Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Κ. Βάρναλης: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

       Πριν από κάμποσα χρόνια, η χούντα (όπως και όλες οι δικτατορίες της εποχής) χρησιμοποιούσε το ποδόσφαιρο ως μέσο απομάκρυνσης του κόσμου από την πολιτική. Οι «χούντες» του σήμερα, κάνουν το ποδόσφαιρο κεντρικό πεδίο της πολιτικής. Για την ακρίβεια: Μιας πολιτικής καρικατούρας, που προσπαθούν να επιβάλλουν τα κυκλώματα του λαθρεμπόριου, της απάτης, της νύχτας και του ναζισμού, για να καταλάβουν και να ασκήσουν άμεσα, χωρίς λακέδες εκπροσώπους, την κεντρική εξουσία.
      Χρειάστηκε μια μακρά περίοδος εκμαυλισμού, για να φτάσουμε στο σημείο αυτό. Ενός εκμαυλισμού, που μέσω της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, απλώθηκε σαν επιθετικός καρκίνος σε όλο το σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Το «σοσιαλιστικό» ΠΑΣΟΚ πέτυχε να κοινωνικοποιήσει τη διαφθορά πολύ ευρύτερα από την παλιά δεξιά του χαφιέ, του τραμπούκου και της μίζας μέσα σε κλειστά κυκλώματα. Μέσω των κοινωνικά δικτυωμένων οργανώσεών του, του θεσμικού πλαισίου που έλεγχε και ελέγχει, των εργολαβιών δημόσιων έργων και παραγγελιών, της διαχείρισης των Εοκικών κονδυλίων και της μαζικής διακαναλικής αποβλάκωσης, το οργανωμένο σε κράτος ΠΑΣΟΚ πέτυχε να φτιάξει μια κοινωνία «κατ’ εικόνα και ομοίωση». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι «όλοι τρώγανε». Ο φουκαράς ο καθηγητάκος για παράδειγμα, δεν έφαγε τίποτα άλλο παρά ξύλο και «πόρτα» όταν του καταργήσανε την επετηρίδα ή από φούμαρα, όταν του τάζανε τα μυθικά 176 ευρώ της «επιδότησης». Είχε όμως τον θεσμό του «αιρετού». Όχι ως ελεγκτή της διοικητικής αυθαιρεσίας (ελάχιστοι τέτοιοι άνθρωποι ψηφίστηκαν, γενικά οι τίμιοι και αδέκαστοι θεωρούνταν κάτι σαν γραφικοί «ιεχωβάδες»), αλλά σαν «κολλητού» για «ώρα ανάγκης».
       Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν εκμαύλισε την ίδια την έννοια του συνδικαλισμού σαν συλλογικής δράσης για τα εργασιακά δικαιώματα, μετατρέποντας την (μέχρι εκεί που του επιτρέψαμε) σε πεδίο συναλλαγής με την εξουσία και «συμμετοχικής διαφθοράς». Η συστηματική υποβάθμιση έως διάλυση των όποιων οργανωμένων παραγωγικών δομών στην πόλη και το χωριό και η αντικατάσταση τους από εύκολες και γρήγορες πηγές πλουτισμού (τόσο πιο εύκολες και τόσο πιο γρήγορες, όσο πιο κοντά βρισκόταν ο «τοπικός ΠΑΣΟΚος»), δηλαδή η Οικονομία του Τίποτα, ήταν η βάση για τον Πολιτισμό του Τίποτα.
     Κάτι απίστευτοι τύποι ήταν τα best sellers των καναλιών. «Τενεκέδες ξεγάνωτοι», σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, βγήκαν από το γυαλί και έγιναν κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής. Ακόμα πιο απίστευτοι ήταν οι τύποι και οι τύπισσες που πλάσαρε η «μουσική» βιομηχανία. Οι μακρινοί ήχοι της Σμύρνης, του Πειραιά, του Τσιτσάνη, του Μίκη και του Μάνου, που ήταν η πολιτισμική ταυτότητα του τόπου αυτού σε εποχές πολιτικής τρομοκρατίας, φτώχειας και αναλφαβητισμού, χάθηκαν μέσα στο «χαβαλέ» του Σκυλάδικου Τίποτα, στην εποχή της πασοκικής δημοκρατίας και του «ευδαιμονισμού».
