Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Περιορίζονται ακόμη περισσότερες οι ευκαιρίες των γυναικών στο Ιράν !

    Η γιαγιά μου ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν μαθηματικά και φυσική στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Όταν αποφοίτησε, το 1905, το πανεπιστήμιο τής απένειμε ανώτατη τιμητική διάκριση, που όμοιά της δεν είχε λάβει καμία άλλη γυναίκα.
        Πάνω από έναν αιώνα μετά, θα υπέθετε κανείς ότι πλέον έχουμε ξεπεράσει την πεποίθηση ότι οι γυναίκες δεν έχουν θέση στην ανώτατη εκπαίδευση, ανεξαρτήτως επιστημονικού πεδίου. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα δυσάρεστο το γεγονός ότι πάνω από 30 ιρανικά πανεπιστήμια απέκλεισαν τις φοιτήτριές τους από περισσότερα από 70 μαθήματα, από μηχανολογία, πυρηνική φυσική και πληροφορική έως αγγλική λογοτεχνία, αρχαιολογία και επιχειρηματικότητα.
        Σύμφωνα με την Σιρίν Εμπαντί, ιρανή δικηγόρο και ακτιβίστρια υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βραβευμένη με Νομπέλ Ειρήνης, οι απαγορεύσεις αυτές αποτελούν μέρος κυβερνητικής πολιτικής που έχει στόχο να περιορίσει τις ευκαιρίες των γυναικών στη δημόσια σφαίρα.
         Η ειρωνεία είναι ότι, σύμφωνα με την UNESCO, το Ιράν διαθέτει παγκοσμίως την υψηλότερη αναλογία φοιτητριών/φοιτητών. Τον περασμένο χρόνο, οι γυναίκες αποτελούσαν το 60% των συνολικών φοιτητών που πέτυχαν στις πανεπιστημιακές εξετάσεις και μάλιστα διακρίθηκαν σε επιστήμες που παραδοσιακά θεωρούνται ανδροκρατούμενες, όπως η μηχανολογία.
        Μπορεί να είναι η ίδια η επιτυχία των φοιτητριών ή και ο ρόλος των μορφωμένων γυναικών που αντιτάσσονται στο θεοκρατικό χαρακτήρα του Ιράν που έκανε την κυβέρνηση να θέλει αντιστρέψει την τάση αυτή. Πλέον, γυναίκες όπως η Νουσίν, φοιτήτρια από την Εσφαχάν, η οποία δήλωσε στο BBC ότι θέλει να γίνει μηχανολόγος μηχανικός, δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις φιλοδοξίες τους, παρά τις υψηλές επιδόσεις τους στις εισαγωγικές εξετάσεις.
       Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η ιδέα της ισότητας των φύλων αποτελεί μία συγκεκριμένη πολιτισμική θεώρηση των πραγμάτων και ότι εμείς οι Δυτικοί θα πρέπει να πάψουμε να προσπαθούμε να την επιβάλουμε στις άλλες κουλτούρες.

