Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Ο φόβος για το θάνατο

         Ο φόβος για τον θάνατο είναι κάτι πολύ φυσιολογικό και ανθρώπινο. Όλοι μας ανεξαιρέτως, φτωχοί και πλούσιοι, υγιείς και άρρωστοι, ικανοποιημένοι και δυστυχείς, μορφωμένοι και μη μορφωμένοι, μικροί και μεγάλοι ανησυχούμε για το θάνατο, γιατί είναι για την ανθρώπινη, πεπερασμένη μας φύση Το Άγνωστο. Το πεπερασμένο της ύπαρξης μας μας φέρνει αντιμέτωπους με πολλές, αλλά όχι άπειρες επιλογές.
          Ξέρουμε ότι πρέπει να επιλέξουμε κάποιες από όλες, θρηνούμε που χάνουμε όλες τις υπόλοιπες. Κρατιόμαστε με νύχια και με δόντια από τον έρωτα, το μέγα αντίδοτο του θανάτου. Είναι η κατάσταση εκείνη που αισθανόμαστε άτρωτοι, αιώνιοι, άφθαρτοι, ζωντανοί ως το μεδούλι. Συνδεόμαστε με τους άλλους, για να αντέξουμε τη θνητότητά μας και να μην επιτρέψουμε στη μοναξιά να διεισδύσει σα μικρόβιο στο αίμα μας. Ο φόβος θανάτου βρίσκεται πάντα κάτω από την επιφάνεια. Υπάρχει ακόμα και αν δεν μπορούμε να τον οσμιστούμε ή να τον αγγίξουμε και εμείς παρόλα αυτά χτίζουμε άμυνες-τα δικά μας κάστρα ασφαλείας- για να μην καταφέρει να τρυπώσει στη συνείδηση μας. Ο θάνατος με έναν τρόπο είναι τόσο παρών, όσο και η ίδια η ζωή.
              Ο φόβος του θανάτου είναι στην ουσία ο φόβος για το ανεκπλήρωτο. Για όσα δεν κατορθώνουμε να κάνουμε ή όσα υπερβαίνουν τις δυνατότητές μας. Είναι αντιστρόφως ανάλογος του πόσο νοιώθουμε ότι έχουμε ζήσει. Όσα περισσότερα ανεκπλήρωτα όνειρα έχουμε τόσο περισσότερο φοβόμαστε να πεθάνουμε. Ο καθένας από εμάς διαχειρίζεται διαφορετικά αυτό το άγχος. Μερικοί το εκδηλώνουν φανερά, έχοντας πλήρη επίγνωση του φόβου τους π.χ.Τι θα συμβεί όταν πεθάνω; Τι νόημα έχει τόσο παροδική ζωή; Άλλοι πάλι έχουν συγκαλυμμένο άγχος, δηλαδή δε φανερώνεται τόσο ανοιχτά με σκέψεις, όπως παραπάνω, αλλά ενδεχομένως να εμφανίζεται ο θάνατος στα όνειρά τους με συμβολική μορφή ή να ξυπνά το άγχος από δύσκολες καταστάσεις της ζωής, όπως μια σοβαρή αρρώστια ή ένας θάνατος προσφιλούς προσώπου.       
          Από τα 6 τους χρόνια και μετά τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται το θάνατο και να φοβούνται μήπως πάθουν κάτι οι γονείς τους. Στην εφηβεία, οι έφηβοι ξορκίζουν το θάνατο με μακάβρια αστεία, ζώντας στα άκρα και νιώθοντας μονίμως ερωτευμένοι. Οι νεαροί ενήλικες έχουν το άγχος να βρουν το ταίρι τους, για να διαιωνίσουν τη ζωή και το είδος. Στη μέση ηλικία, άνδρες και γυναίκες αρχίζουν να νιώθουν πως σιγά σιγά μεγαλώνουν, τα παιδιά τους ενηλικιώθηκαν, η παραγωγική ηλικία φθίνει. Τέλος στα γεράματα, κάνουν απολογισμό της ζωής και αναμένουν το αναπόφευκτο. Ο θάνατος βρίσκεται σε όλες τις φάσεις ζωής και το άγχος μας γι' αυτόν είναι σύμφυτο της ύπαρξής μας. Όπως δεν μπορούμε να κοιτάμε τον ήλιο για πολύ, επειδή θα τυφλωθούμε, έτσι δεν μπορούμε να αντικρύζουμε για πολύ το θάνατο κατάματα. Ο πόνος, η θλίψη αλλά και ο τρόμος που δημιουργεί μας αποδιοργανώνει και συχνά μας οδηγεί σε αυτό που θα αποκαλούσαμε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις: Καταθλιπτικά ή φοβικά σύνδρομα, ιδεο-ψυχαναγκασμούς, διαταραχές πανικού,διαταραχές του ύπνου αλλά και άλλες λιγότερο έντονες δυσκολίες προσαρμογής στο βασικό αυτό δεδομένο της ύπαρξης.  
         Ο Ίρβιν Γιάλομ, Αμερικανός ψυχίατρος- ψυχοθεραπευτής και από τους βασικούς εκπροσώπους της υπαρξιακής- ανθρωπιστικής ψυχολογίας ασχολείται πολύ με το θάνατο. Θεωρεί ότι η επίγνωση του θανάτου μπορεί να μας οδηγήσει σε μια γεμάτη και δημιουργική ζωή. Ένας από τους πιο σημαντικούς τρόπους αντιμετώπισης του τρόμου του θανάτου κατά τον Γιάλομ είναι η σύνδεσή μας με τους άλλους ανθρώπους. Υπάρχει μια αντίφαση.
         Ενώ είμαστε όντα κοινωνικά, πορευόμαστε μόνοι στο θάνατο και αποχωριζόμαστε όχι μόνο τους ανθρώπους γύρω μας, αλλά και την ίδια τη ζωή. Βιώνουμε προσωπική και υπαρξιακή μοναξιά. Και μόνο η παρουσία, η κατανόηση, η ενσυναίσθηση από κάποιον άλλο δίπλα μας, μας ανακουφίζει από το άγχος και το φόβο και μας δίνει ένα νόημα. Ο Γιάλομ επίσης μίλησε για το φαινόμενο των κυματισμών εν δράσει, δηλαδή για το πώς οι σκέψεις μας, οι πράξεις μας και η ζωή μας μπορούν να μείνουν στη μνήμη και να επηρεάσουν τις μελλοντικές γενιές κάτι που ανακουφίζει σε ένα βαθμό το φόβο της ανυπαρξίας.
           Επιπλέον, ο Βίκτορ Φράνκλ, Εβραίος ψυχίατρος ο οποίος επιβίωσε από το στρατόπεδο του Άουσβιτς περιγράφει στο βιβλίο του ‘Το νόημα της ζωής’ πώς κατάφερε να ζήσει τη στιγμή που χιλιάδες πέθαιναν μέσα στους θαλάμους αερίων ή από τις κακουχίες. Τόνισε όσο κανείς άλλος την ανάγκη του ανθρώπου για νόημα, εμπνευσμένος ίσως από τον Νίτσε : ‘Αυτός που έχει ένα γιατί για να ζήσει μπορεί να υπομείνει σχεδόν το κάθε πώς’. Ο καθένας από εμάς οφείλει για να ζήσει και όχι απλά να επιβιώνει, να βρει το προσωπικό του νόημα κόντρα στο άγχος του θανάτου. Για κάποιον μπορεί να είναι η οικογένεια, για κάποιον άλλον η θρησκεία, για έναν τρίτο η εργασία του, για έναν τέταρτο η προσφορά, για κάποιον άλλον η γνώση κ.ο.κ.
       Διατύπωσε επιπλέον την άποψη ότι σε όποιες συνθήκες και να βρεθεί κανείς, ακόμα και σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, είναι ελεύθερος γιατί όποια και αν είναι η συνθήκη μπορεί να επιλέξει τον τρόπο που θα αντιδράσει. Η δύναμη για να εκτελέσει αυτή την επιλογή προέρχεται από το νόημα το οποίο διέπει τη ζωή του. Εκείνον τον κράτησε ζωντανό η έντονη λαχτάρα να αντικρύσει την οικογένειά του πάλι και να εκδώσει το βιβλίο του με μια νέα πρόταση στην ψυχοθεραπεία.
           Τέλος, ο Γιάλομ λέει : «Μπορεί ο θάνατος να μας καταστρέφει σωματικά, αλλά η ιδέα του θανάτου μας σώζει». Η επίγνωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σαν κινητήτριος δύναμη για την ανάληψη της προσωπικής μας ευθύνης απέναντι στη ζωή μας. Η θνητότητά μας είναι η γνώση εκείνη που μπορεί να μας κάνει να νοηματοδοτήσουμε τα πράγματα εκ νέου και να αναδιαμορφώσουμε τη ζωή μας.
       Ασθενείς με καρκίνο συχνά λένε : ‘Κρίμα που έφτασα στο θάνατο για να μάθω να ζω’. Άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας συχνά λένε : ‘ Κρίμα τώρα που οδεύω στο τέλος, να καταλάβω τι είναι πια σημαντικό’ . Η επαφή με το φόβο μας μπορεί να μας δώσει μια ευκαιρία αυτοπραγμάτωσης και ζωής με περιεχόμενο και αξία.
         Ράνια Πανουργιά, ψυχολόγος