        Στην εποχή αυτή της μαζικής αποχαύνωσης, το «γήπεδο» (με την ευρεία έννοια) πρόσφερε πεδίο δυναμικής εκτόνωσης. Σε παλαιότερες εποχές, σωματεία σαν τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ αποτελούσαν «στοιχεία ταυτότητας», κοινής αναγνώρισης ανθρώπων της προσφυγιάς και του μεροκάματου. Στην πρόσφατη εποχή του απόλυτου Τίποτα, τα σύμβολα των ομάδων πρόσφεραν αλλοτριωμένα στοιχεία ταυτότητας, όχι σαν κοινά στοιχεία πολιτισμού, αλλά σαν στοιχεία ετεροκαθορισμού από τον «αντίπαλο»: Σαν σύμβολα βίαιας επικράτησης, μίσους και εκμηδενισμού του «αντίπαλου». Έτσι, ο ελληνικός χουλιγκανισμός δεν είχε το κοινωνικό στοιχείο της ανεργίας και της περιθωριοποίησης του βρετανικού χουλιγκανισμού της εποχής της Θάτσερ. Αλλά πολύ περισσότερο, το στοιχείο του κακομαθημένου «κωλοπαιδαρισμού» της πασοκικής κυριαρχίας.
         Τα δυο αυτά πεδία, η «Νύχτα» και το «Γήπεδο», αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο δράσης, κυριαρχίας και ξεπλύματος μαύρου χρήματος από τα κυκλώματα της Μαφίας (όπλα, λαθρεμπόριο, ναρκωτικά κλπ). Η κεντρική εξουσία, όχι μόνο δεν συγκρούστηκε με τα κυκλώματα αυτά, αλλά συνασπίστηκε μαζί τους. Οι εκάστοτε κυρίαρχοι του ποδοσφαίρου αυτή την περίοδο, είχαν προνομιακές σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ. Μέσω των σχέσεων αυτών επέκτειναν τη δράση τους και σε νόμιμα πεδία, κυριαρχώντας και ανταποδίδοντας τις χάρες σε επίπεδο ψήφων. Διόρισαν δε και πολιτικούς τοποτηρητές τους μέσα στις κυβερνήσεις, όπως και οι ίδιοι δέχτηκαν διακεκριμένους πασόκους σε διοικητικές θέσεις των ομάδων τους.
       Η τεχνητή κρίση των μνημονίων, σήμανε το βίαιο τέλος αυτής της εποχής. Έφερε ένα εξίσου βίαιο ανακάτεμα της τράπουλας σε επίπεδο τόσο κέντρων εξουσίας, όσο και οικονομικής κατάστασης όλων των στρωμάτων του πληθυσμού. Μόλις κατακάθισε λίγο ο κουρνιαχτός, βλέπουμε να έχει βγει στο προσκήνιο όλο το μαύρο σαράκι που κατέτρωγε τις ψυχές και τα μυαλά των Ελλήνων πολιτών το προηγούμενο διάστημα. Οι Κασιδιάρης, Μπέος, Μελισσανίδης, Μαρινάκης και πάει λέγοντας, δεν είναι γεννήματα της σημερινής εποχής, αλλά της προηγούμενης. Το σημερινό κύμα της κρίσης φέρνει στην επιφάνεια αυτό που υπήρχε και βαθμιαία κυριάρχησε. Το φέρνει ανοιχτά και απροκάλυπτα.
        Ας υποθέσουμε ότι ο Μαρινάκης είναι ο πετυχημένος επιχειρηματίας, που θα φτιάξει τον Πειραιά κατά το πρότυπο του Ολυμπιακού. Ο ματωβαμένος Κασιδιάρης και ο Μπέος που «στάζει Μαφία» τι ακριβώς είναι; Ο πρώην φυγόδικος, νυν υπόδικος και ομοτράπεζος του Σαμαρά Μελισσανίδης, τι ακριβώς είναι; Δεν είναι σίγουρα η τιμωρία και η αλλαγή του παλιού πολιτικού κατεστημένου. Είναι η αντικατάστασή του στις νέες συνθήκες. Ο «ψευτοκουτσαβάκης» που ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ όλα αυτά τα χρόνια και που σήμερα ντρέπεται να το πει, στον Μπέο και στον Κασιδιάρη βλέπει ίσως και την τιμωρία του ΠΑΣΟΚ, που πρόδωσε την καλοπέρασή του. Βλέπει όμως και τον διάδοχο, που θα συνεχίσει την ίδια κατάσταση, «χώνοντάς» τον στη μάσα του αύριο. Μια μάσα, που δεν θα είναι πια «εθνική», αλλά ατομική. Που για να φάει απ’ αυτήν, πρέπει πρώτα να φάει τον διπλανό του και τον από κάτω του.
        Έτσι, ο Έλληνας πολίτης βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με έναν διπλό φασισμό: Τον φασισμό των μνημονίων, που υπηρετούν οι πολιτικοί υπάλληλοι του χτες: Σαμαράδες και Βενιζέλοι. Και τον original ναζισμό του σήμερα, που εκφράζουν οι κάθε Κασιδιάρηδες και Μπέοι.
