταν αυτοί συγκρούονται με τους νόμους της πόλης, καθότι κάτι τέτοιο θα κατέληγε στην ακύρωση της πόλης, αυτού του μοναδικού δημιουργήματος στην πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης. Αυτό λοιπόν που εξυμνείται είναι αυτό που προβάλλεται στους τελευταίους στίχους της τραγωδίας (1347) 4 , είναι το «φρονεν» , δηλαδή η συνεκτίμηση όλων των δυνατών παραγόντων στην κρίση των ανθρώπων

www.pde.gr/index.php?action=dlattach;topic=734.0;attach=1066

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ρέα Γαλανάκη, Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά

           «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά», με υπότιτλο «Spina nel cuore (di Venezia)»(= αγκάθι στην καρδιά της Βενετίας) της Ρέας Γαλανάκη, ένα ιστορικό μυθιστόρημα, με στοιχεία  μεταμοντερνισμού,  κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1989, από τις εκδόσεις Άγρα. Το 1994 μάλιστα έγινε το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO συμπεριέλαβε στη συλλογή αντιπροσωπευτικών έργων της. Στην πραγματικότητα, όμως, η συγγραφέας δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορία, αποτελεί το έναυσμα και το υπόβαθρο, για να τεθεί υπό ρεαλιστικές συνθήκες ο κόσμος του κεντρικού προσώπου που την ενδιαφέρει. Στο έργο διαπραγματεύεται ένα φάσμα θεμάτων της ελληνικής λογοτεχνίας της νεότερης εποχής και αναδεικνύει τη σχέση του ελληνικού παρόντος με το ιστορικό παρελθόν και την ελληνική παράδοση σε συνάρτηση με την κυρίαρχη ξένη κουλτούρα.
                Η Ρέα Γαλανάκη, στον πρόλογο του βιβλίου της λέει χαρακτηριστικά: «Δεν με συγκίνησε τόσο η αιχμαλωσία του ήρωα, ούτε η αλλαγή της πίστης του, συνηθισμένο φαινόμενο στην Οθωμανική αυτοκρατορία, όσο η επιστροφή στο πατρικό του σπίτι, ο ψυχικός του κλυδωνισμός, οι εικόνες του παρελθόντος που ξαναζωντάνεψαν, για να δεχτεί η γη η ελληνική τον εξωμότη της. Άραγε εμείς πώς θα επιστρέψουμε στη γενέθλια γη μας;»
                Ο «βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» ασχολείται με το θέμα του νόστου, των δύο πατρίδων, της διπλής ταυτότητας. Ο ιστορικός πυρήνας του βιβλίου είναι η σφαγή και η υποδούλωση των εγκλείστων στο σπήλαιο της Μιλάτου (Φεβρουάριος του 1823) από τις δυνάμεις του Χασάν πασά, γαμπρού  του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που μεταφέρονται στην Αίγυπτο είναι και ο πρωτότοκος γιος του Παπά Φραγκιού, ο Εμμανουήλ Καμπάνης Παπαδάκης.
                Ένα κρητικόπουλο, λοιπόν, με το όνομα Εμμανουήλ, αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια του, όταν αιχμαλωτίζεται από τους Οθωμανούς και καταλήγει στην Αίγυπτο, όπου παίρνει το όνομα, Ισμαήλ. Μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον, όπου παλεύει ανάμεσα στην ελληνική του ταυτότητα και καταγωγή και στην καινούργια του ταυτότητα. Παλεύει με το διχασμένο του εαυτό. Ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη του ευφυΐα και αναλαμβάνει θέση υψηλόβαθμου στελέχους του αιγυπτιακού στρατού. Η αιχμαλωσία ενός αγοριού, η αλλαγή θρησκείας και η σταδιοδρομία του στη διοίκηση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
                Την ίδια στιγμή, ο αδερφός του, ο Αντώνης Καμπάνης-Παπαδάκης του Φραγκιού, με τον οποίο είχαν αιχμαλωτιστεί μαζί, μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη απ’ όπου γλιτώνει με την παρέμβαση της ρωσικής πρεσβείας και εξελίσσεται σε σημαίνοντα αστό των Αθηνών, ο οποίος νοιάζεται για τη μόρφωση του σκλαβωμένου λαού και παράλληλα βοηθά με προσωπικό και εθνικό συνάμα κίνδυνο τις επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή.
                Μισό αιώνα μετά την αιχμαλωσία του ο Ισμαήλ επιστρέφει στη γενέτειρα Κρήτη, ως αρχηγός του αιγυπτιακού στρατού, για να καταστείλει την επανάσταση του 1866-1868, κατά τη διάρκειά της οποίας, δολοφονείται ή σκοτώνεται, ή αυτοκτονεί. Είναι μια επιστροφή γεμάτη πόνο και απελπισία, αφού έρχεται ως κατακτητής στην πατρίδα του, για να καταστείλει μιαν επανάσταση, ενώ ο ίδιος ήταν θύμα της επανάστασης. Η τραγική ειρωνεία είναι πως ο αδερφός του Αντώνης χρηματοδοτεί και εμψυχώνει την ίδια επανάσταση από την Αθήνα.  
                Το μυθιστόρημα αποτελείται από τέσσερα μέρη. Στο πρώτο μέρος με τίτλο «Χρόνια της Αιγύπτου – Ο Μύθος» ο Ισμαήλ (Σελίμ) δημιουργεί δίαυλο επικοινωνίας με το χαμένο του αδερφό Αντώνη. Στο δεύτερο «Ημέρες νόστου και Ιστορίας» επιστρέφει στην Κρήτη, τη γενέθλια γη, επικεφαλής των αιγυπτιακών στρατευμάτων, για να καταστείλει την επανάσταση. Στο τρίτο το «Επιμύθιο» παρατίθενται οι τρεις εκδοχές (δολοφονία, θανάσιμος τραυματισμός στη μάχη, αυτοκτονία) για το θάνατο του Ισμαήλ.
                Το δίδυμο χώρου και ιστορίας δίνεται από δυο διαφορετικές σκοπιές. Από τη σκοπιά του μύθου η αφήγηση είναι σε τρίτο πρόσωπο, το ύφος δανείζεται ποιητικούς τρόπους, τα γεγονότα υπάρχουν σχεδόν αφηρημένα και ο χρόνος συμβολικά. Από τη σκοπιά της ιστορίας, η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, ο ρεαλισμός των πολεμικών επιχειρήσεων διακόπτει το μονόλογο του αφηγητή και ο χρόνος απλώνεται στην εξαντλητική καθημερινότητα εννέα μόνο μηνών. «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» διατρέχει και τους δύο τρόπους αφήγησης αποτελώντας τον συνδετικό τους ιστό. Η αιχμαλωσία του και η επιστροφή, το κάλεσμα του θανάτου, η εξιδανίκευση της χαμένης ζωής και η διάψευσή της, οι διαφορετικές κάθε φορά παγίδες της ιστορίας, η είσοδος των σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών στην Ανατολική Μεσόγειο, ο κλειστός συναισθηματικός κόσμος του ήρωα, αποτελούν μερικά από τα βασικά θέματα του μυθιστορήματος.
                Το κλειδί του μυθιστορήματος είναι η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο αδερφών με τη μεσολάβηση του ξαδέρφου τους Ιωάννη, στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος. Στις επιστολές αυτές τα δύο αδέρφια είναι δύο στενοί συγγενείς, χωρίς ιδιότητες, που ξαναβρίσκονται. Αρχικά, στις επιστολές τους είναι διάχυτη η επιφυλακτικότητα η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε αμοιβαία εξομολόγηση και επαναφορά στην αληθινή τους σχέση, αυτήν του αίματος. Ο χειρισμός της Γαλανάκη στο θέμα της πάλης των ταυτοτήτων και στο ζήτημα της ισορροπίας είναι αξιοσημείωτος.
                Στο δεύτερο μέρος, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ισμαήλ πριν από τον άδοξο θάνατο του, όπου περιγράφονται, χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς, τα γεγονότα της Κρητικής επανάστασης καθώς και της αντίδρασης του αιγυπτιακού στρατού υπό την ηγεσία του Ισμαήλ Φερίκ πασά. Με βήματα αργά και σταθερά, η αφήγηση φτάνει στην κορύφωση της.
                Οι γνώσεις της συγγραφέως για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αν και επίκτητες, είναι εντυπωσιακές και η αίσθηση της ιστορίας είναι διάχυτη στο έργο της κι ας δηλώνει ότι δεν είχε πρόθεση να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Ωστόσο κατορθώνει, περίτεχνα, να υπερβεί την ιστορική πραγματικότητα, ανάγοντας το ιστορικό γεγονός -το οποίο βεβαίως και υπάρχει ως αφετηρία- σε στοιχείο του μύθου και της φαντασίας. Το εντάσσει στην προσωπική μυθολογία της, για να το εντάξει, μέσω της μυθοπλασίας, στην ιστορία την οποία θα μας αφηγηθεί. Μέσα από την καταγραφή των τοπωνυμίων, των χρονολογιών, των ονομάτων και την εμπλοκή υπαρκτών προσώπων, δηλώνεται η ακρίβεια και η αυθεντικότητα των ιστορικών γεγονότων. Όλα αυτά παραπέμπουν σε ντοκουμέντο, σε αυθεντικό γεγονός που δεν μπορεί να παραβλεφθεί.