  Πράγματι, τα ισλαμικά κείμενα προβάλλουν ποικιλοτρόπως την υπεροχή του άνδρα έναντι της γυναίκας. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση των χριστιανικών και εβραϊκών ιερών κειμένων. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση, άνευ διακρίσεων, διαφυλάσσεται από πληθώρα διεθνών διακηρύξεων και συμφώνων, όπως η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την οποία έχουν υπογράψει σχεδόν όλες οι χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν.
         Οι διακρίσεις κατά των γυναικών αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου φάσματος προκαταλήψεων στο Ιράν, ιδίως ενάντια σε όσους δεν είναι ούτε μουσουλμάνοι, ούτε μέλη κάποιας εκ των τριών μειονοτικών θρησκειών (Ζοροαστριανισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός) που αναγνωρίζονται στο Ιρανικό Σύνταγμα. Επί παραδείγματι, για να εγγραφεί κανείς στο πανεπιστήμιο, πρέπει να δηλώσει μία από τις τέσσερις αναγνωρισμένες αυτές θρησκείες. Άθεοι, αγνωστικιστές, αλλόθρησκοι ή αλλόδοξοι δεν γίνονται δεκτοί.
       Φανταστείτε πώς θα αντιδρούσαμε εάν κάποιος προσπαθούσε να δικαιολογήσει φυλετικές διακρίσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι λάθος να επιβάλεις την κουλτούρα σου στους άλλους. Αυτή ήταν άλλωστε για πολλά χρόνια η «κουλτούρα» ορισμένων περιοχών των ΗΠΑ, όπου άνθρωποι αφρικανικής καταγωγής έπρεπε να κάθονται στο πίσω μέρος του λεωφορείου και να πηγαίνουν σε ξεχωριστά σχολεία, νοσοκομεία και πανεπιστήμια.
        Αυτή ήταν η «κουλτούρα» και της Νοτίου Αφρικής του Απαρτχάιντ, όπου οι μαύροι έπρεπε να ζουν χωριστά από τους λευκούς και να λαμβάνουν ξεχωριστή και κατώτερης ποιότητας εκπαίδευση.
           Το ίδιο συμβαίνει και στο Ιράν. Οι δεσποτικοί ηγέτες του είναι όλοι άνδρες και μουσουλμάνοι. Ο πνευματικός ηγέτης της χώρας Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ζήτησε το 2009 «ισλαμοποίηση» των πανεπιστημίων, η οποία οδήγησε σε αλλαγή του κύκλου σπουδών και αντικατάσταση ορισμένων ακαδημαϊκών με πιο συντηρητικούς καθηγητές. Πριν από δύο μήνες, ο Χαμενεΐ δήλωσε ότι οι Ιρανοί θα έπρεπε να επιστρέψουν στις παραδοσιακές τους αξίες και να κάνουν περισσότερα παιδιά - σαφής υπαινιγμός για το ρόλο των γυναικών.
        Οι διεθνείς κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στο Ιράν επιδιώκουν να εμποδίσουν την κατασκευή πυρηνικών όπλων από το καθεστώς, όμως όχι και να το πείσουν να θέσει τέρμα στις διακρίσεις εναντίον των γυναικών ή των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Δεν γίνεται μποϊκοτάζ στα ιρανικά πανεπιστήμια, ούτε και στα υπόλοιπα προϊόντα της χώρας, όπως συνέβαινε με εκείνα της Νοτίου Αφρικής του Απαρτχάιντ. Φαίνεται λοιπόν ότι είμαστε πιο ανεκτικοί απέναντι στις διακρίσεις βάσει φύλου και θρησκείας, από ό,τι στις φυλετικές και εθνικές διακρίσεις.
          Ίσως μπορούμε να δεχθούμε πιο εύκολα ότι οι βιολογικές διαφορές ανδρών και γυναικών είναι ανάλογες της θέσης που έχουν στην κοινωνία. Υπάρχουν τέτοιες διαφορές και δεν είναι μόνο σωματικές. Το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν περισσότεροι άνδρες μηχανικοί από ό,τι γυναίκες δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα διακρίσεων κατά των γυναικών. Μπορεί απλώς να επέλεξαν το επάγγελμα αυτό περισσότεροι άνδρες από ό,τι γυναίκες.
        Ωστόσο, αυτό το ζήτημα είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο των γυναικών οι οποίες, ενώ επιθυμούν να γίνουν μηχανικοί και διαθέτουν όλα τα προσόντα να σπουδάσουν μηχανολογία, στερούνται την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους. Αποκλείοντας τις γυναίκες από μαθήματα που είναι ανοικτά για τους άνδρες, το Ιράν προβαίνει σε διακρίσεις αντίστοιχες και εξίσου καταδικαστέες με τις ρατσιστικές.
Πίτερ Σίνγκερ,καθηγητής Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον/tovima.gr

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Το συγκλονιστικό σχολείο της γέφυρας