      Η εποχή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της παλιάς γερμανικής κατοχής. Και τότε (όπως και σήμερα) οι πολιτικοί και τα κυρίαρχα κόμματα της προηγούμενης περιόδου πρόδωσαν ανοιχτά τον ελληνικό λαό, έγιναν συνεργάτες και τοποτηρητές των γερμανών ναζί ή (στην καλύτερη περίπτωση) κρύφτηκαν μέσα στα βρακιά των Άγγλων φίλων τους, αφήνοντας τον κόσμο απροστάτευτο στην πείνα και στην εξόντωση. Ταυτόχρονα ένα κομμάτι προσκυνημένων από τα λαϊκά στρώματα, εγκλημάτησε ανοιχτά. Οι μαυραγορίτες πλούτισαν από το θάνατο και από την πείνα και οι ταγματασφαλίτες λήστεψαν, βίασαν, κάρφωσαν και εξόντωσαν άμαχο πληθυσμό, ντυμένοι με τη μαύρη στολή και τη σβάστικα. Τα σόγια των σημερινών πολιτικών και τραπεζιτών προέρχονται από τους μαυραγορίτες και τους ταγματασφαλίτες εκείνης της εποχής και η ιστορία διαιωνίζεται.
        Σε μια άλλη χώρα, η αστική τάξη, (σαν «εθνικό σώμα») θα συναισθανόταν ίσως τον επελαύνοντα κίνδυνο του απόλυτου εκμαυλισμού και της αιματηρής βίας σαν κίνδυνο εθνικό και θα προσπαθούσε να προωθήσει κάποιον ελεγχόμενο από αυτήν συμβιβασμό. Η δουλική και αλήτικη άρχουσα τάξη της χώρας μας δεν λειτουργεί σαν ταξική ομάδα στο έδαφος ενός κατακτημένου πολιτισμού, παρά σαν ένας αχταρμάς αλητών πλιατσικολόγων, που αφήνουν τη χώρα στο απόλυτο έλεος των μαφιόζων και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών.
       Και τότε, όπως και σήμερα, μοναδική δύναμη αντίστασης στη μαύρη λαίλαπα στάθηκε, το θέλουμε ή όχι, η Αριστερά. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά:
     Η Αριστερά του τότε, περιθωριακή και ολιγάριθμη, ήταν νέα ακμάζουσα, δυναμική, επαναστατική. Η Αριστερά του σήμερα, στο σύνολό της, πολύ πιο πολυάριθμη, είναι μια Αριστερά αποκοιμισμένη, αποχαυνωμένη και η ίδια από το μαξιλάρι της νομιμότητας, που της έδωσε αρχικά ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, από την κολακεία και τις σειρήνες του Συστήματος, από τα ανώδυνα «πεδία δράσης» που την ενσωμάτωσε το σύστημα ΠΑΣΟΚ. Είναι μια Αριστερά, που σταμάτησε να ρισκάρει, να αμφισβητεί και να αλλάζει πρώτα τον εαυτό της, να είναι πηγή νέων ιδεών και νέου πολιτισμού, να παράγει σύγχρονη θεωρητική σκέψη και κυρίως: σύγχρονη επί της ουσίας ανατρεπτική πολιτική. Είναι δηλαδή μια μακάρια Αριστερά, με αυτόματο πιλότο, που κοιτά σαν νάρκισσος τον εαυτό της. Και αυτός ο ναρκισσισμός γεννά στα πιο καθυστερημένα τμήματά της τον αυτοκαταστροφικό κανιβαλισμό, τη στιγμή που η ενότητά της είναι η πιο μεγάλη απειλή για το σύστημα, και ταυτόχρονα προβάλλει σαν «Εθνική Ανάγκη». Αυτό το βλέπει ή το διαισθάνεται ο λαός. Το βλέπουν όλοι οι άλλοι, εκτός από αυτήν.
      Παρ’ όλα αυτά: Αυτή η Αριστερά είναι η μόνη που αντιστάθηκε, έστω με τον δικό της τρόπο, όλα αυτά τα χρόνια. Και κυρίως, είναι η μόνη που παθιασμένα αντιστέκεται και σήμερα. Και γι’ αυτό, είναι (δυστυχώς ή ευτυχώς) το μόνο όπλο στα χέρια μας.
     Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα ατσάλινο κλουβί, που οι δυο απέναντι τοίχοι του, ο φασισμός του συστήματος από τη μια και η ναζιστική μαφία από την άλλη, κινούνται κατά πάνω μας και δεν θα αργήσουν να μας συνθλίψουν. Μπροστά στα πόδια μας βρίσκεται πεσμένος ένας μοχλός. Λίγο σκουριασμένος αλήθεια, αλλά τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή δεν έχουμε. Ας τον σηκώσουμε στα μπράτσα μας και ας τον βάλουμε ανάμεσα στις δυο συμπληγάδες. Δεν είναι καιρός για μεμψιμοιρίες. Ας κρατήσουμε ανοιχτό το φως, όσο μπορούμε, γιατί «αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών». Ο δρόμος για τη ελευθερία είναι δύσκολος κι ανηφορικός, αλλά είναι ο μόνος δρόμος για να λυτρώσουμε το σώμα μας, την ψυχή μας και το πνεύμα μας. 

