Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

"Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα"

Σημάδια
Ύστερα από τριάντα χρόνια
κατέβασα τα κάδρα από τους τοίχους.
Τα σημάδια -στόματα ανοιχτά- με φώναξαν
μ’ όλα μου τα ονόματα.
 Τα κάδρα τα κρέμασα με ακρίβεια στη θέση τους.
Έπρεπε να κλείσω γρήγορα τα στόματα.
 Για μετακόμιση ούτε κουβέντα…

Έρωτας
Αποβραδίς βροχή καταρρακτώδης
έκαμε να λάμψουν τα κεραμίδια της σοφίτας μου.
Οι υδρορροές μπούκωσαν, υγρασία φούσκωσε τους τοίχους.
Η βροχή σταμάτησε.
Άντε πάλι απ’ την αρχή μερεμετίσματα…

Ακουαρέλα
Ένα πεντάχρονο παιδί κι ένα ενήλικο καλοκαίρι
κατάχαμα στο Σαντριβάνι
κοιτάζουν το αλογάκι που λύθηκε και τώρα πετάει
στον ουρανό του λιμανιού.
Το παιδί κλαίει.Το καλοκαίρι ξέρει.
Το αλογάκι μια κουκίδα,
ο σπάγκος μπλεγμένος στα χέρια του παιδιού.

Ημερολόγιο
Φτιαγμένη από υλικά φιλικά προς το περιβάλλον
χώμα έγινα πάλι σήμερα.

Γλίστρες
Αυτή μας η συνάντηση, βροχερή.
Πέντε οργιές ανέβηκε η στάθμη του νερού.
Μέσα σε δυο ώρες
στα σκαλιά μου φύτρωσαν
βρύα και λειχήνες.
Δεν υπάρχει έξοδος, οι γλίστρες παραμονεύουν.

Ελευθερία
Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής
 κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.

Ξηροί καρποί
«Οι παλιές αγάπες»
τώρα στις συναντήσεις τους
σαν τους ξηρούς καρπούς.
Λένε, τσιμπολογάνε και περνά ο καιρός.
Αχ! κείνα τ’ αμύγδαλα τα πράσινα και τραγανά
μα και τα μαύρα μελωμένα σύκα…


Απώλειες
Θυμήσου να πετάξεις
τα αποξηραμένα τριαντάφυλλα.
Δεν είναι για να τα κρατάς καιρό
μόνο λίγο
όσο για να συνηθίσεις την απουσία.

Τα πολύτιμα
Ένα πεπόνι σα γήινη σφαίρα
μου έφεραν χαρούμενοι οι φίλοι μου
και γίνηκε με μιας, το σπίτι μου μποστάνι!
Τι θαρρείς;
Πικρό
Ενίοτε το αποτέλεσμα
ξεθωριασμένο αντίγραφο της πρόθεσης,
μου χαμογελά χαιρέκακα.

Παρών
Σημαιοφόρος ήταν στην παρέλαση,
όταν το σαράκι κυρίευσε το κοντάρι της σημαίας.

Σημείο στίξης
Να θυμάσαι,
μέσα στο θαυμαστικό
βρίσκεται κι η τελεία.

Νόστιμον ήμαρ
Όσο περνούν τα χρόνια
Τόσο πιο πολύ μιλώ με τους ανθρώπους μου που έχουν φύγει.
Κι όλο και περισσότερο τους νιώθω δίπλα μου.
Μάλιστα χθες, έφαγα παρέα με τους γονείς μου «πατάτες με τα μάραθα».
Πεντανόστημες!

Ουδέν
Μια χειραψία τυπική
με τα χέρια που κάποτε μου προκαλούσαν εκτινάξεις.
Τα χέρια του τώρα, οποιαδήποτε χέρια.
Τα αμεταχείριστα
Οι παιδικές πιζάμες, μου στένευαν τα όνειρα.
Μια μέρα δεν άντεξα άλλο, τις έσκισα και τις πέταξα.
Μουδιασμένα, αμεταχείριστα, χρόνια και όνειρα,
έπεσαν στο πάτωμα.

Έτη φωτός
Διάττοντες αστέρες τα όνειρα και τούτη τη νυχτιά.
Θραύσματα της σύγκρουσης των πλανητών
της μικρής ζωής μου.
Έτη φωτός…
Ένα θραύσμα άρκεσε, να με κυκλώσουν οι φόβοι.
Με σκουριασμένα όπλα από παλιούς πολέμους,
 που ο πατέρας μου στόλιζε στους τοίχους του σπιτιού μας.
Με σκουριασμένα όπλα
με βρήκε το ξημέρωμα
όρθια στητή στις πολεμίστρες.

Εκ βαθέων
Από καιρό ήθελα να σου μιλήσω
για τη μοναξιά.
Εξακολουθεί να μ’ επισκέπτεται
με τη συχνότητα της πλημμυρίδας.
Φύκια σηκώνονται από το βυθό
αγκαλιάζουν και σφίγγουν το κορμί μου.
Ποια άνωση;
Μα πού κοιτάς καλέ μου;
Από εδώ σου μιλώ.
Από εδώ, που βγαίνουν οι φυσαλίδες…

Ανελλιπώς
Με τις τρύπες στα πόδια τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας
ανηφορίζει ὁ Ιησούς το μονοπάτι με τους ασπαλάθους.
Με τις τρύπες στα χέρια,παραμερίζει τα βάτα
να παραδώσει την Ανάσταση.

Μαρινέλα Βλαχάκη, από την ποιητική συλλογή «Τα πολύτιμα» 2010
www.poiein.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :