Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

Προβληματίζουν τα συμπεράσματα από την εκπόνηση της ερευνητικής εργασίας στην Α' Λυκείου

         Δύο-τρεις μελετηροί μαθητές... κυνηγούσαν τους υπολοίπους στα διαλείμματα, για να οργανώσουν την κοινή, ερευνητική τους εργασία. Από την άλλη, οι περισσότεροι έκαναν τις εργασίες τους με τη μέθοδο του «copy-paste» των πηγών της βιβλιογραφίας, που τους πρότειναν οι καθηγητές.  
      Πρόκειται για δύο από τα βασικά συμπεράσματα που εξάγονται από την πρώτη υλοποίηση, από τους μαθητές της Α΄ Λυκείου, της ερευνητικής εργασίας. Κάθε αρχή και δύσκολη, βέβαια, για ένα σημαντικό εγχείρημα, το οποίο όμως αντιμετωπίζει μεγάλα εμπόδια κατά την υλοποίησή του στο ελληνικό σχολείο, όπου οι μαθητές δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται μεταξύ τους και να αξιοποιούν τις πηγές.
        Ειδικότερα, η ερευνητική εργασία καθιερώθηκε από φέτος ως υποχρεωτικό μάθημα και για τις τρεις τάξεις του Λυκείου. Η αρχή έγινε, εύλογα, από τους μαθητές της φετινής Α΄ Λυκείου. Στο πλαίσιο του μαθήματος οι μαθητές -ανά τετράμηνο- επέλεξαν προς ανάπτυξη ένα θέμα. Οι ερευνητικές εργασίες έγιναν υπό την καθοδήγηση ενός ή περισσότερων καθηγητών, που είναι πιθανόν να επιμορφώθηκαν, αλλά όχι σίγουρο, και αναρτήθηκαν στο Διαδίκτυο. Μία από τις εργασίες σε κάθε σχολείο μπορεί να γίνεται στα αγγλικά. Ο βαθμός του μαθήματος προσμετράται ισότιμα με τους βαθμούς των άλλων μαθημάτων.
     Ουσιαστικά, για πρώτη φορά οι μαθητές, δουλεύοντας σε ομάδες, καλούνται να αξιολογήσουν πληροφορίες και να τις συνθέσουν σε μία εργασία. Στόχος είναι η ανάπτυξη κριτικής σκέψης στους μαθητές, η εκπαίδευσή τους, ώστε να αξιοποιούν άλλες πηγές γνώσης πλην του σχολικού βιβλίου, η ανάπτυξη συνεργατικότητας και πνεύματος ομαδικότητας.Μάλιστα, η ερευνητική εργασία εφαρμόζεται σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη.

 «Οι συμμαθητές μου, με τους οποίους ανέλαβα την ερευνητική εργασία -το θέμα της ήταν η σχολική βία- δεν ήθελαν τελικά να συνεργαστούν. Μάλλον δεν κατάλαβαν το περιεχόμενο του μαθήματος, που μας ζητούσε να προστρέξουμε σε πηγές (εγκυκλοπαίδειες, Ίντερνετ, Τύπος) και αφού μελετήσουμε για το θέμα να οδηγηθούμε στα δικά μας συμπεράσματα. Εμένα όμως μου άρεσε πολύ η διαδικασία. Ετσι έκανα σχεδόν μόνη τη δουλειά» ανέφερε, μιλώντας στην «Κ», η 15χρονη Μαρία, μαθήτρια Α΄ Λυκείου σε ιδιωτικό λύκειο της Αθήνας.
        «Τελικά, το βασικό μήνυμα που πέρασε στους μαθητές είναι η αξία της συνεργασίας. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα. Όμως, όπως φάνηκε κατά τη διαδικασία εκπόνησης της εργασίας, τα παιδιά δεν έχουν μάθει να συνεργάζονται στο σχολείο» τόνισε, από την πλευρά της, η καθηγήτρια σε λύκειο του Ωρωπού, Ντίνα Λάκκη, η οποία ανέλαβε τον συντονισμό ερευνητικής εργασίας, που μάλιστα έγινε στα αγγλικά. Το μήνυμα της συνεργασίας, που πέρασε στα παιδιά, είναι ένα -έστω μικρό- θετικό βήμα. 
    Δυστυχώς όμως, απαιτούνται πολλά βήματα, ώστε στο μέσο ελληνικό σχολείο οι μαθητές να μάθουν να αντιμετωπίζουν τα μαθήματά τους, όχι ως ύλη προς αποστήθιση, αλλά ως γοητευτική γνώση. «Μόνο το 20% με 25% των μαθητών προσέγγισαν το θέμα της ερευνητικής εργασίας με κριτική σκέψη. Οι υπόλοιποι έκαναν αντιγραφή, από διάφορες πηγές, κειμένων σχετικών με το θέμα» προσθέτει η ίδια, για να διαπιστώσει ότι «δεν αρέσει στους μαθητές να δουλεύουν κριτικά. Δεν έχουν μάθει από το σχολείο να επεξεργάζονται κείμενα και να εκφράζουν την άποψή τους. Τους βολεύει η στεγνή παπαγαλία»...
Απόστολος Λάκασας/kathimerini.gr

