Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Καλό ταξίδι, δάσκαλε...

            Ήρθε στο σχολείο να μας μιλήσει το Μάϊο. Κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια, για να επικοινωνήσω μαζί του, γιατί ήταν πολυάσχολος, αλλά εκ πεποιθήσεως αρνιόταν να αγοράσει κινητό.Μου έκανε εντύπωση η προθυμία του να ανταποκριθεί στην πρόσκλησή μας.
       Ωστόσο, όταν άνοιξε την ατζέντα του για να κλείσουμε την ημερομηνία, διαπίστωσα ότι ήταν κλεισμένος να μιλήσει σε σχολεία, ακόμη και σε νησιά, για τους δύο επόμενους μήνες! Χωρίς να κερδίζει τίποτα, πήγαινε όπου τον καλούσαν, για να είναι πάντα κοντά σε παιδιά. Τον προέβαλα μετά ως πρότυπο ζωντάνιας και ανιδιοτέλειας στους μαθητές μου.Ένας πραγματικός πνευματικός άνθρωπος στην εποχή μας.
          Το θέμα της ομιλίας ήταν "οικονομική κρίση και παιδεία".Το ραντεβού ήταν για τις 12.30, αλλά ένας ταξιτζής τον ξεγέλασε. Έτσι είπε αργότερα στα παιδιά. Του είπε ότι γνώριζε το σχολείο και τον πήγε σε άλλη συνοικία. Με το αρνητικό παράδειγμα του ταξιτζή, ενός ανθρώπου, χωρίς παιδεία, ξεκίνησε την ομιλία του.Δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάρει τα χρήματα, που του δώσαμε για το ταξί.
         Η ομιλία του δεν ήταν ομιλία. Ήταν κανονικό μάθημα για μικρούς και μεγάλους.Μόλις μπήκε στην τάξη, απλώθηκε μια σιωπή σεβασμού. Όταν τελείωσε και ρώτησα μια μαθήτριά μου πώς της φάνηκε, μου είπε :"δεν περίμενα ότι ο ομιλητής θα ήταν τόσο αξιοπρεπής!" Το κορίτσι δεν μπορούσε να βρει άλλη λέξη που να εκφράζει το ήθος του μεγάλου δασκάλου. Κανείς δεν κουνήθηκε μέχρι τις 2.00 κι ας τους είχαμε πει ότι μπορούν να φύγουν όποτε έπιθυμούσαν. Μας καθήλωσε όλους με το λόγο του και τη σοφία του.
        Κι όταν διώξαμε τα παιδιά, για να πάνε να φάνε, εμείς οι καθηγητές μαζευτήκαμε γύρω του και μείναμε μαζί του για άλλη μια ώρα. Σαν τα μικρά παιδιά είχαμε ανάγκη και μεις να μιλήσουμε για τις δυσκολίες μας και τα σύγχρονα αδιέξοδα της εκπαίδευσης.Να δείξουμε ηρωισμό, μας είπε, γιατί μόνο οι δάσκαλοι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.Μα ήδη αγωνιζόμαστε πολύ, αντιστάθηκα εγώ. Χρειάζεται κι άλλο μου είπε εκείνος, γιατί τα προβλήματα είναι πολλά και μόνο με θαύματα μπορούν να γίνουν αλλαγές.
      Μετά τον παρακαλέσαμε να του κάνουμε το τραπέζι, αλλά δεν προλάβαινε. Είχε κι άλλη υποχρέωση σε δύο ώρες.Ήταν πραγματικά ακούραστος.Δεν ήθελε να τον πάμε στο σπίτι του. Ούτε χρήματα για το ταξί. Δεν του δώσαμε τίποτα ως αντάλλαγμα για τον κόπο του. Όμως εκείνος μας είπε ότι πήρε από μας όσα χρειαζόταν.Μας υποσχέθηκε όμως ότι θα ξανάρθει και ότι θα βγούμε για φαγητό.Σύντομα να μας ξανάρθετε, του είπα και κείνος μας έδωσε το λόγο του...
 Σοφία Κανιάκα

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Νοσταλγικές τηλεοπτικές αναμνήσεις...


         Οι πρώτες τηλεοπτικές μνήμες για όσους έχουν περάσει εδώ και κάποια χρόνια τα ολοστρόγγυλα τριάντα, είναι κοινές: η διαφήμιση του ΠΑΤΙΣΤΑ, με τη μαύρη γυναικεία φιγούρα να χορεύει μέσα σε ένα τετράγωνο κι εκείνο να πολλαπλασιάζεται και να γεμίζει την οθόνη με πολλές ίδιες κι απαράλλακτες μαύρες γυναικείες φιγούρες. Κι όλα αυτά, υπό τους ήχους του τζινγκλ «Παραρααά, παραρά ΠΑΤΙΣΤΑΣ!»- διασκευάζοντας με τέλη '70s μπρίο το «Gonna fly now» που ακουγόταν στο sountrack του «Rocky».
           Και φυσικά, τα δύο σποτάκια που όριζαν την αιώνια μάχη των δύο φίλων. Θυμάμαι  πολύ καλά πόσο με εντυπωσίαζε η ευκολία με την οποία το γυναικείο χέρι γλιστρούσε μέσα από το αντρικό τζιν πουκάμισο, ξεκουμπώνοντάς το, ώσπου ξαφνικά, μια στυβαρή παλάμη το σταματούσε και σε κοψοχόλιαζε. Το σλόγκαν ήταν σαφέστατο: «Denim. Για τον άντρα που δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ».
       Το ασθενές φύλο περνούσε στην αντεπίθεση με τη διαφήμιση της λακ. Ο άντρας πήγαινε να χαϊδέψει τα ξανθά μαλλιά της αγαπημένης του και ήταν σα να πιάνει συρματόπλεγμα. Στην κυριολεξία. «Μήπως η λακ που χρησιμοποιείται κάνει τα μαλλιά σας πολύ σκληρά;» αναρωτιόταν μια αόρατη φωνή. Ετσι ήταν.
       Από τότε λοιπόν, με ένα ευχάριστο μουσικό διάλειμμα από τα καλλυντικά ΠΑΤΙΣΤΑΣ, μάθαμε ότι οι άντρες είναι σκληροί και οι γυναίκες απρόσιτες, αλλά κανείς δεν αναρωτιόταν πώς θα μπορούσαν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν αυτές οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, όταν με το καλό θα μεγάλωναν. Για τη γενιά που μεγάλωσε χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, η τηλεόραση ισοδυναμούσε με ένα πολυσύνθετο ρομπότ που σε ανάγκαζε να το χαζεύεις με τις ώρες.  «Μαμά αυτός τώρα με βλέπει;» ρωτούσα κι εγώ με παιδική αφέλεια τη μαμά μου για τον κοστουμαρισμένο διοπτροφόρο κύριο που έλεγε τις ειδήσεις στην ασπρόμαυρη ΕΡΤ. «Σε βλέπει σε βλέπει», με καθησύχαζε εκείνη, «να κοίτα τώρα που θα πει "καληνύχτα σας", θα σου χαμογελάσει». Και όντως μου χαμογελούσε. Ζούσα σ' ένα ψέμα.
      Το soundtrack της κυριακάτικης μελαγχολίας ήταν το ίδιο με εκείνο της «Αθλητικής Κυριακής». Ο πατέρας μου καθηλωμένος στην πολυθρόνα μπροστά από την τηλεόραση, να βλέπει στιγμιότυπα των αγώνων με αγωνία μήπως είχε πιάσει το ΠΡΟ-ΠΟ,αλλά ποτέ δεν το έπιανε. Το βουκολικό χιτ «Τσοπανάκος ήμουνα προβατάκια έβοσκα» έπαιζε πάντα πριν από τον Εθνικό Υμνο και αυτό ήταν, πάπαλα, αύριο πάλι, το πρόγραμμα τελείωνε. Ούτε διαφημίσεις telemarketing, ούτε επαναλήψεις Παπακαλιάτη, ούτε B-movies με αιματοχυσίες σε κολλέγια, ούτε τίποτα. Κουκιά μετρημένα.Ασκητική τηλεοπτική ζωή.