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

"Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα"

Σημάδια
Ύστερα από τριάντα χρόνια
κατέβασα τα κάδρα από τους τοίχους.
Τα σημάδια -στόματα ανοιχτά- με φώναξαν
μ’ όλα μου τα ονόματα.
 Τα κάδρα τα κρέμασα με ακρίβεια στη θέση τους.
Έπρεπε να κλείσω γρήγορα τα στόματα.
 Για μετακόμιση ούτε κουβέντα…

Έρωτας
Αποβραδίς βροχή καταρρακτώδης
έκαμε να λάμψουν τα κεραμίδια της σοφίτας μου.
Οι υδρορροές μπούκωσαν, υγρασία φούσκωσε τους τοίχους.
Η βροχή σταμάτησε.
Άντε πάλι απ’ την αρχή μερεμετίσματα…

Ακουαρέλα
Ένα πεντάχρονο παιδί κι ένα ενήλικο καλοκαίρι
κατάχαμα στο Σαντριβάνι
κοιτάζουν το αλογάκι που λύθηκε και τώρα πετάει
στον ουρανό του λιμανιού.
Το παιδί κλαίει.Το καλοκαίρι ξέρει.
Το αλογάκι μια κουκίδα,
ο σπάγκος μπλεγμένος στα χέρια του παιδιού.