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Οι Πορτογάλοι βιώνουν την κρίση, αλλά υποφέρουν χωρίς αντιδράσεις, χωρίς θυμό, με σιωπή και συγκατάβαση...

     Η Λισσαβώνα του 2012 έχει τόσα πρόσωπα, όσοι και οι ήρωες που εμπνεύστηκε ο Πεσόα.Ελάχιστα άδεια μαγαζιά. Κάποια συσσίτια, που διανέμονται τα βράδια. Μερικοί άστεγοι, κυρίως μετανάστες. Χαμηλή εγκληματικότητα. Ηρεμία και τάξη. Και όμως. Ένα χρόνο μετά το Μνημόνιο, η πορτογαλική κοινωνία έχει υποφέρει πολύ.  
     Οι μισθοί μειώθηκαν σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, τα δώρα κόπηκαν, αργίες καταργήθηκαν, η ανεργία έφτασε το 15% –αριθμός ρεκόρ– όπως και η ύφεση, η οποία για το τρέχον έτος υπολογίζεται στο 3%. Η κυβέρνηση, με την στήριξη της αντιπολίτευσης, κέρδισε τους επαίνους της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας αλλά όχι την εμπιστοσύνη των επενδυτών και την εκεχειρία των αγορών. Η  βελτίωση της ανταγωνιστικότητας εξακολουθεί να είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα της χώρας.           
     Στην Αθήνα νιώθει κανείς στο πετσί του την οργή. Στη Λισσαβώνα, δεν υπάρχει θυμός. Ούτε αντίδραση. Μόνο ένα συγκαταβατικό βλέμμα. Επικρατεί η συμμόρφωση, η παραίτηση, η εσωστρέφεια. Όχι το ορθόδοξο «έχει ο θεός» αλλά το καθολικό «τα βάσανα είναι μέρος της ενάρετης ζωής».
       Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Έλληνα από τον Πορτογάλο; Το ταμπεραμέντο; Η θρησκεία; Η μακρινή και πρόσφατη ιστορία; Η στάση ζωής; Γιατί, αν και οι δύο χώρες συναντιούνται στον ίδιο σφυγμό της κρίσης, έχουν τόσο αντίθετη ρότα; Είσαστε πολλά βήματα μπροστά μας» λέει ο Αντόνιο Πίντο Ριμπέιρο,  μπλόγκερ, συγγραφέας, λέκτορας σε διεθνή πανεπιστήμια και επιμελητής στο Ιδρυμα Γκουλμπενκιάν.«Βέβαια, υπάρχουν και μεγάλες διαφορές.
       Μη θεωρήσετε ότι εδώ δεν υπάρχουν σκάνδαλα ή διαφθορά. Κακές πολιτικές επιλογές. Ένας από τους κύριους λόγους που οδηγηθήκαμε στην κρίση είναι τα χρέη των νοικοκυριών. Βέβαια, γίνομαι έξαλλος, όταν πάνε να φορτώσουν τα πάντα στους πολίτες. Σαφέστατα ξόδευαν πολύ παραπάνω απ’ ό,τι κέρδιζαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποπληρωμή δανείων και καρτών τούς στερεί πάνω από το 70% του ήδη μειωμένου μισθού τους. Όμως, από τη δεκαετία του 1990 και μετά, οι τράπεζες έκαναν τα πάντα για να σπρώξουν τον συντηρητικό και συγκρατημένο μέσο Πορτογάλο σε μια ανεύθυνη καταναλωτική συμπεριφορά. Και το πέτυχαν με εορτοδάνεια, διακοποδάνεια, στεγαστικά. Σε αυτό τον εκμαυλισμό των πολιτών, προσθέστε και τον αθρόο κρατικό δανεισμό κι έχετε τη συνταγή της καταστροφής».
 