Χρήστος Χατζηχρήστος/alfavita.gr

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Πώς βιώνουν οι έφηβοι την οικονομική κρίση;


Δέκα έφηβοι μεταξύ 13-17 ετών, από διάφορες περιοχές της Αθήνας, αποκαλύπτουν τι σημαίνει γι’ αυτούς οικονομική κρίση. Ο λόγος τους απρόβλεπτος, αποκαλυπτικός, σκληρός αλλά και ευαίσθητος… αποτελεί έκπληξη, συγκίνηση, πρόκληση, πρόσκληση, τροφή του νου και της ψυχής.

         Σαν το θεό Ανταίο, που παίρνει δύναμη από το στέρεο πάτημα τον ποδιών του στο χώμα της μητέρας γης για να μπορέσει να πετάξει, ο έφηβος αναζητά και αυτός τη δύναμη εκείνη που θα τον απελευθερώσει και θα τον αφήσει να πετάξει, ελεύθερος και ευτυχισμένος στη ζωή του.

       «Θέλω να μην είμαι εξαρτημένη από τους άλλους… και όχι μόνο από τους γονείς, γενικά…» (Λένια).

       Το έδαφος από το οποίο ο έφηβος προσδοκά να αντλήσει δύναμη είναι αυτό των γονιών του, του σχολείου, των συνομηλίκων του και της ευρύτερης κοινωνίας. Έδαφος που στη παρούσα κοινωνική συγκυρία μοιάζει με κινούμενη άμμο.

«Νοιώθω ανασφάλεια... γιατί δεν θα υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες για όλους. Θα υπάρχει ανεργία πάντα και το να είσαι άνεργος είναι ό,τι πιο καταστροφικό πιστεύω και σε προσωπικό επίπεδο μετά. Δεν μπορώ να αυτονομηθώ!» (Σωτήρης).

Η ελληνική κοινωνία της οικονομικής κρίσης, δεν ενισχύει επαρκώς τις κατάλληλες συνθήκες για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητας του εφήβου. Ο έφηβος καθρεφτίζεται στην κοινωνία για να συγκροτήσει ταυτότητα, όπως ανάλογα το βρέφος καθρεφτίζεται στο βλέμμα της μητέρας του. Όταν η κοινωνία αυτή είναι τραυματισμένη, και το είδωλο θα καθρεφτιστεί ανάλογα.