   Η φούσκα της ιδιωτικής τηλεόρασης έσκασε με δύναμη όταν αλλάζαμε δεκαετία, εγκαταλείποντας τα κακόγουστα, πλην όμως αγαπημένα 80s. Ζάπινγκ, γουρούνια, τηλεμαραθώνιοι, η Ρούλα Κορομηλά με μίνι φούστα που δεν αποχωρίστηκε ποτέ, τηλεπαιχνίδια που μοιράζουν εκατομμύρια σε δραχμές, Big Brother, κι άλλα reality, «σταρ» δημοσιογράφοι, «σταρ» τηλεπαρουσιαστές, «σταρ» τραγουδιστές. Πριν από έναν τηλεοπτικό χρόνο, το Mega γύρισε την πλάτη στην ποσότητα, έκανε στροφή στην ποιότητα και με έναν δυνατό συμβολισμό μας έδειξε ότι «Το νησί» δεν ήταν πλέον η Μύκονος, αλλά η Σπίνα Λόγγα.
        Και φέτος, ακόμα μεγαλύτερη τουρκική κατοχή μέσω των γειτονικών σίριαλ, ελάχιστες και ως συνήθως κακόγουστες εγχώριες σειρές και άπειρα σενάρια για κατάργηση της πρωινής ζώνης λόγω κόστους. Το περιεχόμενο του «κουτιού» συρρικνώνεται, το πιο λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας όπως το έχουν εδώ και χρόνια βαφτίσει, γίνεται πάλι ακριβοθώρητο, μίζερο, κατακερματισμένο.
      Ξέχασα όμως και κάτι ακόμα. Μία άλλη μνημειώδη εικόνα από τα πρώτα άγουρα τηλεχρόνια. Το σήμα «ΜΑΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ» που έπεφτε στην οθόνη της ΕΡΤ σε ανύποπτο χρόνο, κόβοντάς σου το αίμα. «Τί έγινε τώρα; Πότε θα ξανάρθει αυτό που έβλεπα; Κι αν δεν ξανάρθει;». Αυτά ήταν τα αγωνιώδη ερωτήματα που στοίχειωναν τη σκέψη σου, ενώ σιχτίριζες έναν φανταστικό τεχνικό που είχε τραβήξει πάνω στη φούρια του το λάθος καλώδιο κι όλα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.
            Κι ήρθε το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου. Η τρομακτική προειδοποίηση περνούσε συχνά πυκνά τον τελευταίο καιρό στο κάτω μέρος της οθόνης, αλλά κανείς δεν ήθελε να το πιστέψει. «Προσοχή: από τις 20 Ιουλίου τα κανάλια περνούν στην ψηφιακή εποχή». Για όσους δεν μεγάλωσαν με ίντερνετ αλλά με την μεγαλειώδη απορία πώς στο καλό τρέχουν τα ζαβά πλασματάκια μες στο πακ μαν, η τηλεόραση ήταν το τελευταίο οχυρό. Εντάξει εντάξει, ψηφιακή εποχή με σημαία το facebook και το twitter, πώς πέρασα τις διακοπές στο instagram, να ανοίγεις το smart phone προτού πας στην τουαλέτα, αλλά να χεις ξαφνικά και την οικογένεια Κλικλίκου να κοκορεύεται -με πρώτη και χειρότερη την κοντοπίθαρη κόρη με την εκνευριστική φωνή- επειδή έχει αποκωδικοποιητή, ενώ εσύ έχεις βυθιστεί στο σκοτάδι;
        Πώς λοιπόν από την έκρηξη των χρωμάτων, των χρημάτων και της φαντασμαγορίας της ιδιωτικής τηλεόρασης περάσαμε σε μια τρομακτικά ψυχοπλακωτική μαύρη οθόνη, χουντικής αισθητικής, που θυμίζει συσκότιση, ωθώντας σε, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, να τρέξεις και ν' αγοράσεις αποκωδικοποιητή στην προνομιακή τιμή των 30 ευρώ λες και σου περισσεύουν; Χωρίς αποκωδικοποιητή, μόνο κρατική και CNN υπήρχαν πλέον. Συνδυασμός που σκοτώνει. Νόμιζα ότι κάποιος με γύρισε με το έτσι θέλω στο 1994. Χάζεψα ένα ντοκυμαντέρ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στη ΝΕΤ και το δελτίο καιρού του αμερικανικού δικτύου. Τότε ήταν που σκέφτηκα ότι παρά τα άπειρα κουσούρια της, το ταλέντο που έχει να σε αποβλακώνει και τη μοίρα της να την παραγεμίζουν με σκουπίδια, η τηλεόραση είναι επίσης παρέα και φύλακας. Την έχεις ανοιχτή όταν τρως το πρωινό, το μεσημεριανό και το βραδινό σου, αλλά και για να ψαρώνεις τους διαρρήκτες υπερτονίζοντας την παρουσία σου. Στην πραγματικότητα η τηλεόραση είναι από τα πιο έξυπνα μέσα
και ίσως από τις σημαντικότερες εφευρέσεις. Η χρήση της ήταν και είναι λάθος.