      Ο Έλληνας λέει ανοιχτά και απερίφραστα τη γνώμη του και συγκρούεται με τους άλλους. Ο Πορτογάλος δεν θα τοποθετηθεί ευθέως. Θα βάλει στα λόγια του ένα “ίσως”, ένα διφορούμενο στοιχείο».Οι διαδηλώσεις είναι πάντα ήρεμες.Τα πλάνα που δείχνει η τηλεόραση από τα επεισόδια της Αθήνας μάς σοκάρουν. Δεν μπορούμε να ταυτιστούμε με τον θυμό σας. Πολλοί θεωρούν ότι αν χρεοκοπήσετε, θα μας πάρετε στον λαιμό σας.
       Όμως, η Ευρώπη είναι μια οικογένεια και δεν μπορείς να πετάξεις ένα μέλος έξω από το σπίτι, χωρίς να μείνουν βαθιά τραύματα. Πρέπει να σας στηρίξουμε. Εγώ, από το δικό μου μετερίζι, δίνω αγώνα να εξηγήσω στους συμπατριώτες μου τι είναι η σύγχρονη Ελλάδα, μακριά από τα στερεότυπα.Και στην Πορτογαλία έχουμε φτώχεια. Αλλά κρύβεται μέσα στα σπίτια, βιώνεται με ντροπή και ψευτοπερηφάνια. Η μεσαία τάξη εξαφανίζεται. Όμως, δεν υπάρχει καμιά αντίδραση. Μοιάζουμε με κάποιες ηρωίδες των φάδος, που τις κακοποιεί ο εραστής τους αλλά εκείνες συνεχίζουν να τον λατρεύουν και να λένε ότι θα παραμείνουν δίπλα του για πάντα...».  
     «Η Πορτογαλία –όπως και η Ελλάδα– μπήκε στην Ε.Ε. με πολλές ελπίδες μας λέει ένας φίλος δημοσιογράφος. Μέσα σε λίγα χρόνια, οι παραγωγικές δομές άλλαξαν. Ενώ ήμαστε αγροτική και ναυτική χώρα, η οικονομία μας στράφηκε στις υπηρεσίες. Τα χωριά ερήμωσαν και σήμερα εισάγουμε πολλά αγροτικά προϊόντα από χώρες του εξωτερικού. Πολλοί αγρότες προτίμησαν τις επιχορηγήσεις από το να καλλιεργούν τα χωράφια τους. Το ίδιο και οι ψαράδες. Το μόνο που απέμεινε είναι οι καλές μας εξαγωγές, κυρίως στην ένδυση, την υπόδυση και την υφαντουργία, που ακόμα πάνε καλά. Τα χρήματα των ευρωπαϊκών ταμείων έγιναν δρόμοι, ήδη από τη δεκαετία του 1980. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι τα περισσότερα μέλη της τότε κυβέρνησης ήταν πολιτικοί μηχανικοί. Όμως, το οδικό δίκτυο δεν σε βοηθάει να γίνεις πιο παραγωγικός και ανταγωνιστικός...».      
       Για τον πεπειραμένο δημοσιογράφο, η καταστροφή δεν ήρθε μόνο από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας, αλλά και από το λάιφσταϊλ που έφερε το ευρωπαϊκό χρήμα: «Επικράτησε μια άποψη ότι το μόνο που αξίζει είναι η επιτυχία και η κατανάλωση. Μέχρι το 1985, οι Πορτογάλοι αποταμίευαν το 25% των εισοδημάτων τους. Το 1990, το 10% και μετά το 7%. Τώρα όλοι χρωστάμε στις τράπεζες.
     Η έννοια της οικογένειας άλλαξε. Οι νεόπλουτοι Πορτογάλοι ξεφορτώθηκαν τους γονείς, τους οποίους έκλεισαν σε γηροκομεία. Σήμερα τους ξαναθυμούνται διότι έχουν ανάγκη από τις συντάξεις τους. Σύμφωνα με στατιστικές, υπάρχουν 1.000.000 ηλικιωμένοι που ζουν στο όριο της φτώχειας. Χτίστηκαν νέα εμπορικά κέντρα με φίρμες που μας μύησαν στον καταναλωτισμό. Οι πλούσιες χώρες του Βορρά μας έστελναν τα προϊόντα και τα αγαθά τους κι εμείς αγοράζαμε σαν τρελοί. Όπως και η Ελλάδα, έτσι κι εμείς αγοράσαμε ένα γερμανικό υποβρύχιο. Το δικό μας δεν γέρνει, αλλά τι να το κάνουμε; Δεν μας απειλεί κάποιος εχθρός. Η κρίση που ζούμε είναι και δική μας ευθύνη, αλλά είναι “made in EU”».