Κατά τον Feldman (2010) οι έφηβοι βιώνουν την εφηβεία ως μια περίοδο άκρως στρεσογόνο. Ενδιαφέρον προκαλεί ο λόγος της Μελίνας που δένει την εφηβεία με τις κοινωνικές συνθήκες, περιγράφοντας την έκρηξη που προκαλείται από αυτό το μείγμα ως ένα «φοβερό ΜΠΑΜ», όταν πρόκειται για «κρίση»:

«Γίνεται μια έκρηξη και εσύ δεν ξέρεις πού να κρυφτείς, πού να συμμαζευτείς. Τίποτα. Διότι εσύ που είσαι έφηβος και είναι η ηλικία που όλα θέλεις να είναι τέλεια, θέλεις δηλαδή να ζεις στο κόσμο που έχεις ονειρευτεί, και όταν ήδη είσαι επηρεασμένος εσωτερικά, που δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις αυτό το όνειρο, είναι και έξω ακόμα χειρότερα από αυτό που μπορούσες ποτέ να φανταστείς … οπότε όλα αυτά συνδυάζονται μαζί και κάνουν ένα φοβερό… ΜΠΑΜ!... και μετά αυτό το ΜΠΑΜ δε συμμαζεύεται. Δηλαδή αυτή την έκρηξη δεν μπορείς να τη συμμαζέψεις εύκολα. Είναι πολύ πιο δύσκολο από ό,τι αν ήσουν σε μια κοινωνία η οποία άνθιζε και ήτανε στο ζενίθ της. Αυτό το ΜΠΑΜ είναι αγανάκτηση! (παύση) Αγανακτώ!» (Μελίνα).

Φαίνεται λοιπόν ότι η οικονομική κρίση, βιώνεται από τους εφήβους ως παράγοντας άγχους, που έρχεται και επικάθεται σε εκείνο που αναδύεται έτσι και αλλιώς, εξαιτίας της εφηβείας.

Ο ένας παράγοντας έκλυσης άγχους, η εφηβεία, πυροδοτεί τον άλλον -οικονομική κρίση- και αντίστροφα. Στη συνέχεια μυριάδες συναισθήματα αναφύονται.

Το κοινωνικό μήνυμα όμως που δέχεται ο έφηβος είναι διπλόσημο και αντιφατικό. Ο νέος ακούει τη φράση «Δεν είσαι πια παιδί», γεγονός που το ίδιο του το σώμα μαρτυρεί, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνία τον κρατά σε μια παρασιτική, μη ανεξάρτητη θέση, που μοιάζει με εκείνη του παιδιού. Η κοινωνία ευνουχίζει το νέο, κοινωνικά και ψυχοσεξουαλικά αφού του «απαγορεύει» να ξεδιπλώσει την ψυχοκοινωνική του ωριμότητα.

Η διπλόσημη κατάσταση («double bind») που βιώνει, του προκαλεί σύγχυση, πόνο και όλα αυτά τα συναισθήματα και τις σκέψεις, που ο λόγος των εφήβων αποκάλυψε.

Η Λένια βλέπει τον εαυτό της μπερδεμένο, σε ένα μείγμα αντιφατικών συναισθημάτων μεταξύ τους, αναφέροντας χαρά και λύπη. Όλο αυτό το χαρακτηρίζει ως «τρέλα»:

«Και είμαι λίγο… μπερδεμένη. Δεν ξέρω τι… αν είναι να χαρώ ή να στενοχωρηθώ. Είναι τρέλα. Τρέλα σε πιάνει…» (Λένια).

«Δε ξέρω. Πραγματικά δεν ξέρω. Αυτό είναι μπέρδεμα. Δε ξέρω. Με πιάνει… δε ξέρω… Χάνεσαι... […]… Δεν ξέρεις τι συναίσθημα έχεις. Είναι πολύ περίεργο (μειδιά θλιμμένα)… » (Λένια.)