         Το βράδυ του Σαββάτου, σε μια γειτονιά της Αθήνας, είδα κάτι που μου φάνηκε πολύ συγκινητικό: μία παλιά τηλεόραση, κοντόχοντρη, καθόλου plasma, εγκαταλελειμένη πάνω σε ένα σκαμπό, δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Ο πρώην ιδιοκτήτης της, έχοντας προφανώς ακολουθήσει το παράδειγμα του Κλικλικέικου, είχε παρ' όλ' αυτά τυλίξει με στοργή το καλώδιό της γύρω από το τηλεκοντρόλ της. Σκέφτηκα να την φυγαδεύσω στο σπίτι μου, αλλά ήταν βαριά και άλλαξα γνώμη. Ποιος ξέρει, ίσως να την πήρε κάποιος συλλέκτης αναλογικών στιγμών, προτού την προλάβει το απορριματοφόρο της γραμμής. Αντιμέτωπη λοιπόν μ' αυτή τη μαύρη οθόνη, που τόσο στρατηγικά επέλεξαν οι ιθύνοντες, προκειμένου να σε ψυχοπλακώσουν και να περάσεις κι εσύ το κατώφλι της ψηφιακής εποχής, ένιωσα τον ίδιο ακριβώς τρόμο που ένιωθα κάθε φορά που μου τέλειωναν τα μεταλλικά κατοστάρικα, χωρίς να τερματίσω το puzzle bubble στις αρχές των 90s, αλλά και την πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με το άγνωστο MS-DOS στα τέλη της ίδιας δεκαετίας: κατάμαυρη απειλητική οθόνη, GAME OVER, INSERT COIN TO JOIN. Και τώρα τί κάνουμε;
 Αστερόπη Λαζαρίδου/ tovima.gr

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Ένα στα τρία κορίτσια πιστεύει ότι μερικές φορές φταίνε οι ίδιες, όταν τις χτυπούν οι σύντροφοί τους!

         Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων φαίνεται να διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, όπως καταδεικνύει έρευνα για τη διερεύνηση των στάσεων και της ανοχής των εφήβων απέναντι στην έμφυλη βία, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Youth4Youth, σε πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έρευνα διενεργήθηκε σε δείγμα 700 μαθητών και μαθητριών τεσσάρων Λυκείων της Αττικής.
       Ιδιαίτερα υψηλά είναι τα ποσοστά της ανοχής σε βίαιες συμπεριφορές, ενώ πολλοί μύθοι σε θέματα συντροφικής βίας είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 85,9% των αγοριών, αλλά και το 76,8% των κοριτσιών πιστεύει ότι «ακούγεται πιο άσχημο όταν βρίζει ένα κορίτσι, παρά όταν βρίζει ένα αγόρι». Περίπου στα ίδια ποσοστά, οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι «στα κορίτσια αρέσει να επιδεικνύουν το σώμα τους», ενώ πάνω από το 50% στα αγόρια και άνω του 40% στα κορίτσια θεωρεί ότι «είναι πιο αποδεκτό για ένα αγόρι να έχει πολλές ερωτικές συντρόφους, από ένα κορίτσι».
       Εξίσου δημοφιλής είναι και η άποψη ότι «σε ένα ραντεβού, το αγόρι θα πρέπει να πληρώνει όλα τα έξοδα».Το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα διευρύνεται στο ερώτημα για το αν τα «αγόρια είναι καλύτεροι αρχηγοί από τα κορίτσια», με σχεδόν το 65% των αγοριών να δηλώνει ότι συμφωνεί, ενώ το ποσοστό αυτό στα κορίτσια είναι μόλις 11%.
        «Από την έρευνα, προκύπτει ότι οι έφηβοι έχουν πιο στερεοτυπικές αντιλήψεις, από τις έφηβες» τόνισε η ψυχολόγος και επικεφαλής της ομάδας που πραγματοποίησε την έρευνα Κική Πετρουλάκη. «Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τα κορίτσια λειτουργούν συμπληρωματικά σε πολλές στερεοτυπικές απόψεις των αγοριών, παρά το γεγονός ότι αυτές εκφράζονται σε βάρος τους» παρατήρησε. Αγόρια και κορίτσια δείχνουν, εξάλλου, ιδιαίτερα ανεκτικά στην ψυχολογική και τη λεκτική βία, όταν αυτή περιορίζεται στις φωνές, ενώ η κόκκινη γραμμή και για τα δύο φύλα φαίνεται να είναι η προσβολή μπροστά σε τρίτους. Και για τα δύο φύλα, οι φωνές δικαιολογούνται όταν το έτερον ήμισυ γκρινιάζει ή δεν συμπεριφέρεται με σεβασμό.
         Πλειοψηφική είναι η άποψη- όχι μόνο στα αγόρια αλλά και τα κορίτσια- ότι «είναι εντάξει για ένα αγόρι να θέτει περιορισμούς στην κοπέλα του για το τι θα φορέσει», ενώ και τα δύο φύλα δέχονται, σε ποσοστό κοντά στο 40%, ως φυσιολογικό τον περιορισμό για το πού θα πάνε. Η σωματική βία δικαιολογείται για το 36% των αγοριών και το 29% των κοριτσιών, στην περίπτωση της ερωτικής απιστίας.
         Υψηλά είναι και τα ποσοστά ανοχής στη σεξουαλική βία. Σχεδόν ένα στα δύο αγόρια πιστεύει ότι «είναι εντάξει για ένα αγόρι να πιέσει ένα κορίτσι να έχουν ερωτική επαφή, εάν βγαίνουν μαζί ή εάν εκείνη φλερτάρει μαζί του όλο το βράδυ». Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι την ίδια άποψη έχει και ένα στα πέντε κορίτσια. Σε συντριπτικά ποσοστά, είναι αποδεκτός από αγόρια και κορίτσια ο μύθος ότι «οι περισσότερες γυναίκες ανησυχούν για το εάν αρέσουν στους άνδρες» και ότι «μερικές φορές, με τον τρόπο που ντύνονται, τα κορίτσια προκαλούν τη σεξουαλική επιθετικότητα των αγοριών».
      Υψηλά ποσοστά συγκεντρώνουν και οι απόψεις ότι «εάν ένα αγόρι ζηλεύει πολύ την κοπέλα του, αυτό αποδεικνύει ότι ενδιαφέρεται πραγματικά γι' αυτήν» και ότι «οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να κακοποιηθούν σεξουαλικά από έναν άγνωστο, παρά από κάποιον που γνωρίζουν». Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι το γεγονός ότι ένα στα δύο αγόρια, αλλά και ένα στα τρία κορίτσια, πιστεύουν ότι «μερικές φορές, φταίνε τα κορίτσια όταν τις χτυπούν οι σύντροφοί τους». «Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι οι πολλές στερεοτυπικές αντιλήψεις αναπαράγονται» δήλωσε η Κ. Πετρουλάκη. «Ακόμη κι αν αλλάζουν κάποια στερεότυπα, πρέπει να γίνει πολλή δουλειά ακόμη, σε χρονικό ορίζοντα δεκαετιών» πρόσθεσε.
 kathimerini.gr

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η απουσία τρυπάει τα κόκκαλα, ροκανίζει την ψυχή...