          Και τώρα τι θα κάνουν οι Πορτογάλοι; «Θα ζήσουν με το Mνημόνιο χωρίς να διαμαρτύρονται», λέει ο έμπειρος δημοσιογράφος. «Όλοι αναγνωρίζουμε ότι ξοδεύαμε παραπάνω και ότι πρέπει να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Αρχίζει να διαφαίνεται μια τάση αλληλεγγύης στους πιο αδύναμους, όπως η φετινή καμπάνια της τράπεζας τροφίμων για τους φτωχούς, που πήγε καλύτερα από κάθε άλλη φορά.   
        Το 80% των Πορτογάλων ψήφισε κόμματα που στηρίζουν τη λιτότητα, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση ανατροπής. Ακόμα κι αν οι αριθμοί δεν δείχνουν βελτίωση των δεικτών –το αντίθετο, μάλιστα– δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Όσο για τους Πορτογάλους πολιτικούς, που παντού κερδίζουν εύσημα για τη συναίνεση, μόνο μία έξυπνη κίνηση έκαναν. Ενώ η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, κρατήθηκαν με νύχια και με δόντια, να μη μπούμε πρώτοι στο Μνημόνιο. Η στάση αυτή τους δικαίωσε. Γιατί η Ελλάδα έγινε όντως το πειραματόζωο».
      Η Ιζαμπέλ Κρουζ Αλμέιδα,διευθύντρια του πιο δημοφιλούς Μνημείου της Λισσαβώνας, του Monasterio de Jeronimos λέει:«Βιώνουμε μια δύσκολη κατάσταση.Όμως, ξέρετε, η ιστορία της χώρας μου είναι πολυκύμαντη. Ήμαστε μια τεράστια αυτοκρατορία με καραβέλες, που έφευγαν από το Μπελέμ κι έφταναν στις Ινδίες και στην Αμερική. Ζήσαμε μια πενηντάχρονη δικτατορία τον 20ό αιώνα. Χάσαμε τις αποικίες και τη δεκαετία του 1970, έφτασε ένα κύμα 1.000.000 προσφύγων από την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη. Το απορροφήσαμε, χωρίς να διαλυθεί το κράτος. Σε όλη μας την πορεία είχαμε χρυσές και σκοτεινές σελίδες. Μάθαμε όμως την τέχνη του βίου. Πιστεύω, λοιπόν, ότι και τώρα θα αντέξουμε. Εμείς οι Πορτογάλοι ξέρουμε να αντέχουμε...»
Μαργαρίτα Πουρνάρα/kathimerini.gr

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Ζοζέ Σαραμάγκου, «Περί τυφλότητος»