                Τα γεγονότα, αλλά και ο χώρος, είναι και αναγνωρίσιμα και μη. Για παράδειγμα, σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, αποφεύγεται συστηματικά και επιμελώς η αναφορά στο Λασίθι, γενέτειρα του Ισμαήλ Φερίκ πασά, το οποίο υποδηλώνεται, περικειμενικά, με τη λέξη οροπέδιο που συνεκδοχικά παραπέμπει στο οροπέδιο Λασιθίου. Δύο ενδέχεται να είναι οι λόγοι γι’ αυτή την απόκρυψη: Αφενός, ο εσωτερικός πόνος του ήρωα, για τη γενέτειρά του, είναι πολύ μεγάλος, σαν αγκάθι στην καρδιά, εξ’ ου και ο υπότιτλος, γι’ αυτό και εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφετέρου, η αφηγήτρια ενδέχεται να επιθυμεί να διατηρηθεί μια κάποια απόσταση από την πραγματικότητα και ενισχύει μ’ αυτό τον τρόπο το μυθοπλαστικό στοιχείο, για να κινείται ελεύθερα. Έτσι, επιτυγχάνεται  η ισορροπία ανάμεσα στο αληθινό και το αληθοφανές, στην Ιστορία και στη μυθοπλασία.
                Κυρίαρχο στοιχείο στο έργο είναι ο νόστος. Ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς επιστρέφει, μετά από πενήντα χρόνια, στο γενέθλιο τόπο, όπου και πεθαίνει. Η ιστορία πραγματώνεται σε σχήμα κύκλου, αφού ολοκληρώνεται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Ο μυθιστορηματικός ήρωας γνωρίζει ότι ο νόστος είναι, όχι απλώς μια δύσκολη υπόθεση, αλλά επώδυνη και επισφαλής, ο φόβος, μάλιστα, που τον διακατέχει θα επαληθευθεί και ενδεχομένως γι’ αυτό και μέχρι τώρα κατέφευγε μόνο στον εσωτερικό νόστο, τον έτσι κι αλλιώς βασανιστικό.
                Η ιστορία του Ισµαήλ Φερίκ, αν και υπαρκτή, δεν συνιστά ένα ιστορικό µυθιστόρηµα, τουλάχιστον µε την αυστηρή έννοια του όρου. Αποτελεί ωστόσο το υπόβαθρο για να θιγούν απόψεις εθνικής, αλλά και ανθρώπινης ταυτότητας, τόσο σε θέµατα γλώσσας και θρησκείας, όσο και σε θέµατα πολιτιστικών διαφορών και κουλτούρας. Μέσα από την διχασµένη προσωπικότητα του Ισµαήλ αναδεικνύονται οι ποικίλες πλευρές της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας σε µια χρονική στιγµή µάλιστα που και η ίδια η Ελλάδα ψάχνει την ταυτότητά της ανάµεσα σε ανατολικές και δυτικές επιρροές.
                Η αξία του μυθιστορήματος έγκειται πρώτιστα στην προσπάθεια κατανόησης των εσωτερικών συγκρούσεων που ταλανίζουν την ψυχή ενός ανθρώπου που διχάζεται μεταξύ δύο θρησκειών, εθνοτήτων, πολιτισμών. «Η σύγκρουση ιδεολογικών στοιχείων (εθνικότητα, θρησκεία κ.ά.) έπρεπε να μεταφερθεί από το πεδίο των μαχών στο επίπεδο των ψυχικών ατομικών συγκρούσεων», λέει η ίδια η συγγραφέας στο επίμετρο. Ειδικά σήμερα που η πολυπολιτισμικότητα υπονομεύει την εθνική ταυτότητα, παιδιά από μεικτούς γάμους είναι πλέον συνηθισμένα και οι μετακινήσεις από χώρα σε χώρα (είτε στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης ή στη σκληρή διαδικασία της προσφυγιάς και της μετανάστευσης) είναι συχνές, ο τόσο μακρινός Ισμαήλ ή Εμμανουήλ φαντάζει πολύ επίκαιρος, τόσο κοινωνικά όσο και ψυχολογικά, όπως λέει χαρακτηριστικά και η ίδια η συγγραφέας:
« … Όταν το βιβλίο βγήκε στην Αίγυπτο, γνωρίστηκα με τους απογόνους του που με θεωρούν πλέον μέλος της οικογένειας. Και για να μη θεωρούμε όλους  τους Άραβες φανατικούς, πρέπει να σας πω ότι η πέμπτη εγγονή του Ισμαήλ - αυτή  η υπέροχη γυναίκα - έμαθε από το βιβλίο ότι ο Ισμαήλ καταγόταν από ελληνική χριστιανική οικογένεια και είπε «τι ωραία!». Ευχαριστήθηκε που κυλάει ελληνικό  αίμα στις φλέβες της».