      Όταν ο έρωτας πεθαίνει, κανείς δε νοιάζεται για το χωρισμό. Ο πόνος χρειάζεται φωτιά, για να τρυπώσει. Όταν περάσει ο καιρός και τα πάθη καταλαγιάσουν, η εικόνα ξεθωριάζει, αλλά η πληγή ποτέ δεν κλείνει.
      Η νοσταλγία της ξεχασμένης Εδέμ είναι μαζί φάρμακο, αλλά και φαρμάκι για τον άνθρωπο. Κανείς δεν παραιτείται ποτέ από το απόλυτο, όσο κι αν φωνάζει το αντίθετο. Ίσως, έχουν δίκιο όσοι λένε ότι κινεί τα νήματα του έρωτα η λαχτάρα μας να ξαναγίνουμε παιδιά, που μας φροντίζουν ή ο πόθος μας να υποταχτούμε, όπως έλεγε ο Νίτσε. Αγώνας για εξουσία ή ένα καμουφλαρισμένο παιγνίδι, για να προσεγγίσουμε το μισητό εαυτό; Τα πράγματα δεν είναι απλά και σίγουρα χρειάζεται γενναιότητα, για να ρισκάρεις και να δοθείς.
      Κατά περίεργο τρόπο, ο έρωτας νομιμοποιεί όλα τα απαγορευμένα του κόσμου τούτου και φοβίζει τις απανταχού αρχές, γιατί είναι πάνω από τον έλεγχο και το νόμο΄ είναι η μεγαλύτερη εξουσία. Το εγώ καθαγιάζεται κι αυτό είναι σχεδόν αποδεκτό, όπως συμβαίνει μόνο στην παιδική ηλικία. Το εμείς είναι μια νέα οντότητα που αναπτύσσεται και δεν έχει παρελθόν. Συχνά, δεν έχει και μέλλον, αλλά κανείς δεν τολμά να το ομολογήσει.
Σοφία Κανιάκα

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Ευγενία Φακίνου:«ο συγγραφέας γράφει συνεχώς το ίδιο βιβλίο»

       Κυρία Φακίνου,μετά από τόσα χρόνια στον χώρο της συγγραφής τι νιώθετε στο άκουσμα και μόνο του ονόματος «λογοτεχνία;»
      Για μένα «λογοτεχνία» είναι τα βιβλία που διαβάζω και αγαπώ, όλοι οι αγαπημένοι συγγραφείς, τα λογ
      Πιστεύετε ότι η σημερινή πληθώρα της λογοτεχνικής παραγωγής υποθάλπει την ποιότητα ή ότι αυτό ακριβώς το φαινόμενο αποτελεί τη δύναμή της;
     Μιλάτε για «πληθώρα παραγωγής» αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό συνέβαινε κυρίως στη δεκαετία του '90. Σήμερα οι εκδότες έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγή τους .Δε νομίζω πάντως ότι η πληθώρα μειώνει την ποιότητα. Ό,τι ψάχνει κανείς βρίσκει. Υπάρχει κοινό για όλα τα είδη.
    Αν θα έπρεπε να απομονώσετε μια στιγμή, ένα γεγονός από τα παιδικά σας χρόνια που μέχρι σήμερα, είτε το αναπολείτε, είτε απλώς σήμαινε πολλά για την προσωπική σας ανέλιξη, ποιο θα ήταν αυτό;
       Νομίζω ότι το μπαλκονάκι του σπιτιού μου έπαιξε ρόλο .Καθόμουν εκεί με τις ώρες και παρατηρούσα ό,τι γινόταν στο δρόμο. Πολλά περιστατικά από εκείνη την εποχή, πέρασαν στα βιβλία μου. Τότε, βεβαίως, δε γνώριζα ότι αυτή η παρατήρηση, ήταν στην πραγματικότητα «συγκέντρωση υλικού».
       Επισκέπτεστε την Αίγυπτο; Είναι ακόμη δυνατοί οι δεσμοί με τη χώρα του Νείλου;
       Από την Αλεξάνδρεια έφυγα βρέφος και δεν ξαναπήγα ποτέ. Ό,τι θυμάμαι προέρχεται από τις διηγήσεις της μητέρας μου, τα φαγητά που έφτιαχνε, τις μυρωδιές από τα εξωτικά φρούτα που έφταναν από 'κει.
       Ποια είναι η μεγαλύτερη αγωνία που καταβάλει έναν συγγραφέα, όταν ολοκληρώνεται ένα συγγραφικό έργο;