       Σε μια πόλη της σύγχρονης Πορτογαλίας, σ ένα φανάρι του δρόμου ένας οδηγός ξαφνικά χάνει το φως των ματιών του, γίνεται τυφλός. Ασφαλώς προκαλείται κυκλοφοριακό πρόβλημα. Όσοι περιμένουν από πίσω βεβαίως και ανυπομονούν και μετά το πρώτο ξάφνιασμα ο παθών οδηγείται στο σπίτι του από κάποιον άγνωστο, που τελικά δεν χάνει την ευκαιρία να του κλέψει το αυτοκίνητο!
     Αυτή είναι η πρώτη σκηνή του βιβλίου, η αρχή μιας επιδημίας τύφλωσης που θα εξαπλωθεί με γρήγορους ρυθμούς στην πόλη και στη χώρα (και ποιος ξέρει πού αλλού), και θα φέρει μέγιστες ανατροπές στη ζωή των ανθρώπων, έτσι όπως την ήξεραν. Εμείς ως αναγνώστες παρακολουθούμε  μια ομάδα από ανθρώπους που τυφλώθηκαν διαδοχικά και βρέθηκαν μαζί λόγω περίστασης (μαζί και το θύμα αλλά και ο δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου), με έναν οφθαλμίατρο, ο οποίος τυφλώθηκε κι αυτός, αλλά η σύζυγός του όχι.
       Αυτή η γυναίκα είναι η μοναδική που διατηρεί την όρασή της σε όλη την ιστορία. Μεταδοτική λοιπόν η τυφλότητα και η κυβέρνηση διατάσσει εγκλεισμό και απομόνωση των τυφλών. Οι δυσκολίες όμως είναι πολλές και αφορούν τον τρόπο που φρουρούνται, που τρέφονται, που αφοδεύουν, ή πεθαίνουν κλπ. Χαρακτηριστικές οι σκηνές που τυφλώνονται οι φύλακες ή και ο ίδιος ο υπουργός την ώρα του διαγγέλματος για τα μέτρα εκτοπισμού.
     Στη «Σπιναλόγκα» τους λοιπόν οι τυφλοί, που όλο και πληθαίνουν, πρέπει να οργανώσουν τη ζωή τους, να διαχειριστούν ζητήματα εξουσίας και δύναμης (και έξωθεν και ανάμεσά τους), φυλετικών διακρίσεων και σεξουαλικών στερεοτύπων, αισθημάτων ανάγκης ή επιλογής, έρωτα, αγάπης, βίας, συγγνώμης, προστασίας των παιδιών και πολλών  άλλων που θα λέγαμε ότι συνιστούν όλο το πλέγμα της κοινωνικής ζωής. Τυφλοί βέβαια και κωμικοτραγικοί, ταπεινωμένοι από την ανημπόρια τους, άλλες φορές εξυψωμένοι ακριβώς από την «καθαρότητα» των επιλογών τους (στο σκοτάδι, για παράδειγμα μπορούν να αγαπηθούν και οι ασχημότεροι και οι γεροντότεροι), αντιμετωπίζουν πρωτότυπα στην μορφή αλλά «πάγια» στην ουσία τους προβλήματα.

      Καταλυτική και ίσως απαραίτητη για την πλοκή και την εξέλιξη, η «βλέπουσα» σύζυγος του οφθαλμιάτρου, που –μάλλον όχι τυχαία- έχει και μια «βλέπουσα» ψυχή. Πρόκειται για μια φιγούρα με ιδιαίτερες αρετές, που παίζει ηγετικό ρόλο στις εξελίξεις, πέρα από την πρακτικά αναπόφευκτη ισχύ της. Την ιδιαιτερότητά της την κρατά κρυφή από τους άλλους πλην του άνδρα της. Ό,τι κάνει το κάνει να φαίνεται σαν να είναι κι αυτή τυφλή.
         Η αφήγηση του Σαραμάγκου είναι ποταμός, με τους διαλόγους να ενσωματώνονται στην αφήγηση, διανθισμένη αυτή από σχόλια του συγγραφέα που είναι ποτισμένα με ένα γλυκόπικρο φιλοσοφημένο χιούμορ. Μαζί του παρακολουθούμε με «ψύχραιμη» στοργή τα τυφλά βήματα της συντροφιάς, σε μια χώρα που όπως φαίνεται τυφλώθηκε ολοσχερώς, σ έναν κόσμο τρομακτικό και άγνωστο. Όχι, δεν πρόκειται για ένα απλοϊκό σχήμα «έχασαν το φως τους και βρήκαν την αλήθεια». Η τυφλότητα απογυμνώνει κάποια πράγματα και ο πόνος της προκαλεί κάποιες «αποκαλύψεις». Αλλά η συνταγή δεν είναι απλή, όπως δεν είναι και οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει μονοσήμαντο «τέλος» ούτε λύτρωση με την έννοια μιας καθολικής αλήθειας. Δεν κερδίζουν οι «καλοί» για να χάσουν οι «κακοί». Το παιχνίδι συνεχίζεται…
       Πολλά «επίπεδα» και «δρόμοι» ανοίγονται, διαβάζοντας αυτήν την ιστορία. Ο τρόπος που μας την αφηγείται ο Σαραμάγκου είναι λεπτά ειρωνικός, αλλά και τρυφερός, χωρίς τίποτα πομπώδες, χωρίς μελό, χωρίς μεγαλοστομίες. Θα μπορούσαμε βέβαια να αισθανθούμε ότι ο αφηγητής ουσιαστικά είναι η γυναίκα που διατηρεί την όρασή της, αυτή είναι ο μοναδικός αυτ-όπτης μάρτυρας. Ίσως όμως έτσι, παρατηρώντας την κι αυτήν ο συγγραφέας, χωρίς να την βάλει σε πρώτο πρόσωπο, την προστατεύει από την …απαίτησή μας να αναλύσει περισσότερο τη δική της θέση. Είναι βέβαια μια ιδιαίτερη ηρωίδα, αλλά έτσι, κρατά μια θέση στην ιστορία διακριτή μεν, αλλά διακριτικά «ισόποση»..
 Κ.Μόντη,vivlio.blogspot.gr