Το απόσπασμα «Επιστροφή στο σπίτι»
                Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι μια ενδοσκόπηση στο βαθύτερο κόσμο του ήρωα και σε όσα τον συνδέουν με τη μνήμη της φυλής του, αλλά και με  το ατομικό του υποσυνείδητο. Το κείμενο χρησιμοποιεί στοιχεία από τη χριστιανική θεολογία (η βροχή-αναφιλητό της φύσης, η εύνοια των φυσικών στοιχείων που προστατεύουν το σπίτι από τη φωτιά, τα καρφιά της σταύρωσης), τις μεθόδους της ψυχανάλυσης (οι τεχνικές της απώθησης και της ανάδυσης των γεγονότων, οι λειτουργίες των μικροαντικειμένων, η πάλη  του υποσυνείδητου με τον εξωτερικό κόσμο) και τα στοιχεία της αρχαίας και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης (η σταύρωση, η σκηνή της κάθαρσης με τη σπονδή του αίματος, η ανάκληση των νεκρών, ο ρόλος του ιερέα-προφήτη).

Ενότητες
Α΄ ενότητα : Η επιστροφή του Ισμαήλ Φερίκ πασά («Την πρώτη μέρα...οφθαλμαπάτη»)
                Στις αναμνήσεις κυριαρχεί  η εικόνα του πατρικού σπιτιού, παρά την προσπάθεια της απώθησης. Διακρίνονται δύο πραγματικότητες: η εξωτερική (η εικόνα της σπηλιάς και της πραγματικής μπόρας) και η εσωτερική, που ανακαλείται με την ανάμνηση της παλιάς βροχής.  Η πρώτη είναι άμεση , ενώ η δεύτερη μέσα από σειρά διαδικασιών ανάκλησης.
Β΄ ενότητα : Η εσωτερική πάλη («Αν ήθελα...ξαναρώτησαν»)
                Περιγράφεται η αργή διαδικασία της επαναπροσέγγισης του παρελθόντος μέσα από τη μνήμη και την αγωνιώδη προσπάθεια του ήρωα να επανασυνδεθεί με αυτό.
Γ΄ ενότητα : Οι παιδικές μνήμες έρχονται στην επιφάνεια (« Αποφάσισα...πέπλα τους»)
                Το  υποσυνείδητο ανεβαίνει αργά στη μνήμη. Το κλειδί , η πόρτα, τα μικροαντικείμενα του σπιτιού αποκαλύπτουν  έναν άλλο εαυτό, κρυμμένο έως τώρα. Ο αθώος κόσμος του παιδιού διευκολύνει το ξεπέρασμα των προκαταλήψεων και των φόβων των ενηλίκων.
Δ΄ ενότητα : Η ανάκληση των νεκρών («Προχώρησα ...ύπνο»)
                Η ανάκληση των αγαπημένων νεκρών και ιδιαίτερα η συνάντηση με τη μητέρα λειτουργεί ως επώδυνη επανασύνδεση με το παρελθόν και αφορμή για νέες αιματηρές εξελίξεις.
Ε΄ ενότητα : Η εικόνα του πατέρα («Έτρεξα...συναντηθούμε»)
                Το πρόβλημα της διπλής ταυτότητας επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από τα λόγια του πατέρα. Ο πατέρας του, ως ιερέας και γνώστης της ανθρώπινης ψυχής είναι ο μόνος που αναγνωρίζει το βάθος του προβλήματος και τις δυσκολίες του.

Βασικοί θεματικοί άξονες
                Το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος έχει ως θέμα τις αναμνήσεις της ζωής του ήρωα, πριν από την αιχμαλωσία του. Οι αναμνήσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην ανάμνηση στοιχείων του σπιτιού, αλλά και των αγαπημένων του προσώπων , μέσα από την ανάκληση των νεκρών γονιών του. Το απόσπασμα δομείται πάνω στην αντίθεση ανάμεσα στην αγάπη του ήρωα για τη γενέθλια γη, χαμένη στα βάθη του υποσυνείδητου και τις υποχρεώσεις του προς τη νέα πατρίδα, που τον καθιστούν εχθρό του τόπου του και του αδερφού του. Η αντίθεση αυτή εξελίσσεται σε μια βαθύτερη εσωτερική σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό και την υπόστασή του, που θα οδηγήσει τον ήρωα στο βιολογικό του θάνατο, όπως προφητεύει στο τέλος του αποσπάσματος ο ίδιος ο πατέρας του.