«Πολλές φορές με πιάνουν τα κλάματα γιατί αγχώνομαι. Έχει τύχει να με πιάσουν τα κλάματα πολλές φορές μέσα στη μέρα και για πολλές μέρες συνεχόμενα.» (Λένια)

«είναι ένα χάος…. και εγώ με το παραμικρό πρόβλημα θέλω να αυτοκτονήσω ας πούμε (γελά)» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι επίσης μίλησαν για μια ολική καταστροφή, μια ολική κατάρρευση. Αναφέρθηκαν στη θλίψη και στον πόνο που τους προκαλεί η απώλεια της ζωής που είχαν πριν τη κρίση, ακόμα και η απώλεια της προηγούμενης εικόνας της χώρας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ας ακούσουμε την Αριάδνη:

«Και κάποτε η Ελλάδα ήταν μια χώρα με ανθρώπους τίμιους, ηθικούς που πολεμούσανε… ήτανε χώρα σημαντική, χώρα που επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία, τον κόσμο όλο, που πέρασε την γλώσσα της. Που εμείς εδώ εμφυσήσαμε το θέατρο, τον πολιτισμό, και τώρα πού είμαστε;» (Αριάδνη).

Οι αναφορές των εφήβων στη παρούσα μελέτη επιβεβαιώνουν τον Winnicott (1965) που τονίζει ότι ο έφηβος έχει απόλυτη ανάγκη να νοιώθει ότι το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται είναι άξιο της εμπιστοσύνης του, δηλαδή ούτε θα τον εκδικηθεί ούτε θα καταρρεύσει.

Όλοι οι έφηβοι ανεξαιρέτως εκφράσανε ότι βιώνουν κλονισμό της εμπιστοσύνης τους προς τη πατρίδα τους, τους κοινωνικούς θεσμούς και τα άτομα «δύναμης». Η απώλεια εμπιστοσύνης εκφράζεται με συναισθήματα θυμού, οργής και θλίψης.

Μερικά από τα παρακάτω αποσπάσματα, επιβεβαιώνουν την ανάγκη των παιδιών να νοιώσουν εμπιστοσύνη και από την άλλη μεριά την κοινωνική αδυναμία για να τους τη προσφέρει:

«Σε έναν άδικο κόσμο ζούμε. Αν είχαμε δημοκρατία, θα μπορούσαμε να κάναμε κάτι... (παύση) αλλά δεν έχουμε! (αλλαγή τόνου φωνής, σχεδόν ψιθυριστά) Τι έχουμε; Κεκαλυμμένη δικτατορία;!» (Αριάδνη).

«Σίγουρα νοιώθω αγανάκτηση και θυμό γιατί ξέρω ότι κάποιοι ανώτεροι ελέγχουν όλα αυτά και αυτοί οι ανώτεροι αντί να βελτιώσουν τη χώρα…» (Μελίνα).

«….πολιτικοί μέσα στη διαφθορά και στο σκάνδαλο που δεν θέλουν να καταλάβουν, να νοιαστούνε και κοιτάνε μόνο πως θα συνεχίσουν να έχουν αυτή την πορεία…» (Αριάδνη).

Σε ποια στέρεα κοινωνική βάση οι έφηβοι αυτοί θα μπορέσουν να διαμορφώσουν ατομική και κοινωνική ταυτότητα;

Σύμφωνα με τις απόψεις του Erikson (1990) και άλλων, η κλονισμένη εμπιστοσύνη των εφήβων στα σημαντικά πρόσωπα γι' αυτούς και την κοινωνία γενικότερα αποτελεί απειλή για την ομαλή ανάπτυξη της ταυτότητάς τους.

Από τον εφηβικό λόγο φάνηκε να υπάρχει έλλειμμα κοινωνικής νοηματοδότησης σε αυτό που κυρίως κάνουν οι έφηβοι, την κατάκτηση της γνώσης μέσα από τη σχολείο.

Από τη μια, η ανεργία που νοιώθουν ότι θα αντιμετωπίσουν και από την άλλη το βίωμα της οικονομικής κρίσης μέσα από τα πρόσωπα των καθηγητών και των γονιών τους, φαίνεται να τους θέτουν εμπόδια.

Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης φάνηκε να είναι το συναίσθημα της ματαιότητας. Ο Σωτήρης ως εξαιρετικός μαθητής αναρωτιέται αν κάνει το σωστό ή ασχολείται μάταια:

« Ό,τι εφόδια και να έχω σκέφτομαι μήπως πάω… ασχολούμαι τσάμπα;» (Σωτήρης).

«Νοιώθω αυτό το μάταιο λιγάκι. Ότι παίζει πολύ πια η τύχη, αν θα μπορέσεις να βρεις κάτι σταθερό και να πορευτείς με αυτό.» (Σωτήρης).

Οι έφηβοι θεώρησαν πως το άγχος των γονιών για τα οικονομικά, αποτελεί κύρια αιτία για τις φωνές, τους καυγάδες ακόμα και τις χειροδικίες ανάμεσα σε αυτούς και τους γονείς τους.

Η Κατερίνα και η Αριάδνη, λένε, χαρακτηριστικά: «έχει αγχωθεί περισσότερο η μάνα μου. Γενικά έρχεται σπίτι και όλο έχει άγχος… ε … τσακώνεται και με το πατέρα μου που δε βρίσκει λεφτά να στείλει… ε… γενικά η μάνα μου έχει επηρεαστεί πολύ.» (Κατερίνα).

Οι έφηβοι βίωσαν την οικονομική κρίση διαμέσου της κοινωνικής βίας που εισπράττει ο γονέας μεταφέροντάς την στο σπίτι και ξεσπώντας πάνω στα παιδιά. Το συσσωρευμένο του θυμό που ενδεχομένως αδυνατεί να εκφράσει στις πραγματικές πηγές του, τον βγάζει στη σχέση του με τα παιδιά μέσω λεκτικής και ακόμα και σωματικής βίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι έφηβοι πολύ καθαρά συνδέουν αυτή την «παραβατική» συμπεριφορά των γονιών τους με την υφιστάμενη κοινωνική συνθήκη της ανεργίας, την απώλεια στέγης, την οικονομική εξαθλίωση.

«Όπως και περιπτώσεις γονέων που χάνουν δουλειές, σπίτια και αυτά και αντί να προσπαθήσουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους ξεσπάνε πάνω στα παιδιά τους, τα δέρνουν, τα χτυπάνε… γιατί ξόδεψες εκεί 2 € και ξεκινάνε να τα χτυπάνε… καλά εκεί μπορώ να σκοτώσω το γονιό αν κάνει κάτι τέτοιο.» (Μελίνα).

Τα μάτια της Μελίνας είναι γεμάτα από τρόμο, η φωνή της γεμάτη από απόγνωση. Η καθημερινότητά της στο δρόμο είναι από μόνη της μια απειλή. Όλοι για εκείνη έχουν μετατραπεί σε υπόπτους, σε δυνητικούς εγκληματίες. Κάθε σκιά, κάθε παράξενος θόρυβος, κάθε κίνηση είναι σημάδι εγκλήματος:

«…αν σταματήσει κάποιος να με ρωτήσει κάτι, ξεκινώ και τρέχω και λέω τι θέλει αυτός εδώ; να με πάρει μέσα; Δεν είναι τόσο εκνευριστικό, όσο ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ (η Μελίνα μιλά με ένταση και φόβο στα μάτια της)… και δε ξέρω…» (Μελίνα).

Τελικά, οι έφηβοι περιγράφουν το βίωμά τους γεμάτο από φόβο και τρόμο με οδυνηρές συνέπειες στη καθημερινότητά τους και την ομαλή ψυχική τους ανάπτυξη. Από τις περιγραφές τους φαίνεται ότι οι έφηβοι απειλούνται περισσότερο από τον ίδιο, τον καθημερινά βιωμένο φόβο, παρά από το καθαυτό έγκλημα. Εκεί όμως που ο τόνος της φωνής τους δυναμώνει και τα παιδιά ορθώνουν το κορμί τους και το πρόσωπό τους λάμπει, είναι τότε που εκφράζουν θετικά συναισθήματα και ελπίδα για μια πιθανή ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης διατυπώνοντας την επιθυμία να πάρουν τη τύχη της ζωής τους στα χέρια τους.

Με τον τρόπο αυτό, ο εφηβικός λόγος μας θυμίζει ότι τα πάντα μπορούν να μεταλλαχτούν σε ευκαιρία αν η κρίση, μας οδηγήσει σε κρίση, σε σκέψη, και από εκεί σε αλλαγές προσωπικές και κοινωνικές.