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Μήπως είσαι από τους παλιούς;


      Όσοι γεννήθηκαμε  μέχρι το 1970 ήμασταν συνηθισμένοι στην αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά από το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες υποχρεωτικό μεσημεριανό ύπνο, για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί, για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.
      Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες, χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
        Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα, για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση.Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο, αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά.    
       Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια, όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις, παρά μόνο τον εαυτό σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.

        Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.. Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν, για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα, γιατί μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
       Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε -σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι, για να μας επιβλέπουν.Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;

        Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ, για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
        Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ.. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα και όχι πιάνοντας κουβέντα γραπτώς σε κάποιο chat room.  Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια! Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...
www. newsbomb.gr

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Δεν υπάρχει «Θεός της Ελλάδας»

     
      Στην Ελλάδα υπάρχει μια κακή συνήθεια. Κάθε φορά που δεν μας αρέσει το μήνυμα, «πυροβολούμε» τον αγγελιαφόρο. Αυτό που κυρίως μας αρέσει και στο οποίο έχουμε αναπτύξει σπουδαίες δεξιότητες –η αλήθεια είναι– είναι να κρύβουμε το κεφάλι μέσα στην άμμο, πιστεύοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόβλημα, που βρίσκεται εκεί δίπλα μας, δεν μας αφορά, εξαφανίζεται ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, δεν υπήρξε ποτέ.
      Κάποια στιγμή, όμως, ο χρόνος περνάει, η ανάσα «κονταίνει», το κεφάλι βγαίνει από την άμμο στον αέρα και το πρόβλημα όχι απλώς παραμένει εκεί, αλλά έχει μεγαλώσει. Και καλούμαστε εκ των πραγμάτων, κάποια στιγμή, να φερθούμε, ως λαός, σαν ενήλικες. Αντιλαμβανόμενοι ότι «εκεί έξω» δεν υπάρχει ένα υπέρτατο ον, που πολλοί το έχουν βαφτίσει κιόλας «Θεό της Ελλάδας», πιστεύοντας ακράδαντα σ’ αυτό και θεωρώντας ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί και θα μας σώσει από την καταστροφή. «Θεός» που να μοιράζει... ευρώ δεν υπάρχει, αποδεδειγμένα.Και όσοι τον περιμένουν, καλά θα κάνουν να αρχίσουν να πιστεύουν και στις προφητείες που προβλέπουν το τέλος του κόσμου προς το τέλος του έτους. Τουλάχιστον «θα πάμε» μαζί με όλους τους άλλους, αν αυτό τους παρηγορεί κάπως.
       Οι υπόλοιποι πάλι θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πιο ώριμα. Και να αντιλαμβανόμαστε ότι για να φτάσει η Κριστίν Λαγκάρντ στις αδικαιολόγητες, όντως, υπερβολές της συνέντευξής της στον «Γκάρντιαν» σημαίνει ότι κάποιοι προσπαθούν πλέον, διά της προκλήσεως έστω, να μας ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Ίσως η λύση του ηλεκτροσόκ για ένα λαό που εξακολουθεί να πιστεύει ότι «οι Ευρωπαίοι απλώς μας εκβιάζουν, αλλά στο τέλος θα γίνει το δικό μας», είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αφού όλες οι άλλες απέτυχαν. Ως γνωστόν, ακόμα και τώρα, πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι «και τα λεφτά θα πάρουμε και στο ευρώ θα μείνουμε και το Μνημόνιο θα καταργήσουμε».
    Και μ’ ένα μαγικό τρόπο, θα επιστρέψουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ή και παλαιότερα, όταν το κοινοτικό χρήμα έρρεε άφθονο, είχε τη λογική των «δανεικών και αγύριστων» και καμιά τρόικα δεν ζητούσε μέτρα, πληρωμές και μεταρρυθμίσεις. Τότε, δηλαδή, που ο «Θεός της Ελλάδας» γιορταζόταν καθημερινά και αδιαλείπτως, σε όλη την επικράτεια, από το πρωί ως (αργά) το βράδυ, σε διάφορα «κέντρα –και παράκεντρα– πολιτισμού», που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του «κέντρου» και της περιφέρειας, για να «πνίγουν» οι Έλληνες τους όποιους καημούς σε ουίσκι, έχοντας παρκαρισμένα απέξω 4x4, τζιποειδή και άλλα πολυτελή τετράτροχα.
 Γιώργος Μαντέλας, kathimerini.gr