Η λειτουργία της μνήμης
                Η μνήμη είναι ο χώρος, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα του αποσπάσματος. Η συγκυρία που διεγείρει τη μνήμη του αφηγητή είναι η φυσική εικόνα του πατρικού του σπιτιού.  Αυτό που ωθεί τον ήρωα να αναζητήσει το πατρικό σπίτι, νόστος χωρίς πατρικό σπίτι δε γίνεται, είναι μια ψυχική ανάγκη, αλλά και περιέργεια. Θέλει κυρίως να ανακαλύψει αν τον περιμένει και, κατ’ επέκταση, αν οι δικοί του άνθρωποι θα έχουν θετική διάθεση απέναντί του. Το ευεργετικό νερό της βροχής, έξω από το σπίτι, συμβάλλει στην κάθαρση και αποκαθαίρει τον Φερίκ από το μίασμα του εξωμότη, πριν μπει σ’ αυτό. Η θεληματική επιστροφή στο σπίτι, το οποίο ενέχει θέση καταφύγιου, υποδηλώνει ότι η μνήμη κι η νοσταλγία εμφιλοχωρούν, και σχετίζεται με την εκπλήρωση του προορισμού του, που είναι το κλείσιμο των ανοιχτών λογαριασμών με τα αγαπημένα του πρόσωπα, αλλά και με τη συνείδησή του.
                Η μνήμη ενισχύεται με την επιστράτευση της θρησκευτικής παράδοσης (τα καρφιά της σταύρωσης), τη συνειδητοποίηση των μηχανισμών απώθησης(θυμάται το φυσικό περιβάλλον, όχι όμως το σπίτι)τη διάθεση για κάθαρση, τους πατρογονικούς δεσμούς, τα έθιμα (η σπονδή του αίματος). Ο αφηγητής-ήρωας έρχεται σε επαφή με τα βάθη της ψυχής του, μέσα από τη βαθιά συναισθηματική συνάντηση με τη μητέρα του και της σκέψης και της λογικής, που αντιπροσωπεύει ο πατέρας-ιερέας.
                Η εμπλοκή του σπιτιού είναι σημαντική διότι, αφενός, αποτελεί την αρχετυπική εστία του νόστου και, αφετέρου, ενώνει τις εκδοχές του θανάτου τόσο του κεντρικού ήρωα, όσο και της μητέρας του που, κατά μία εκδοχή, τελείωσε εκεί τη ζωή της. Η αίσθηση του σπιτιού και η καταγραφή του ως ιδιαίτερου ιδιωτικού – οικογενειακού χώρου και χώρου γαλήνης είναι εμφανής. Το σπίτι όμως, για να τον «αναγνωρίσει» και να το δεχθεί στα σπλάχνα του, πρέπει ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς να «επανέλθει» στη μορφή και την ηλικία που είχε στην πρώτη του ζωή. Αλλά και ο ίδιος μόνο έτσι θα νιώσει οικεία στο χώρο. Ο μισός αιώνας, που μεσολάβησε από τότε που ξεκίνησε η αιχμαλωσία του, είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα μόνα βιώματα και οι μνήμες, που έχει απ’ αυτό το σπίτι, είναι από την παιδική ηλικία, γι’ αυτό θα μεταμορφωθεί σε παιδί: «Διαπίστωσα πως η πόρτα, που πάνω της στηριζόμουν, είχε ψηλώσει, ενώ εγώ είχα μικρύνει σε παιδί. Μ’ ένα δεξί χεράκι σκούπισα τα χείλια».
                Αλλά κι ο πατέρας, για να μαλακώσει η καρδιά, να επανέλθουν τα πατρικά αισθήματα, πρέπει να τον ξαναδεί ως παιδί, να τον δει να μετανιώνει, να νιώσει τις εσωτερικές ατομικές συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα να εξωτερικεύονται, να συγκλονίζεται και να εξιλεώνεται και τέλος να αποκτά αυτογνωσία. Τότε μόνο θα μπορέσει να διαγράψει το πρόσωπο του εξωμότη: «Δεν ήθελε να με ξέρει σαν Οθωμανό στην Αίγυπτο. Περίμενε να ξαναγίνω παιδί, να ξαναμπώ στο ίδιο σπίτι, για να με σκεφτεί σαν άτομο, έστω και σαν άτομο που απέτυχε να προεκτείνει τις δικές του επιλογές. Περίμενε να με δει να κλαίω». (176)
                Σ’ αυτό το σπίτι λοιπόν, στο χώρο που είναι έντονα χαραγμένος από τα αγαπημένα πρόσωπα, όπου θα επέλθει και η αυτογνωσία του, η λήθη θα γίνει μνήμη και θα αποκτήσει σχήμα, φωνή και πρόσωπο. Τα μισοξεχασμένα πρόσωπα της οικογένειάς του αρχίζουν να παίρνουν ξεκάθαρη μορφή, αφού ο νόστος του είναι πλέον συνειδητός και, ως εκ τούτου, έχει ήδη επέλθει η συγχώρεση. Τα χέρια θα επαναδραστηριοποιηθούν και θα ολοκληρώσουν τις εργασίες τους. Τότε, θα δει ολόσωμες τις μορφές των δικών του, ένδειξη ότι τον αποδέχονται και οι αισθήσεις θα ενεργοποιηθούν:
                «Ήρθαν οι γνώριμες φωνές ανθρώπων, των σπιτίσιων ζώων, ο ήχος του καιρού, των τραγουδιών, του κάματου, του πένθους και των εορτών. Έπειτα ήρθαν μυρωδιές του σώματος, του δέντρου, του υφάσματος, της χειμωνιάτικης φωτιάς, του θερισμένου κάμπου και των ώριμων μήλων. Αυτή πλημμύρισε το σπίτι, όπως τότε, και το γύρισε στο κόκκινο. Στο φως των μήλων είδα το χέρι της, που είχε σταματήσει στο αδράχτι, να στρίβει επιτέλους τα δάχτυλα. Και το χέρι του πατέρα, που είχε σταματήσει στο χαλινάρι, να λυγίζει επιτέλους τον καρπό. Τα χέρια οδήγησαν ολόσωμες τις μορφές» .