      Πιστεύω ότι πρώτα είναι αν κατάφερε ν' αποδώσει με λέξεις αυτό που είχε ως όραμα στο μυαλό του, και κατά δεύτερον αν θα μπορέσει ν' αγγίξει και τον αναγνώστη. Οι νεότεροι συγγραφείς
βιάζονται να αποκαθηλώσουν τους μεγαλύτερούς τους καθώς θεωρούν ότι αντιστρατεύονται την ανανέωση.
     Είναι πρόκληση για εσάς αυτή η πραγματικότητα;
     Μα, αυτό είναι σχεδόν νομοτελειακό. Κάθε γενιά πιστεύει ότι είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Σίγουρα είναι διαφορετική, επειδή διαφορετικές είναι και οι κοινωνικές συνθήκες.
    Θα' θελα ένα σχόλιο επάνω στο θέμα του διαλόγου ανάμεσα στη γενιά που αποχωρεί σταδιακά από το προσκήνιο και σ' εκείνη που αναλαμβάνει δράση. Η σχέση των γενεών μ' απασχολεί από πολύ παλιά. Θυμίζω και το Έβδομο Ρούχο. Το «σπάσιμο» της παράδοσης, η διαρκής συνομιλία διαφορετικών γενεών, εξακολουθεί να μ' ενδιαφέρει. Πιστεύω ότι δε μπορεί να υπάρξει συνέχεια χωρίς σκυτάλη από τους παλαιότερους στους νεότερους. Βεβαίως οι νεότεροι θα κρατήσουν αυτά που τους χρειάζονται για να δημιουργήσουν τη δική τους πρόοδο.
    Στην Ελλάδα του σήμερα τι ακραίο ή μη σας ενοχλεί; Και πού θα μπορούσε να φτάσει -όχι μια πόλη πλέον, μα ένα ολόκληρο έθνος σήμερα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης; Μ' ενοχλούν πολλά στην Ελλάδα του σήμερα. Ένα απ' αυτά είναι η ευτέλεια. Ένα άλλο, η ευκολία. Όλοι θέλουν να πετύχουν γρήγορα και άκοπα, κάτι που δε μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα.
   Από την παραγωγή της ελληνικής πεζογραφίας των τελευταίων δέκα περίπου χρόνων ποιον/ποιους συγγραφείς ή έργα έχετε ξεχωρίσει;
   Ας μιλήσω καλύτερα για συγγραφείς. Οι παλαιότεροι εξακολουθούν να γράφουν, ο καθένας με τις συγγραφικές του εμμονές. Εμφανίστηκε το φαινόμενο του Νίκου Θέμελη, βιβλία που αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό και επαινέθηκαν από τους κριτικούς. Προστέθηκαν αρκετοί νέοι συγγραφείς με ελπιδοφόρα βιβλία. Καλά πάμε.
  Όλοι οι ενήλικες που αναλώνονται σε εγωισμούς, κυνήγι του πλούτου, ή ψυχολογικά κλεισίματα, ήσαν κάποτε παιδιά που αναλώνονταν σε θυσίες, κυνήγι της χαράς και άνοιγμα στον φίλο τους. Τι δεν πήγε καλά στο μεσοδιάστημα, και άλλαξαν τόσο πολύ;
  Να παρατηρήσω ότι δεν είναι έτσι ΟΛΟΙ οι μεγάλοι. Μπορεί να είναι οι περισσότεροι αλλά πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και - ελπίζω- θα υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις. Άνθρωποι που έχουν οράματα, ενδιαφέρονται για την κοινωνία και φροντίζουν τους διπλανούς τους και τους φίλους τους. Η εξέλιξη του κάθε ενός από εμάς είναι προσωπική υπόθεση.
   Ποιος είναι ο στόχος ενός συγγραφέα όταν γράφει ένα βιβλίο; Είναι απλά μια εσωτερική του ανάγκη ή υπάρχουν στόχοι άλλοι ποιο βαθιοί οι οποίοι είναι φυλαγμένοι στα πρόσωπα, τους ήρωες του βιβλίου του;

     Όταν ο συγγραφέας γράφει, σκέφτεται αδιαλείπτως το θέμα του, και πώς θα το προσεγγίσει επιτυχέστερα. Το γιατί επέλεξε αυτό το θέμα, μπορεί και ο ίδιος να μην το γνωρίζει. Προσωπικά πιστεύω στις συγγραφικές εμμονές. Δηλαδή, ένας συγγραφέας γύρω από ένα-δυο θέματα τριγυρίζει διαρκώς. Υπάρχει και μια γενική θεωρία που λέει ότι «ο συγγραφέας γράφει συνεχώς το ίδιο βιβλίο».Γράφουμε για πράγματα που συνειδητοποιούμε, αλλά είναι βέβαιο ότι αναδύονται και καλά κρυμμένα μυστικά, εννοώ υποσυνείδητα, που δε δέχονται να παραμείνουν στο σκότος.
    Έχουν τα πρόσωπα την δυνατότητα να ατενίσουν τον κόσμο στον οποίο είναι πλασμένοι από τον Θεό να ζήσουν; Έρχονται αντιμέτωποι μαζί του και φωτίζονται από αυτόν ή τους βλέπουμε να ζουν ανεξάρτητα από Αυτόν;
    Ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για πρόσωπα που ο συγγραφέας επέλεξε για τους δικούς του λόγους να αναδείξει. Και οι συγγραφικοί ήρωες δημιουργούνται για να εξυπηρετήσουν το θέμα, το όραμα του συγγραφέα. Μπορεί ένας συγγραφέας να περιγράφει με πραγματικά όμορφο τρόπο την ψυχολογία των χαρακτήρων του τις εναλλαγές της διάθεσης, τους μέσα στον χώρο και τον χρόνο, να περνάει καλά, άσχημα, να αγαπά, να μισεί να προβληματίζεται; Αυτό εξαρτάται από τη συγγραφική επάρκεια του κάθε συγγραφέα. Κανονικά πρέπει να είναι σε θέση να περιγράψει τους ήρωές του σωστά, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, χρόνο ή χώρο. Σας διαβεβαιώ ότι στη διάρκεια της συγγραφής, ο συγγραφέας ταυτίζεται λιγότερο ή περισσότερο με τους ήρωές του.
    Υπάρχει μια θεραπεία του μέσα από όλα αυτά;
    Όχι, δεν υπάρχει θεραπεία, διότι τότε θα σταματούσε να γράφει. Υπάρχει παρηγορία. Κάτι προσπαθούμε να παρηγορήσουμε όλοι μας. Άλλοτε το γνωρίζουμε κι άλλοτε όχι. Άλλοτε το ομολογούμε στον εαυτό μας κι άλλοτε όχι. Να θυμάστε, ότι δε γράφουν οι ευτυχισμένοι άνθρωποι. Νικόλαος Διακογιάννης/ tera-amou.pblogs.gr

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Για μας μέλλον θα είναι, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά με τα πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας και πάρουν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους!