          Ένας αθέατος ήρωας του καιρού, μαζεύει κάθε μέρα τα παιδιά μιας παραγκούπολης και τα μαθαίνει γράμματα, κάτω από μια γέφυρα στην Ινδία.
          Στο Νέο Δελχί, κάτω από μια γέφυρα του metro, συντελείται καθημερινά ένα μικρό θαύμα. Γύρω στα 70 παιδιά, από τις γειτονικές παραγκουπόλεις, παρακολουθούν μαθήματα στο υπαίθριο σχολείο που έχει στήσει εκεί ένας αφανής ήρωας: Ο 40χρονος Rajesh Kumar Sharma. Πατέρας τριών παιδιών και ο ίδιος ο Sharma, υποχρεώθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων να παρατήσει το Κολλέγιο, όπου σπούδαζε. Και όπως παρατήρησε για τι ίδιο ακριβώς συνέβαινε με πολλά παιδιά στην περιοχή. Δεν πήγαιναν σχολείο, γιατί οι οικογένειές τους δεν το άντεχαν οικονομικά.
        «Όποτε περνούσα από την περιοχή, έβλεπα παιδιά να χασομεράνε από εδώ κι από 'κει, σπαταλώντας το χρόνο τους» είπε ο ίδιος, εξηγώντας πώς ξεκίνησε το όλο εγχείρημα. Σκέφτηκε λοιπόν να δημιουργήσει ένα δωρεάν σχολείο. Και επειδή δεν είχε καν την οικονομική δυνατότητα να χτίσει – ή έστω να νοικιάσει – ένα μέρος, για να κάνει μάθημα, έβαψε δύο τοίχους μαύρους για να τους χρησιμοποιήσει σαν πίνακα της τάξης και άρχισε να διδάσκει κάτω από μια γέφυρα.
         Παράλληλα, προσπάθησε να πείσει τους εργάτες και τους αγρότες της περιοχής, να επιτρέψουν στα παιδιά τους να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, αντί να δουλεύουν, για να συμπληρώσουν το οικογενειακό εισόδημα. Και πράγματι. Σύντομα, άρχισαν να καταφθάνουν στο «υπαίθριο σχολείο» παιδιά που υπό άλλες συνθήκες θα δούλευαν από εδώ και από κει, χωρίς να έχουν την παραμικρή τύχη να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη μοίρα της φτώχειας.

        Πλέον ο «καλός σαμαρείτης της εκπαίδευσης» δεν είναι μόνος. Τον βοηθάει και ο Laxmi Chandra, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής. «Δεν παίρνω καν απουσίες», λέει ο Chandra. «Στα παιδιά αρέσει να έρχονται εδώ, γιατί δεν υπάρχουν οι περιορισμοί των κανονικών σχολείων και θέλουμε να το κρατήσουμε έτσι» Ο εμπνευστής του σχολείου της γέφυρας, θεωρεί ότι το μεγαλύτερό του επίτευγμα, είναι η αλλαγή νοοτροπίας στους γονείς, ότι δηλαδή τους έπεισε να επενδύσουν στη μόρφωση των παιδιών τους, γιατί έτσι μπορούν να τους προσφέρουν μια καλύτερη μοίρα.
      «Ο δάσκαλός μας, μας λέει πως για να αντιμετωπίσεις τη φτώχεια, πρέπει να ανοίγεις το μυαλό σου και αυτό γίνεται μόνο με τη μόρφωση», είπε στην τοπική εφημερίδα ένας 15χρονος μαθητής του Sharma.
    lifo.gr

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Aκραία «λύση» για ακραία προβλήματα η επαναφορά της θανατικής ποινής στην Ελλάδα

    Παρασκευή 25 Αυγούστου. Ο 27χρονος ηλεκτρολόγος Βασίλης Λυμπέρης εξομολογείται σε ιερέα. Εξετάζεται από γιατρό και αποδεικνύεται ότι είναι υγιής. Τρώει το φαγητό της ημέρας στη φυλακή και μεταφέρεται από τις φυλακές Αλικαρνασσού στο γειτονικό πεδίο βολής με μια πομπή πέντε αυτοκινήτων.