Η ανάκληση των νεκρών
                Η πλοκή παρουσιάζει αναλογίες με την ομηρική νέκυια, την κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη. Τη δική του νέκυια, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, την επιτυγχάνει με μια τελετουργία ανάλογη μ’ αυτήν που περιγράφεται στην Οδύσσεια (ραψωδία λ), για να υποδηλώσει, με έμμεσο τρόπο, ότι κι αυτός, ως ένας άλλος Οδυσσέας, «ακολουθεί» το δρόμο της ομηρικής νομοτέλειας κι επιστρέφει στο παρελθόν και στους γεννήτορές του. Στην ομηρική νέκυια, βέβαια, ο Οδυσσέας εξασφαλίζει την πραγματοποίηση του νόστου του, ενώ στη νέκυια της Γαλανάκη, ο Φερίκ πασάς το επιτυγχάνει μεν, αλλά με τραγικό τρόπο. Έτσι, η συγγραφέας αποκαλύπτει τον πραγματικό σκοπό της, που δεν είναι η αφήγηση μιας ιστορικής περιόδου, αλλά η διερεύνηση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η διαδικασία της κάθαρσης
                     Ο αφηγητής παραδέχεται ότι το σπίτι υποσχόταν μια απειλητική και φιλήδονη κάθαρση. Τα στάδια της κάθαρσης είναι η αποκάλυψη της θαμπής εικόνας του σπιτιού , η είσοδος στο σπίτι και η πρώτη εξαγνιστική επαφή με τα αντικείμενα-σύμβολα, η θυσία του αίματος , η επαφή με τα άγια των αγίων. Μην έχοντας σφάγιο για τη σπονδή του, ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς, ανοίγει μικρή λακκούβα και χαράζει με το γιαταγάνι τον καρπό του, για να τρέξουν λίγες σταγόνες αίμα. Τους δικούς του τούς καλεί με το αίμα του, που είναι και δικό τους. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι η πράξη του ήρωα έχει διπλή ιδιότητα: Από τη μια, είναι ένας τρόπος να καλέσει τους νεκρούς. Από την άλλη, η θυσία είναι προϋπόθεση για τον καθαρμό κι έχει εξαγνιστική λειτουργία για τη διπλή του ταυτότητα. Καλεί εκείνους με τους οποίους συνδέεται με αιμάτινους δεσμούς, που έζησαν σ’ αυτό το σπίτι, για να μάθει αν τον συγχώρησαν, αλλά και να αντλήσει δύναμη απ’ αυτούς για την προαποφασισμένη πράξη του. Έχει μια παραδοξότητα, όμως, η ιεροτελεστία του Φερίκ πασά, διότι δεν καλεί μόνο ψυχές, αλλά και τον εν ζωή αδερφό του. Χρειάζεται και τους νεκρούς και τους ζωντανούς, για να απαλύνουν την οδύνη που νιώθει, επιστρέφοντας στη γενέθλια γη και στην αρχική του ταυτότητα .