      Υπάρχουν τρεις γυναίκες: 73, 54 και 48 ετών. Συνελήφθηκαν από την αστυνομία, γιατί εξέδιδαν πλαστά πιστοποιητικά με τα οποία βεβαίωναν ότι μικροί μαθητές αντιμετώπιζαν προβλήματα δυσλεξίας, προκειμένου να απολαμβάνουν απαλλαγής από γραπτές εξετάσεις.
        Αυτή είναι καλή δουλειά. Η απαλλαγή πάντα πλήρωνε εξαιρετικά. Στην Ελλάδα η έννοια της απαλλαγής δεν ξεκλειδώνει, απλώς, την πόρτα της επιτυχίας. Στην Ελλάδα η απαλλαγή είναι τρόπος ζωής. Δεν νομίζω ότι το θέμα είναι μόνο οικονομικό. Είναι πλέον και ψυχολογικό. Μπορείς να κοπιάζεις, να ιδρώνεις, να αγωνιάς, μόνο και μόνο για να απαλλάσσεσαι από κάπου. Απαλλάσσεσαι από φορολογικές υποχρεώσεις, από τέλη και χαρτόσημα, από τη στρατιωτική θητεία, από ασφαλιστικές εισφορές, ενίοτε από συζυγικά ή οικογενειακά καθήκοντα – η απαλλαγή είναι πάντα εκτιμητέα.
         Όμως εδώ δεν έχουμε τίποτα από όλα αυτά. Έχουμε μία περίπτωση απαλλαγής από γραπτές εξετάσεις στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι τρεις κυρίες έχουν διαθέσει, με το αζημίωτο φυσικά, εκατοντάδες πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας. Διέθεταν κέντρο λογοθεραπείας και εφοδίαζαν με αυτά τους πελάτες τους. Τα πιστοποιητικά έφεραν σφραγίδες δημόσιων νοσοκομείων και δεν έχει διευκρινιστεί αν ήταν πλαστές ή αν, κατά κάποιον τρόπο, είχαν την «έγκριση» των κατάλληλων ανθρώπων.
      Αν είσαι μαθητής, το πιστοποιητικό δυσλεξίας σού λύνει πολλά προβλήματα. Δεν συμμετέχεις σε εξετάσεις και οι καθηγητές υποχρεούνται να σε αντιμετωπίσουν διαφορετικά. Ομοίως, αν είσαι μαθητής, είναι σχετικά δύσκολο να αγοράσεις μόνος σου ένα πλαστό πιστοποιητικό δυσλεξίας. Σε έχει πάρει ο γονιός από το χέρι και το αγοράσατε μαζί. Δεν μιλάμε για λίγες περιπτώσεις. Μιλάμε για εκατοντάδες περιπτώσεις διαφθοράς που άνθισαν μέσα στο βασικό κύτταρο της κοινωνίας μας, στην τιμημένη ελληνική οικογένεια.
     Αγνοώ πόσα παιδιά έκαναν την πρώτη κομπίνα της ζωής τους στο σχολείο. Πιστεύω, όμως, ότι αυτά που ξεκίνησαν με τη χρήση πλαστού εγγράφου μπήκαν στην κούρσα της ζωής με μεγαλύτερα εφόδια. 
     Προσπαθώ να αθροίσω περιπτώσεις και να τις ταξινομήσω ανά κομπίνα. Δεν βγαίνει άκρη. Υγιείς ανάπηροι, ανοιχτομάτηδες τυφλοί, νεκροί συνταξιούχοι, βρέφη με στυτική δυσλειτουργία. Όταν ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας ζει με πλαστά πιστοποιητικά, τότε που να βρεθεί αέρας να αναπνεύσει η αλήθεια;
       Λένε ότι ο λαός μας έχει ένα υπέροχο πρόσωπο. Δεν το βλέπω, αλλά το πιστεύω. Παρακολουθώ, λοιπόν, τη συζήτηση για τα αποτελέσματα της συνόδου κορυφής και προσπαθώ να τσιμπήσω και εγώ κανένα ψίχουλο ελπίδας. Ανάπτυξη. Ναι, φυσικά. Το θέμα είναι πώς κάνεις ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις, πώς δημιουργείς πρόοδο, όταν η διαφθορά έχει διαποτίσει ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Ξέρω, θα πείτε ότι πρόκειται για παράσιτα που σταδιακά αποξηλώνονται. Δεν είναι ακριβώς έτσι.

       Έχετε διαβάσει ανακοίνωση κόμματος που να καταδικάζει τα φαινόμενα μαζικής διαφθοράς; Δύσκολο να τη βρείτε. Τα κόμματα μέμφονται αορίστως τη δυσλειτουργία των μηχανισμών και την αποτελεσματικότητα του κράτους. Πόσο υποκριτικό!
      Και πάντα θα καταδικάζονται οι κυρίες που εξέδιδαν τα πλαστά πιστοποιητικά, αλλά η μομφή προς όσους έκαναν χρήση θα μετριάζεται, θα μπαίνει κάτω από ένα «έλα, μωρέ, ας πιάσουν πρώτα τα μεγάλα λαμόγια και μετά τον κοσμάκη».
      Κάπως έτσι ακούμε τη συζήτηση που γίνεται στη γειτονιά, αλλά αρνούμαστε να κουβεντιάσουμε μέσα στο σπίτι μας. Ειλικρινά, τώρα, νομίζετε ότι μας αφορά στα σοβαρά η ευρωπαϊκή συζήτηση περί ανάπτυξης, όταν ακόμα δεν γνωρίζουμε πόσοι παίρνουν παρανόμως αναπηρικές συντάξεις;
      Δύο χρόνια σέρνεται αυτή η ιστορία και μόλις πριν από λίγες μέρες ο υπουργός Υγείας δήλωσε ότι εκείνοι που ενέκριναν τα επιδόματα πρέπει να ανησυχούν. Ναι, ήδη τους διαπερνούν ρίγη. Αν θέλεις στα αλήθεια να τσιμπήσεις όλους αυτούς θα πρέπει να αδειάσεις την Αμυγδαλέζα από τους μετανάστες, μήπως και κάνεις χώρο για να τους βάλεις. Λέτε να πετύχουμε καλύτερους όρους δανεισμού, όταν δεν έχει γίνει μία αποκρατικοποίηση ή μία τολμηρή μεταρρύθμιση; Δεν αντιλαμβανόμαστε το μέλλον όπως οι άλλοι. Για μας μέλλον θα είναι όταν μεγαλώσουν τα παιδιά με τα πλαστά πιστοποιητικά δυσλεξίας και πάρουν τις τύχες της χώρας στα χέρια τους.
 Κώστας Γιαννακίδης/athensvoice.gr

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Σώτη Τριανταφύλλου:«Σε ανώριμες χώρες, όπως η δική μας, όποιος δεν συμφωνεί με την κυρίαρχη τάση- πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, κόμμα- θεωρείται αιρετικός»