     Τον ρωτούν αν έχει κάποια τελευταία επιθυμία και απαντά αρνητικά. Δώδεκα φαντάροι στέκονται απέναντί του. Οι μισοί έχουν άσφαιρα πυρά, οι άλλοι μισοί κανονικά.Ο νόμος ορίζει ότι καμία εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει πριν από το χάραμα κι έτσι, μόλις βγει ο ήλιος, δίνεται η εντολή. Ο καταδικασμένος σε θάνατο πέφτει νεκρός.
     Λίγους μήνες πριν, τον Ιανουάριο του 1972, είχε βάλει φωτιά στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, σκοτώνοντας γυναίκα, πεθερά και τα δύο παιδιά του. Την επόμενη ημέρα, οι εφημερίδες, λογοκριμένες από τη χούντα, γράφουν τυπικά τις λεπτομέρειες, στις πίσω σελίδες.
          Ξημέρωνε Παρασκευή 25 Αυγούστου του 1972, όταν το ελληνικό κράτος αφαιρούσε για τελευταία φορά, με επίσημη εντολή του, τη ζωή ενός ανθρώπου. Η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε ποτέ ξανά. Καταργήθηκε με νόμο το 1994 και συνταγματικά το 2001.Αυτή τη στιγμή, 58 έθνη σε όλον τον κόσμο εφαρμόζουν τη θανατική ποινή. Η Διεθνής Αμνηστία ανακοινώνει ότι ο αριθμός θα μειώνεται διαρκώς. Στην Αμερική, 21 Πολιτείες την έχουν καταργήσει και ο αριθμός των εκτελέσεων μειώνεται σταδιακά.
     Η λογική των υπέρμαχων είναι κάπως αόριστη: «Ο φόβος μειώνει τις πιθανότητες επανάληψης των εγκλημάτων». Η στατιστική έχει άλλη άποψη, αφού, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ η εγκληματικότητα είναι έξι φορές μεγαλύτερη αναλογικά από ό,τι στη Βρετανία ή στην Αυστραλία, όπου δεν υφίσταται η τιμωρία της θανατικής ποινής. Στο Τέξας, μία από τις πιο αιμοδιψείς Πολιτείες, τα ποσοστά δολοφονιών είναι διπλάσια από το Γουισκόνσιν, στο οποίο δεν εφαρμόζεται η ποινή.    
   Τα κύρια επιχειρήματα υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής είναι τα εξής:
   Πρώτον, η επιβολή και εκτέλεση της θανατικής ποινής θα έχει αποτρεπτικές συνέπειες. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσουν οι δολοφονίες, αλλά είναι αναμενόμενο ότι θα μειωθούν. Ωστόσο, στη Γαλλία, στο διάστημα 1970-1980, προ της κατάργησης της θανατικής ποινής έγιναν πέντε δολοφονίες ανηλίκων, ενώ μετά την κατάργηση, στο διάστημα 1984-1993, οι δολοφονίες ανηλίκων αυξήθηκαν σε 84, δηλαδή αυξήθηκαν κατά δεκαεφτά φορές!
   Δεύτερον, έχει αποδειχθεί ότι δολοφόνοι που δεν εκτελέστηκαν μετά την καταδίκη τους, επανέλαβαν το έγκλημα μέσα στη φυλακή ή έξω. Είναι γνωστή περίπτωση του Τζακ Αμποτ, συγγραφέα του έργου In the Belly of the Beast και δολοφόνου δύο ανθρώπων, του δεύτερου δύο εβδομάδες μετά την έξοδό του από τη φυλακή, όπου είχε εγκλεισθεί για τον πρώτο φόνο.
   Τρίτον, η ποινή δεν επιβάλλεται μόνο, για να αποτρέψει την επανάληψη της πράξης, αλλά ταυτόχρονα, για να αποδοθεί δικαιοσύνη και να αποκατασταθεί η ισορροπία στην ψυχή όσων υπέφεραν από το έγκλημα. Σε πολλές περιπτώσεις μόνο η θανατική ποινή μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη.
   Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν δύο σοβαρά επιχειρήματα για την κατάργηση της θανατικής ποινής, γενικά, και συνεπώς τη μη επαναφορά της στην πατρίδα μας.
   Το πρώτο επιχείρημα είναι ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης και συνεπώς η δυνατότητα επιβολής θανατικής ποινής αποτελεί έναν επικίνδυνο μηχανισμό νόμιμης εκτέλεσης αθώων. Το επιχείρημα αυτό είναι πράγματι ισχυρό. Υπάρχουν όμως αντεπιχειρήματα, όπως, π.χ., ότι σε πολλές περιπτώσεις ο δολοφόνος ομολογεί ή ότι υπάρχουν αδιάσειστα και επιστημονικά αδιάψευστα στοιχεία ή ακόμη ότι μπορεί να απαιτείται η παρέλευση εύλογου χρόνου μεταξύ καταδίκης και εκτέλεσης.

   Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ της μη επαναφοράς της θανατικής ποινής είναι ότι η θεσμοθέτηση του θανάτου αποτελεί αδιανόητη, για την εποχή μας, προσβολή του πολιτισμού. Είναι φυσικό και αναμενόμενο οι άνθρωποι να πεθαίνουν λόγω γήρατος, λόγω ασθενειών ή εξαιτίας ατυχημάτων, αλλά είναι παράλογο για μια κοινωνία, ως συλλογική οντότητα, να θεσμοθετεί τον θάνατο. Μια απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι η κοινωνία οφείλει να προστατεύει τα μέλη της ακόμη και όταν αυτό απαιτεί τον θάνατο ορισμένων και κυρίως, όταν οι εγκληματίες, ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί, είναι σε πλήρη γνώση του τι κάνουν, σχεδιάζουν και εκτελούν εν ψυχρώ τις εγκληματικές πράξεις τους σε βάρος ανύποπτων, αδύναμων, ανήλικων και απροστάτευτων ατόμων.
     Η συζήτηση στην Ελλάδα για την επαναφορά της θανατικής ποινής έχει φουντώσει, κυρίως από το περασμένο καλοκαίρι και το ανατριχιαστικό έγκλημα της Πάρου. Είναι ίσως λογική η εξίσωση: εγκληματικότητα, αδυναμία ελέγχου, λαϊκισμός και στο τέλος ακραίες «λύσεις» για ακραία προβλήματα και ακόμη πιο ακραία ακροατήρια.
     Ποιος, όμως, πιστεύει ότι στην Ελλάδα του πανικού, στην Ελλάδα του 2013, στην Ελλάδα, όπου όλοι γρυλίζουν και μυρίζουν αίμα, μιλούν για κρεμάλες, στην Ελλάδα, όπου το μίσος τείνει να γίνει επίσημος θεσμός, υπάρχει καθαρό μυαλό, δικαιοσύνη και εμπιστοσύνη στις αρχές για μια δίκαιη εκτέλεση; Προφανώς κανείς λογικός άνθρωπος που παρακολουθεί την επικαιρότητα, τις περίεργες δικαστικές αποφάσεις, το μπλέξιμο της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας.
     Μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει πως σύμφωνα με το άρθρο 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί στην ποινή του θανάτου, ούτε να εκτελεστεί». Είναι μία από τις προϋποθέσεις, για να είμαστε στην Ευρώπη.Οπότε, κάθε εντυπωσιοθηρική και  επικίνδυνη δήλωση υπέρ της επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Ελλάδα είναι ανούσια σαν ένας πυροβολισμός με άσφαιρα. Μοιάζει με λάδι στη φωτιά από ανθρώπους που θα πληρώνονται, για να τη σβήνουν.
tovima.gr