Το μήνυμα της διπλής ταυτότητας

                Στο απόσπασμα αυτό δοκιμάζεται η πίστη του Ισμαήλ, μέσα από μεταφυσικά φαινόμενα (η ξαφνική βροχή που προστατεύει το σπίτι, η σπονδή του αίματος, οι εμφανίσεις των νεκρών γονιών), καθώς και η θέληση του ήρωα να επικοινωνήσει μαζί τους.  Η επιστροφή στη γενέτειρα ξυπνά µνήµες θαµµένες βαθιά µέσα του και κλυδωνίζεται ανάµεσα στα δύο εγώ του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ποιος ακριβώς είναι, καθώς φαίνεται πως ο γενέθλιος τόπος παραµένει «αγκάθι στην καρδιά» του (δικαιολογώντας τον υπότιτλο του βιβλίου “Spina nel cuore”). Επισκέπτεται το ερειπωµένο πατρικό σπίτι και βρίσκεται αντιµέτωπος µε φαντάσµατα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, καθώς βιώνει σε µυστηριακό περιβάλλον την επιστροφή και την συνάντηση µε µέλη της οικογένειας, νεκρά και ζωντανά. Λίγο καιρό αργότερα πεθαίνει στην Κρήτη δολοφονηµένος ή αυτοκτονώντας, αδιευκρίνιστο πώς, έχοντας όµως εκπληρώσει την ένωση των δύο διαφορετικών εαυτών του σε µια ενιαία οντότητα.
                Η πάλη του καλού και του κακού κλυδωνίζει τον ψυχισμό του, καθώς ο ερχομός του στην Κρήτη ανέσυρε  τη διπλή ταυτότητα: προσκυνητής και κατακτητής της πατρίδας του. Αυτά τα αντίρροπα συναισθήματα παλεύουν μέσα του και αυτό ακριβώς είναι το δράμα και η εξιλέωσή του. Δεν μπορεί να είναι κακός, αφού δε θέλησε ποτέ να ξεχάσει και να ξεριζωθεί από την πατρίδα των παιδικών του χρόνων , έστω κι αν ακολούθησε μια αυστηρή εκπαίδευση και μια δύσκολη καριέρα ,με καινούριο όνομα και καινούρια θρησκεία. Αυτό ήταν το χαράτσι για τις γνώσεις που του πρόσφερε η Αίγυπτος και αποφάσισε να το πληρώσει, χωρίς να του δώσει περισσότερη σημασία απ' ό,τι σ’ έναν φόρο. Επανέλαβε την απόφασή του να αφοσιωθεί στη μνήμη, στολίζοντας όμως το μέτωπό του με το στεφάνι του οροπεδίου, μυστικό, δροσερό και ακάνθινο. Και ούτε μια φορά δεν είπε ότι θα μπορούσε να ενώσει τις δύο ξεχωριστές ζωές.     Το νήµα του νόστου οδηγεί, αναπόφευκτα, στο τέλος, διότι ο Ισµαήλ Φερίκ πασάς δεν µπορεί να παρεκκλίνει της οδού, είναι αδύνατον πια να επιστρέψει τόσο στη δεύτερη ζωή όσο και στην πρώτη. ∆εν αντέχει να έχει δυο χαµένους τόπους, όπως θα οµολογήσει ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο.
                     Η σημαίνουσα βαρύτητα του λόγου, που θα του απευθύνει ο πατέρας, θα γίνει η τροχιά, για να ολοκληρωθεί ο νόστος, μια και είναι αυτός που δεν τον είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή αποδεχτεί. «Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, είπε, και για τούτο σε δέχομαι, αν και τυραννίστηκα μέχρι να το αποφασίσω. Να ξέρεις πως ξανά θα προτιμούσα τη σφαγή από την ατίμωση. Πλην, άλλο αυτό, απ’ τη ζωή που σου’ τυχε. Πρόκοψες, κι αυτό είναι καλό, χάθηκες όμως από τη συνέχειά σου. Μαζί σου έκοψες και μένα. Σε σώζει ότι ποτέ δε θέλησες, ή δεν κατάφερες, να μας διαγράψεις. Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω μια προσπάθεια εξιλέωσης. Θα παρακαλέσω για σένα. Όχι, δεν ξέρω με ποιο τρόπο θα πεθάνεις, σου λέω μόνο πως είναι γραφτό να γίνει δύσκολα. Εσύ, να σταθείς γενναίος και να μη φοβηθείς. Γρήγορα θα συναντηθούμε».
                     Η συγγραφέας μέσα από την αναφορά στην ταυτότητα του ήρωα θέτει το ζήτημα της καθαρότητας και της επιμειξίας, ανατρέποντας βαθιές προκαταλήψεις, που μόνο ένας ιερέας θα τολμούσε να κατανοήσει («Εγώ, που γνώρισα τ’ αγκάθια του ενός δρόμου, αναγνωρίζω τη δυσκολία των δύο δρόμων»). Πάντως το τελικό μήνυμα είναι αισιόδοξο («Γρήγορα θα συναντηθούμε»). Έτσι, η συγγραφέας ανοίγει το δρόμο για τη διερεύνηση της φύσης του ανθρώπου, που αποτελεί πεδίο της διαπάλης του καλού και του κακού και προτείνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού.

Αφηγηματικές τεχνικές
Ο αφηγητής και το είδος της αφήγησης
                Ο νόστος του ήρωα, προσφέρεται σε πρωτοπρόσωπη, ημερολογιακή μορφή –αφηγηματικός ελιγμός πράγματι απροσδόκητος, που τονίζει την αμεσότητα και το βιωματικό χαρακτήρα της αφήγησης, μακριά από την ψυχρή τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός καθαρά ιστορικού μυθιστορήματος. Ο ήρωας αφήνεται συχνά στην αναπόληση και στη φαντασία, κινείται στο «βασίλειο των ίσκιων», συναναστρέφεται με αγαπημένους νεκρούς και πληροφορείται για τον επικείμενο , εξιλαστήριο θάνατό του στη γενέθλια γη. Ο ήρωας προχωρά σε μια διαδικασία αυτογνωσίας και μόνο η αφήγηση σε α΄ πρόσωπο μπορεί να αποδώσει την οδύνη που βιώνει.  Ο αφηγητής συμμετέχει στη δράση (ομοδιηγητικός αφηγητής) και η εστίαση είναι εσωτερική, δηλαδή ο αφηγητής γνωρίσει όσα και ο ήρωας με τον οποίο ταυτίζεται. Πρόκειται για κείμενο με εξομολογητικό χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αποτελεί η αφήγηση μιας αυστηράς προσωπικής στιγμής που αγγίζει τα όρια της ονειρικής αναπόλησης.

Στοιχεία του μύθου
                     Ως σημείο δέσης του μύθου θεωρείται η επιστροφή του ήρωα στο πατρικό του σπίτι , γιατί αυτό το γεγονός ξυπνά μνήμες από το παρελθόν. Η κορύφωση επέρχεται με τη σκηνή του αίματος, μέσω της οποίας ο ήρωας προσδοκά την εξιλέωση και η λύση έρχεται με τα λόγια του πατέρα , που ανακαλεί τα πράγματα στην τάξη που ορίζει η μοίρα.