«… αν μπορούσα… (σιωπή)… θα… (σιωπή)…. έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου και θα έφτιαχνα με το... , ελπίζω να μην ακουστεί κάπως αυτό… με το έτσι θέλω, μια καλύτερη κατάσταση.» (Αριάδνη).

Οι έφηβοι παρά το διάχυτο φόβο τους, απαλλαγμένοι από ενοχές, φάνηκε να δημιουργούν και να επινοούν τρόπους δημιουργικής θέασης του κόσμου. Αυτός ο τρόπος θέασης της πραγματικότητας τους δίνει περισσότερη ψυχραιμία και αισιοδοξία, στοιχεία που τους αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στη κρίση.

«Μου αρέσει πολύ που τρώμε όλοι μαζί στο μπαλκόνι. Είναι τόσο απλά πράγματα που μπορεί να σε κάνουν ευτυχισμένη… και είναι τα καλύτερα. (Γελάμε…)» (Αλίκη).

Η δημιουργία, για κάποιους από τους συμμετέχοντες, αποτελεί έναν ενεργητικό τρόπο αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης. Έκφραση συναισθημάτων, ιδεών… ονειροπόληση. Η τέχνη για την Αριάδνη λειτουργεί ως αντίδοτο σ’ αυτόν τον κοινωνικό μαρασμό.

«Προσπαθώ μέσα από το γράψιμο. Μου αρέσει να γράφω ποιήματα που το εκφράζουν αυτό….τα συναισθήματα λύπης και εκνευρισμού…» (Αριάδνη).

Η Μ. Καραπάνου (Τσαλίκογλου, 2008) αναφέρει, «Το παιδί… δεν αντέχει τη βία των ενηλίκων. Τι πιο φοβερή πράξη από το να μη σε αγαπάνε;» Η οικονομική κρίση φάνηκε σαν μια απουσία κοινωνικής αγάπης και φροντίδας προς τις εφηβικές ανάγκες. Οι συνεντεύξεις αποτέλεσαν ένα βίωμα πάνω στο βίωμα της κρίσης για τους εφήβους αλλά και για εμένα. Οι συμμετέχοντες εκφράσανε τη λυτρωτική δράση που είχε για αυτούς η διαδικασία των συνεντεύξεων:

«… υπάρχει κάποιος που αλήθεια θέλει να μάθει πώς σκεφτόμαστε εμείς, γιατί δεν έρχεται κανένας να ρωτήσει, όχι μόνο εμένα αλλά και άλλα παιδιά. Το μοίρασμα είναι ανακουφιστικό.» (Αριάδνη)

       «Ουφ! (βγάζει αέρα από μέσα της, έντονα). Νοιώθω ανακούφιση. Νοιώθω πολύ καλύτερα.» (Λένια).

       «… ένοιωσα… ότι τα μοιράζομαι με κάποιον… που νοιάστηκε για μένα…» (Ιάσονας).

       Τα λόγια των παιδιών επιβεβαιώνουν τη θέση του Erikson (1990) για τη θεραπευτική επίδραση της επίγνωσης και της αυτοπαρατήρησης, η οποία δυναμώνει την αντίληψη του ατόμου για τη κατάστασή του και τον κόσμο γύρω του.

       Ο λόγος των εφήβων τολμηρός, δυνατός, αληθινός, περιέγραψε τη ιστορία, την πρόβλεψε, τη σχεδίασε και τη δημιούργησε!-

Βιβλιογραφία Erikson, E. (1990). Η παιδική ηλικία και η κοινωνία. Αθήνα: Καστανιώτης. Winnicott, D.W. (1965): Adolescence: Struggling through the doldrums. In “Adolescent Psychiatry”, Eds S.C. Feinstein, P. L. Giovacchini, A. A. Miller, Vol I, 1971, Basic Books, New York. Τσαλίκογλου, Φ. (2008). Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς. Αθήνα: Καστανιώτης.

Από την πτυχιακή εργασία της Αναστασίας Αδάμ στο τμήμα ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Φωτεινής Τσαλίκογλου. (Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη/tvxs.gr/