Ημερολόγιο
Φτιαγμένη από υλικά φιλικά προς το περιβάλλον
χώμα έγινα πάλι σήμερα.

Γλίστρες
Αυτή μας η συνάντηση, βροχερή.
Πέντε οργιές ανέβηκε η στάθμη του νερού.
Μέσα σε δυο ώρες
στα σκαλιά μου φύτρωσαν
βρύα και λειχήνες.
Δεν υπάρχει έξοδος, οι γλίστρες παραμονεύουν.

Ελευθερία
Με παρηγορεί που ο χρόνος είναι αειθαλής
 κι ας είναι η ζωή μας φυλλοβόλα.

Ξηροί καρποί
«Οι παλιές αγάπες»
τώρα στις συναντήσεις τους
σαν τους ξηρούς καρπούς.
Λένε, τσιμπολογάνε και περνά ο καιρός.
Αχ! κείνα τ’ αμύγδαλα τα πράσινα και τραγανά
μα και τα μαύρα μελωμένα σύκα…


Απώλειες
Θυμήσου να πετάξεις
τα αποξηραμένα τριαντάφυλλα.
Δεν είναι για να τα κρατάς καιρό
μόνο λίγο
όσο για να συνηθίσεις την απουσία.

Τα πολύτιμα
Ένα πεπόνι σα γήινη σφαίρα
μου έφεραν χαρούμενοι οι φίλοι μου
και γίνηκε με μιας, το σπίτι μου μποστάνι!
Τι θαρρείς;
Πικρό
Ενίοτε το αποτέλεσμα
ξεθωριασμένο αντίγραφο της πρόθεσης,
μου χαμογελά χαιρέκακα.

Παρών
Σημαιοφόρος ήταν στην παρέλαση,
όταν το σαράκι κυρίευσε το κοντάρι της σημαίας.

Σημείο στίξης
Να θυμάσαι,
μέσα στο θαυμαστικό
βρίσκεται κι η τελεία.

Νόστιμον ήμαρ
Όσο περνούν τα χρόνια
Τόσο πιο πολύ μιλώ με τους ανθρώπους μου που έχουν φύγει.
Κι όλο και περισσότερο τους νιώθω δίπλα μου.
Μάλιστα χθες, έφαγα παρέα με τους γονείς μου «πατάτες με τα μάραθα».
Πεντανόστημες!

Ουδέν
Μια χειραψία τυπική
με τα χέρια που κάποτε μου προκαλούσαν εκτινάξεις.
Τα χέρια του τώρα, οποιαδήποτε χέρια.
Τα αμεταχείριστα
Οι παιδικές πιζάμες, μου στένευαν τα όνειρα.
Μια μέρα δεν άντεξα άλλο, τις έσκισα και τις πέταξα.
Μουδιασμένα, αμεταχείριστα, χρόνια και όνειρα,
έπεσαν στο πάτωμα.

Έτη φωτός
Διάττοντες αστέρες τα όνειρα και τούτη τη νυχτιά.
Θραύσματα της σύγκρουσης των πλανητών
της μικρής ζωής μου.
Έτη φωτός…
Ένα θραύσμα άρκεσε, να με κυκλώσουν οι φόβοι.
Με σκουριασμένα όπλα από παλιούς πολέμους,
 που ο πατέρας μου στόλιζε στους τοίχους του σπιτιού μας.
Με σκουριασμένα όπλα
με βρήκε το ξημέρωμα
όρθια στητή στις πολεμίστρες.

Εκ βαθέων
Από καιρό ήθελα να σου μιλήσω
για τη μοναξιά.
Εξακολουθεί να μ’ επισκέπτεται
με τη συχνότητα της πλημμυρίδας.
Φύκια σηκώνονται από το βυθό
αγκαλιάζουν και σφίγγουν το κορμί μου.
Ποια άνωση;
Μα πού κοιτάς καλέ μου;
Από εδώ σου μιλώ.
Από εδώ, που βγαίνουν οι φυσαλίδες…

Ανελλιπώς
Με τις τρύπες στα πόδια τρεκλίζοντας κι αγκομαχώντας
ανηφορίζει ὁ Ιησούς το μονοπάτι με τους ασπαλάθους.
Με τις τρύπες στα χέρια,παραμερίζει τα βάτα
να παραδώσει την Ανάσταση.

Μαρινέλα Βλαχάκη, από την ποιητική συλλογή «Τα πολύτιμα» 2010
www.poiein.gr