Ο χώρος
                     Είναι αυστηρά περιορισμένος στα όρια ενός μικρού σπιτιού, που αναδεικνύεται σε σύμβολο ενός τόπου και μιας ταυτότητας. Ο ίδιος ο ήρωας ομολογεί ότι το σπίτι δεν είναι γι’ αυτόν η κατοικία των γονιών του, όσο η ανάμνηση της πατρίδας. Όταν, όμως, το σπίτι μετατρέπεται σε χώρο θυσίας και ιεροτελεστιών, ξεπερνά τα όρια του πραγματικού και αποκτά μια μεταφυσική διάσταση, αποδεικνύοντας το συμβολικό του χαρακτήρα. Έτσι , ο χώρος έχει μια ειδική λειτουργία : είναι πραγματικός , αλλά λειτουργεί μέσα από το όνειρο και ως μια μεγάλη αυλαία, για να χωρέσει όλο το παρελθόν.

Ο χρόνος
                     Το απόσπασμα περιγράφει ένα ιστορικό γεγονός, αλλά με την εμφάνιση του παράδοξου (μαγιάτικη μπόρα, τα καρφιά, το κλειδί)η αφήγηση περνάει από το ιστορικό στο φανταστικό-αφηγηματικό χρόνο. Έτσι, ο χρόνος αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από τις λίγες στιγμές που περιγράφονται, γιατί αντιστοιχεί στη διάρκεια των εντυπώσεων του ήρωα. Επίσης, λειτουργεί αναδρομικά, γιατί ο ήρωας θυμάται το παρελθόν και προδρομικά, όταν ο Ισμαήλ μαθαίνει για τον επικείμενο θάνατό του από τον ιερέα-πατέρα του.

Πρόσωπα και χαρακτήρες
                     Στο απόσπασμα παρακολουθούμε το δράμα του ήρωα που ταλαντεύεται  ανάμεσα  σε δύο φύσεις. Ο Ισμαήλ θυμάται την παιδική του ηλικία , όταν ζούσε αμέριμνος στο σπίτι των γονιών του. Για να ξαναφτάσει όμως σ’ αυτή την πρώτη μνήμη, πρέπει να βιώσει ξανά όλη τη διαδικασία της οδύνης των γεγονότων που έζησε, όταν ήταν παιδί και τα έχει απωθήσει στη μνήμη του. Έτσι το ιστορικό πρόσωπο αντιπροσωπεύει όσους έχουν την αίσθηση της διπλής ταυτότητας και μένουν μετέωροι ανάμεσα στη φύση τους και στον ιστορικό προορισμό τους. Άλλα πρόσωπα της αφήγησης είναι οι νεκροί γονείς. Η μάνα του, με λαχτάρα και αγάπη για το χαμένο της παιδί, πρώτη τον καλωσόρισε στη συνάντησή τους. Ο πατέρας του , μέσα στις ψαλμωδίες ως ιερέας συνδέει το μουσουλμάνο Ισμαήλ με το χριστιανικό παρελθόν του. Σε αντίθεση με τη συναισθηματική φόρτιση της μητέρας, ο πατέρας έχει συναίσθηση ότι το μαρτύριο του γιου του σχετίζεται με τη διπλή του ταυτότητα.

Η περιγραφή
                     Με την είσοδό του στο εγκαταλειμμένο σπίτι, ο  ήρωας περιγράφει το εσωτερικό του πατρικού του σπιτιού, γεγονός , που τον βοηθά να θυμηθεί το παρελθόν του και τα παιδικά του χρόνια, οδηγώντας έτσι το μύθο σε κορύφωση.

Γλώσσα-ύφος
                Πρόκειται για ποιητική αφήγηση. Η Ρέα Γαλανάκη είναι ταυτόχρονα και σημαντική ποιήτρια, που υπερβαίνει εύκολα το πραγματικό για χάρη του φανταστικού.  Η γλώσσα διευκολύνει τη συγγραφέα να ξεπεράσει την εξωτερική πραγματικότητα και να διεισδύσει πίσω από τις εικόνες. Ο χρόνος υπάρχει συμβολικά. Συγκεκριμένα το έργο διασπάται σε ποικίλες χρονικές στιγμές. Τα γεγονότα αποδίδονται σχεδόν αφηρημένα. Η χρήση του ονείρου, εξομοιώνεται με την πραγματικότητα. Στην αφήγησή της, τα πράγματα αποκτούν μεταφυσική διάσταση, για να προϊδεάσουν για το μέλλον και οι αισθήσεις γίνονται εύπλαστες. Όλα αυτά είναι έτσι δομημένα και δοσμένα λόγω της επεξεργασμένης γλώσσας και της ποιητικής αφήγησης της συγγραφέως. Χωρίς να φτάνει σε μελοδραματισμούς, η Γαλανάκη αποδίδει τους χαρακτήρες της ολοκληρωμένους, χωρίς να μένει απορία για το παρελθόν, το παρόν και το τέλος τους.
                Οι μεταφορές («άκουγα ένα-ένα τα καρφιά να καρφώνονται, χτυπούσαν οι σταγόνες στο μουσαμά μου»), οι προσωποποιήσεις («η βροχή μου φαινόταν σαν αναφιλητό της φύσης, πίεζα τα υλικά να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους»), το παράδοξο της μαγιάτικης μπόρας, το μεταφυσικό στοιχείο και η ποιητική αισθητική των λέξεων συνθέτουν ένα μοναδικό μυθιστόρημα, που υπερβαίνει τα όρια του είδους.