   
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια η Σώτη Τριανταφύλλου ήταν κυρίως γνωστή για τα μυθιστορήματά της, έχοντας μάλιστα καταφέρει κάτι δύσκολο, να πετύχει την αποδοχή και από τους κριτικούς αλλά και από το κοινό. Λίγοι Έλληνες συγγραφείς έχουν καταπιαστεί με τόσο διαφορετικές περιόδους ή έχουν κάνει τόσο ενδελεχή ιστορική έρευνα.      
     Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει καταφέρει να περιγράψει εξίσου καλά τη ροκ μελαγχολία της Νέας Υόρκης, την ιστορία μιας αστικής οικογένειας Αιγυπτιωτών τον 20ό αιώνα, ακόμα και το Λονδίνο της εργατικής τάξης του 19ου αιώνα.      
      Η ίδια περνάει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας, Παρισιού και Νέας Υόρκης.Το ένατο μυθιστόρημά της που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο Για την αγάπη της γεωμετρίας έχει ως ηρωίδα την Ανατολή Μπότσαρη, ένα κορίτσι με φοβερή αδυναμία στη γεωμετρία, που μεγαλώνει σε μια μεσοαστική, πλην αριστερή οικογένεια τη δεκαετία του ‘70.   
 -Τι κάνεις τώρα στη Νέα Υόρκη;  Τι είναι αυτό που σε κάνει να φεύγεις τόσο συχνά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα;
 -Αυτήν τη στιγμή κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρό μου: ένα ηλιόλουστο, χειμωνιάτικο απόγευμα. Εργάζομαι σ’ ένα δημόσιο λύκειο, όπου διδάσκω αμερικανική ιστορία. Στη Νέα Υόρκη έρχομαι σχεδόν κάθε χρόνο. Άλλοτε μένω για μήνες, άλλοτε λιγότερο. Ζω ανάμεσα σε τρεις πόλεις στις οποίες έχω σπουδάσει και από τις οποίες έχω αποκομίσει πάρα πολλές εμπειρίες. Η Νέα Υόρκη, το Παρίσι και η Αθήνα είναι το σπίτι μου. Ωστόσο, οι πιο αγαπημένοι μου άνθρωποι παραμένουν στην Αθήνα. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την παιδική μας ηλικία.
-Και σε αυτό το βιβλίο, όπως και σε πολλά ακόμα βιβλία σου, η ηρωίδα έχει εμμονή με το ροκ εν ρολ, κάτι που είναι και προσωπική σου μανία. Πιστεύεις ότι κάθε συγγραφέας περνάει ενδόμυχα τις εμμονές του στα βιβλία του;
 - Μάλλον έτσι είναι. Αλλά, παρότι μανία, όπως λες, το ροκ εν ρολ λείπει εντελώς από πολλά βιβλία μου. Στην περίπτωση του Για την αγάπη της γεωμετρίας ήταν απαραίτητο, διότι αποτελούσε κομμάτι της ζωής της Ανατολής Μπότσαρη και της δεκαετίας του ’70. Ισοδυναμούσε με μια επαναστατική πράξη.
  -Πιστεύεις ότι η μουσική μπορεί ν’ αλλάξει τη ζωή μας ;Υπάρχει κάποιο μουσικό κομμάτι που να σου άλλαξε τη ζωή;
-Τίποτα δεν με κάνει ευτυχέστερη από το ροκ εν ρολ. Τίποτα! Όταν πρωτοάκουσα Έλβις Πρίσλεϊ, κατάλαβα το μυστήριο της σεξουαλικότητας. Αυτό κι αν ήταν «αλλαγή»!

- Γιατί διάλεξες να γράψεις ένα βιβλίο για μια ηρωίδα που αγαπά τόσο τη γεωμετρία; Σε προσωπικό επίπεδο, ποια η σχέση σου με τα μαθηματικά; Σημειώνεις στον επίλογο ότι «η ζωή είναι μια μορφή γεωμετρικής δομής». Θεωρείς ότι σχετίζεται η μαθηματική σκέψη με τη συγγραφή;
 -Αγαπούσα πολύ τη φυσική και τη χημεία, γι’ αυτό σπούδασα Φαρμακευτική. Εκείνη την εποχή, για να μπούμε στη Φαρμακευτική, δίναμε εισαγωγικές εξετάσεις στη φυσική, τη χημεία και την έκθεση, δηλαδή στα μαθήματα στα οποία έσκιζα. Είχα κάτι θριαμβικό σχετικά μ’ αυτά τα μαθήματα, μια αίσθηση παντοδυναμίας... «Όλα τα λύνω! Βάλτε μου το δυσκολότερο πρόβλημα!», κάτι τέτοιο. Πιστεύω στη θετική σκέψη και τη λογική: η συγγραφή πρέπει να βασίζεται σε μια δομή, αλλιώς πελαγοδρομούμε, γράφουμε ό,τι μας κατέβει, κάτι που αποτελεί γνώρισμα της ελληνικής προχειρογραφίας.
-Έχεις σημειώσει ότι το νέο σου βιβλίο είναι ένα «προσωπικό χρονικό». Αλλά και το «Ο χρόνος πάλι» ήταν αυτοβιογραφικό. Τι είναι αυτό που σε έχει ωθήσει σε βιβλία πιο αυτοβιογραφικά; Το πέρασμα του χρόνου; Η ανάγκη επανεξέτασης της ελληνικής πραγματικότητας;
-Τα βιβλία όλων μας εμπνέονται από τον εαυτό μας. Το στοίχημα είναι να μετουσιώνονται σε κάτι ευρύτερο απ’ το προσωπικό βίωμα. Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, το Αύριο, μια άλλη χώρα, όλα, χωρίς εξαίρεση -να μην τα απαριθμώ τώρα, είναι και πολλά-, σχετίζονται με προσωπικές εμπειρίες. Και συχνά έχουν εκληφθεί ως εκδοχές αυτοβιογραφίας, αλλά βεβαίως δεν είναι. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία γίνονται μυθιστορηματικό υλικό. Και στο φόντο υπάρχει ένας κοινωνικός ιστός, κάτι που εκτυλίσσεται σε ευρύτερη κλίμακα και δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον άνθρωπο.
 -Διαβάζοντας το βιβλίο, μου έκανε εντύπωση πως η Ανατολή συνεχίζει να αναπαράγει το οικογενειακό μοτίβο, ψάχνει ουσιαστικά τον άντρα-δυνάστη που θα την καταπιέσει και θα την ταλαιπωρήσει. Γιατί;
-Διότι αυτό συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Οι άνθρωποι, για να απελευθερωθούν από τραυματικά μοτίβα, πρέπει να υποβληθούν σε ψυχανάλυση ή κάτι τέτοιο. Σπάνια απαλλάσσονται από αυτά μόνο με το πέρασμα του χρόνου. Αυτή είναι η «τραγωδία» της Ανατολής: συναντά το ίδιο πρότυπο, τον ίδιο μηχανισμό. Ακόμα και η εμπειρία της στο Χάρβαρντ είναι η αποτυχημένη αψηφισιά μιας «αρχής», μιας εξουσίας πολύ ισχυρότερης από την ίδια.
- Αναφέρεις στον επίλογο ότι αποφάσισες να γράψεις μια ερωτική ιστορία σαν αθλητικό ρεπορτάζ, αλλά άλλαξες γνώμη. Γιατί;
-Δεν είναι παρά μια παιγνιώδης φράση, απ’ αυτές που γράφουν οι συγγραφείς. Το Για την αγάπη της γεωμετρίας δεν είναι βέβαια μια ερωτική ιστορία. Είναι η αφήγηση μιας μεγάλης, συντριπτικής αποτυχίας. Όπως σ’ ένα ντέρμπι, όπου ηττάται το φαβορί.
- Γιατί όμως να διαλέξεις μια αποτυχημένη ερωτική ιστορία; Διάβασα κάπου ότι θεωρείς τον έρωτα υπερτιμημένο, ότι για σένα είναι μια πλάνη. Ισχύει;
-Οι «επιτυχημένες» ερωτικές ιστορίες δεν αποτελούν υλικό μυθοπλασίας. Για να υπάρξει μυθοπλασία χρειάζεται σύγκρουση, αντιξοότητα. Πράγματι, θεωρώ τον έρωτα υπερτιμημένο, αλλά όχι «πλάνη». Δεν είχα ποτέ ρομαντικά όνειρα, ούτε μεγάλες προσδοκίες. Έτσι, δεν έχω απογοητευτεί καθόλου από τη ζωή κι από τους ανθρώπους. Τα αισθήματα είναι ατελή, οι άνθρωποι είμαστε ατελείς. Δεν πειράζει. «Θα χάσεις αυτούς που αγαπάς –όλους στο τέλος, θα χάσεις τον εαυτό σου και τη γη». Υπάρχει μια ματαιότητα στην τελευταία πρόταση του βιβλίου, σε όλο το βιβλίο γενικότερα, και στη στάση της ηρωίδας, που σχεδόν «μυρίζει» παραίτηση. Η μοναδική βεβαιότητα είναι ο θάνατος. Ούτε αυτό πειράζει.