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Η ιστορία του ανθρώπινου σώματος

         Όταν ο Delacroix έγραφε γι' «αυτό το θαυμαστό ποίημα, το ανθρώπινο σώμα», απηχούσε την κεντρική θέση που κατέχει το σώμα, ντυμένο και γυμνό, στη σύγχρονη δυτική τέχνη. Πραγματικό και υλικό, το σώμα γίνεται στην τέχνη τόπος της φαντασίας, όπου συμφύρονται, για αρκετούς αιώνες, η ιδέα ενός σώματος, που αναπαριστά τον κόσμο σε μικρογραφία, και η ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα αποτελεί την υπενθύμιση της θείας μορφής (πλασμένο κατ' εικόνα του Θεού).
      Ωστόσο, αν η τέχνη προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία απεικονίσεων του σώματος, τόσο η πρόσληψη και η απεικόνιση του σώματος στη σύγχρονη εποχή όσο και οι ποικίλες πρακτικές, όπου εμπλέκεται το σώμα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους επιστημονικές θεωρίες που αναπτύσσονται σχετικά με το ανθρώπινο σώμα. Για παράδειγμα, τον 16ο και 17ο αιώνα, η καθαριότητα του σώματος, συνδέεται με την αντίληψη ότι το ζεστό νερό διεισδύει στο σώμα και κάνει τα όργανα ευάλωτα, γιατί αφήνει τους πόρους ανοικτούς σε μολύνσεις.
       Ο Διαφωτισμός τον 18ο αιώνα, ασκώντας κριτική στη θρησκεία που κάποτε έφθασε ώς την αθεΐα και εισάγοντας νέες αξίες και νέες αντιλήψεις, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια σημαντική αλλαγή στα ήθη που συμπεριλάμβανε και τη στάση απέναντι στο σώμα. Ο θρίαμβος της επιστήμης παραγκωνίζει τότε κάθε μεταφυσική ενασχόληση και επιβάλλει την ιδέα της πλήρους ορθολογικότητας της πραγματικότητας. H γνώση του ανθρώπου αναδεικνύεται σε κύριο αντικείμενο της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης: το ανθρώπινο πνεύμα, το ανθρώπινο σώμα και το ανθρώπινο είδος αποτελούν τους βασικούς πόλους της σκέψης του Διαφωτισμού. Τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά και η επιστήμη της Ανθρωπολογίας, ως μια γενική επιστήμη του ανθρώπου που περιλαμβάνει τη φυσική ανθρωπολογία, αλλά και την εθνολογία και τη γλωσσολογία.

      Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ανθρωπολογία ήταν μια «φυσική ιστορία του ανθρώπου». Ηδη από τον 17ο αιώνα είχαν συγκροτηθεί οι επιστήμες του σώματος - η ανατομία κυρίως - ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ως οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα ο πληθυσμός. Με την πτώση του Παλαιού Καθεστώτος το 1789 και μέσα στο πλαίσιο της ιδεολογίας της ισότητας, η υγιεινιστική φροντίδα για το σώμα θεωρείται κοινωνικό αγαθό στο οποίο έχουν δικαίωμα όλοι, ακόμη και οι κατώτερες τάξεις.    
         H Βιομηχανική Επανάσταση και η ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος αποδίδουν στο σώμα μια τελείως νέα λειτουργία: το ανθρώπινο σώμα, σαν μηχανή, πρέπει να ενταχθεί αποτελεσματικά στην παραγωγική διαδικασία, η δύναμή του να αιχμαλωτιστεί και να χρησιμοποιηθεί ορθολογικά στο νέο οικονομικό σύστημα. Αυτή η νέα οικονομική λειτουργία του ανθρώπινου σώματος, το ενδιαφέρον της πολιτείας για θέματα διαχείρισης του πληθυσμού και των ποικίλων μεταβλητών του (γεννητικότητα, θνησιμότητα, υγεία και ασθένειες, διατροφή και κατοικία κλπ.), η οργάνωση των εθνικών στρατών και ο νέος ρόλος του πολίτη-στρατιώτη και, τέλος, το νέο παιδαγωγικό ενδιαφέρον για τη διάπλαση των παιδιών που ενσωματώνει τη σωματική άσκηση είναι κάποιες από τις παραμέτρους που οριοθετούν την αλλαγή στις αντιλήψεις για το σώμα και την αποδέσμευση από την παραδοσιακή χριστιανική κοσμοθεωρία.
        Το σώμα, το οποίο αποτελούσε τον τελευταίο ομόκεντρο κύκλο της ιδιωτικότητας, όπου η είσοδος ήταν απαγορευμένη, εκτίθεται στο εξής όλο και περισσότερο στο βλέμμα και τη μελέτη. Μέσα στον 20ό αιώνα, η μελέτη του σώματος παύει να είναι αποκλειστικά βιολογική-ιατρική. Οι χρήσεις και οι αναπαραστάσεις του σώματος γίνονται πλέον το αντικείμενο νέων προσεγγίσεων, καταρχάς από την ανθρωπολογία και την ιστορία. Οι προσεγγίσεις αυτές επισημαίνουν ότι το σώμα είναι κοινωνικό και πολιτισμικό προϊόν, φορέας και παραγωγός σημασιών και ότι συνεπώς δεν έχει καθολικό και ουδέτερο χαρακτήρα. Οι σύγχρονοι γάλλοι ιστορικοί εμπνέονται από το έργο του Ν. Elias για τη «διαδικασία πολιτισμού», που δείχνει τη βαθμιαία αυτο-πειθάρχηση του σώματος μέσα από την επιβολή των κανόνων καλής συμπεριφοράς, καθώς και από το έργο του Μ. Foucault, ο οποίος ανέδειξε την εμπλοκή του σώματος σε σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας μελετώντας τις τεχνικές ελέγχου και επιτήρησης στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

       Στο πλαίσιο αυτό, το άρρωστο σώμα, το σώμα που πονά, οι χειρονομίες, η φροντίδα και ο καλλωπισμός του σώματος, η ευχαρίστηση και η ηδονή, η σεξουαλικότητα, το σώμα που πειθαρχεί και υποτάσσεται σε κανόνες, το σώμα που γυμνάζεται αποτελούν ποικίλες όψεις της ιστορικότητας του σώματος, οι οποίες έχουν προκαλέσει έρευνες και μελέτες. H ιστορία του σώματος είναι μια ιστορία της υλικής αμεσότητας και της πολιτισμικής ποικιλίας. Πρωταρχικό στοιχείο της ταυτότητας, ενσάρκωση του εγώ, με την παραπλανητική του οικειότητα και «φυσικότητα», το σώμα μας είναι ένας τόπος της ιστορίας, «το αίμα και η σάρκα της».
Χριστίνα Κουλούρη/ tovima.gr