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Περί αξιολόγησης

      Με αφορμή την κατάθεση για διαβούλευση του προσχεδίου του Π.Δ. για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, θεωρούμε σκόπιμη την κατάθεση των παρακάτω προβληματισμών:
Α) Αρχικά, επί της αρχής, θεωρούμε απαράδεκτη την αξιολόγηση με τα ίδια κριτήρια των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, καθώς είναι προφανές ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στόχων ανάμεσα στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση-στην υποχρεωτική και προαιρετική- όπως και διαφορές στην ηλικία των παιδιών, τα ενδιαφέροντά τους και τη δομή του σχολικού προγράμματος.
Β)Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, ιδιαίτερη βαρύτητα για τη θετική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού φαίνεται να έχει η συμμετοχή του σε προγράμματα (π.χ. Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, Αγωγής Υγείας κ.ά.). Θεωρούμε ότι, αν τελικά εφαρμοστεί κάτι τέτοιο, αδικούνται κατάφωρα οι καθηγητές Λυκείου και ιδιαίτερα όσοι διδάσκουν τα μαθήματα κατεύθυνσης και τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα. Οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί επιτελούν έργο αυξημένης ευθύνης, υφίστανται ιδιαίτερη πίεση καθ’όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους, αφιερώνουν πολύ χρόνο για την προετοιμασία του εκπαιδευτικού τους έργου και, ως εκ τούτου δεν έχουν χρόνο για τη συμμετοχή τους σε προγράμματα.
       Επιπλέον, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, προγράμματα αναλαμβάνουν συνήθως εκπαιδευτικοί που δεν έχουν τη δυνατότητα συμπλήρωσης ωραρίου με μαθήματα της ειδικότητάς τους. Επομένως, συχνά, ακόμη κι αν κάποιος εκπαιδευτικός που συμπληρώνει ωράριο με τα μαθήματα ειδικότητας επιθυμεί να αναλάβει πρόγραμμα, αυτό δεν είναι πάντοτε εφικτό. Κρίνουμε, λοιπόν, ότι είναι κατάφωρα άδικο να αξιολογούνται με εκ προοιμίου τιμωρητική διάθεση οι εκπαιδευτικοί που αναλαμβάνουν την πιο αγχογόνα διαδικασία της σχολικής ζωής, την προετοιμασία-γνωστική και ψυχολογική-των μαθητών για τις πανελλαδικές εξετάσεις κι όσοι εστιάζουν στα μαθήματα της ειδικότητάς τους, δεδομένου ότι το εκπαιδευτικό έργο είναι κατεξοχήν διδακτικό και παιδαγωγικό.

Γ)Άδικη θεωρούμε, επίσης, τη σχετική πρόβλεψη για την κατάταξη των εκπαιδευτικών σε κατηγορίες διδακτικής επάρκειας. Στο συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται ότι κριτήριο για την κατάταξη του εκπαιδευτικού στην κατηγορία «πολύ καλός» είναι και η φοίτησή του σε ΣΕΛΕΤΕ και ΣΕΛΔΕ. Το μέτρο αδικεί προφανέστατα τους νεότερους εκπαιδευτικούς, αφενός γιατί κανένας από αυτούς δεν είχε τη δυνατότητα να φοιτήσει σε ΣΕΛΕΤΕ, αφετέρου γιατί τα ΠΕΚ, που πέρασαν υποχρεωτικά όλοι οι νέοι συνάδελφοι, αλλά και ο ΑΣΕΠ(άραγε δεν ήταν ενός είδους αξιολόγηση;)δεν αποτελούν κανενός είδους τεκμήριο.
       Κλείνοντας, θέλουμε να επισημάνουμε ότι για να γίνει αποδεκτό οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης θα πρέπει να πείσει ότι είναι αδιάβλητο, αντικειμενικό και –κυρίως-δίκαιο . Αλλιώς, μιλάμε για ένα ακόμη ισοπεδωτικό και άδικο μέτρο, όπως τα περισσότερα από όσα ζήσαμε τα τελευταία χρόνια, που θα πλήττει και θα τιμωρεί τους συνεπείς και υπεύθυνους εκπαιδευτικούς. Και πιθανόν καθίσταται πιο επίκαιρη από ποτέ η γνωστή ρήση του Αριστοτέλη: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση αντιμετώπιση των άνισων».