- Κάτι που μου έκανε εντύπωση είναι ότι με τον τρόπο που είναι κατασκευασμένοι οι ήρωες του βιβλίου είναι σαν να χτυπάς κατά κάποιο τρόπο την Αριστερά. Οι αριστεροί χαρακτήρες (Λευτέρης Μπότσαρης, Μιχάλης) είναι από οπισθοδρομικοί και βίαιοι έως μικροαστοί και μικροπρεπείς. Γιατί;  -Γιατί όχι; Οι Αριστεροί μπορούν να είναι εξίσου οπισθοδρομικοί και βίαιοι με τους Δεξιούς.
-Πάντως, γράφεις συχνά κατά της Αριστεράς, καταλογίζοντάς της ότι είναι οπισθοδρομική και συντηρητική. Μοιάζει να σε απασχολεί ιδιαίτερα.
 -Είμαι ιστορικός και ως ιστορικός έχω ασχοληθεί με ορισμένα πεδία περισσότερο από ό,τι με άλλα. Ένα από αυτά είναι η ευρωπαϊκή Αριστερά και οι ιδεολογικές της περιπλανήσεις και πλάνες. Δεν θεωρώ τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ «αριστερά» κόμματα. Τα θεωρώ παλαιοκομμουνιστικά ή σοσιαλφασιστικά. Δεν είναι το ίδιο. Η Αριστερά σέβεται τη δημοκρατία, ενώ αυτά τα κόμματα ερωτοτροπούν με ολοκληρωτικές ιδέες και πρακτικές. Πράγματι, σε καταστάσεις κλυδωνισμών οι ψηφοφόροι κινούνται προς τα άκρα. Έτσι κι αλλιώς, η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση. Ζει ακόμα σε μετεμφυλιακό περιβάλλον, πιστεύει ότι η ήττα των κομμουνιστών το 1949 αποτελεί εθνική τραγωδία. Στην πραγματικότητα, εθνική τραγωδία είναι ο ίδιος ο εμφύλιος πόλεμος που δεν έχει τελειώσει ακόμα.
 - Γιατί πιστεύεις ότι δεν έχει τελειώσει; Διότι δεν έχει αναλυθεί, δεν έχει τοποθετηθεί με δικαιοσύνη στην ιστορία και στη συλλογική μας μνήμη. Τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν κατασκευάσει έναν μύθο στον οποίον προσκολλώνται και τον οποίο χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν βλακώδεις πράξεις.
-  Μιλάς πολύ συχνά για την Αριστερά, αλλά λιγότερο για τη Δεξιά. Ποια πιστεύεις ότι είναι τα χαρακτηριστικά της ελληνικής Δεξιάς;  -Η ελληνική Δεξιά δεν είναι ένα συμπαγές σώμα. Υπάρχουν φιλελεύθεροι Δεξιοί «αστικής» προέλευσης, υπάρχουν λαϊκιστές επαρχιώτες, υπάρχουν παλαιοδεξιοί εθνικιστές, υπάρχουν παιδιά και εγγόνια δωσίλογων και δημίων. Υπάρχουν Δεξιοί που μοιάζουν με Αριστερούς και Αριστεροί που μοιάζουν με Δεξιούς. Τα όρια είναι ασαφή και οι ιδέες αλληλοεπικαλυπτόμενες.
- Για πολλούς οι απόψεις σου είναι «κόκκινο πανί». Γράφεις, μεταξύ άλλων, κατά της Αριστεράς, κατά της Εκκλησίας, κατά της τεκνοποίησης. Τα τελευταία χρόνια έχεις δεχτεί ανελέητη κριτική, σε έχουν απειλήσει, έχεις πέσει ακόμα και θύμα επίθεσης. Γιατί συμβαίνει αυτό τώρα; Τι έχει αλλάξει;
 -Πράγματι, γράφω περισσότερο για την πολιτική απ’ όσο παλιότερα, διότι αυτό μου ζητείται και μου επιτρέπεται σήμερα. Παλιότερα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά μού ζητούσαν διαφορετική θεματολογία. Για χρόνια οι άνθρωποι δεν ήθελαν να διαβάζουν για την πολιτική. Συχνά, όταν έγραφα πολιτικά κομμάτια, επενέβαινε ένα είδος λογοκριτή: «Τα παραλές!». Και ιδού τα αποτελέσματα της χώρας μας! Ωστόσο, όλα αυτά τα πολλά χρόνια έγραφα για τα αμερικανικά θέματα, μια κι έχω ειδίκευση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τον παθολογικό και τυφλό αντιαμερικανισμό που επικρατεί στην Ελλάδα και εκείνη η αρθρογραφία ήταν «κόκκινο πανί». Απλώς, δεν είχαν αναπτυχθεί τόσο το ίντερνετ και η ανωνυμία, η οποία επιτρέπει τις αντιδράσεις που επιτρέπει. Σε ανώριμες χώρες, όπως η δική μας, όποιος δεν συμφωνεί με το mainstream (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, κόμμα) θεωρείται αιρετικός. Το λέει η λέξη: καλούμαστε ν’ ανήκουμε σε μια θρησκεία. Δεν ανήκω πουθενά. Ήμουν πάντα ένας ελεύθερος άνθρωπος και σέβομαι όλες, μα όλες, τις απόψεις. Όποιος με γνωρίζει προσωπικά το γνωρίζει κι αυτό. Όσο για την «ανελέητη κριτική», ειλικρινά δεν δίνω δεκάρα. Ζω τη ζωή μου με απόλυτη αταραξία.
 lifo.gr