Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

«Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: άστεγοι,άνεργοι, ανασφάλιστοι και άφραγκοι»

       Νύχτα, στην πλατεία Κλαυθμώνος και οι «θέσεις ύπνου» και τα παγκάκια είναι μοιρασμένα από καιρό. Οι «παλιοί» άστεγοι τα έχουν καπαρωμένα. Οι νέοι βρίσκουν κατάλυμα σε στοές και εισόδους καταστημάτων, κατά προτίμηση κοντά σε φυλασσόμενα κτίρια. Δεν το κάνουν, για να έχουν συντροφιά αλλά διότι η νύχτα είναι άγρια και προτιμούν τοποθεσίες που τις παρακολουθούν και άλλα μάτια. Άλλωστε από καιρό σε καιρό άστεγοι βγάζουν τα μαχαίρια για μια θέση στο παγκάκι. Η εξαθλίωση φέρνει βία.
     Δυτικότερα, στην πολύπαθη πλατεία Ομονοίας, τέσσερις «παλιοί» θαμώνες της κοιμούνται φασκιωμένοι με κουβέρτες πάνω από τις σχάρες του μετρό- ένα από τα λίγα ζεστά σημεία της περιοχής. Απέναντι, σε παρακείμενη στοά, μια ντουζίνα άστεγοι κοιμούνται πάνω σε χαρτόκουτα. Το ίδιο συμβαίνει και σε «καβάτζες» της οδού Αθηνάς και των στενών της γειτονιάς. Κάποιοι ξαπλώνουν στο πεζοδρόμιο, αλλά ο ύπνος τούς παίρνει με δυσκολία, γιατί φοβούνται οτιδήποτε.
       Μερικοί περιφέρονται με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι και μυρίζουν αλκοόλ. Άλλοι μοιάζουν με κορμιά άδεια από ψυχή. Στην άλλη πλευρά του κέντρου, στο Ζάππειο, κάμποσοι άστεγοι προσπαθούν να βολευτούν στα παγκάκια και στα χορτάρια. Κάποιοι μοιράζονται αλκοόλ, για να ζεσταθούν. Γύρω τους δεν κυκλοφορεί ψυχή. Οι περισσότεροι έχουν ψυχολογικά προβλήματα. Δεν γεννήθηκαν όμως με αυτά. Αντίθετα, η πλειονότητά τους τα απέκτησε στην ανέστια περίοδο του δρόμου. Και μάλλον λίγοι θα καταφέρουν να τα ξεπεράσουν...

    Ο κ. Π. Παναγιωτόπουλος , ένας νεοάστεγος, θύμα της οικονομικής κρίσης, βρέθηκε από την πρώτη γραμμή παραγωγής της οικονομίας στον δρόμο. Είναι 61 ετών, μορφωμένος και αριστερός. Εργάστηκε για τρεις δεκαετίες σε θέσεις ευθύνης του ιδιωτικού τομέα. Και σήμερα είναι, όπως λέει, «άφραγκος, άστεγος, άνεργος και ανασφάλιστος». Είναι ένας εκ των προσωρινών φιλοξενουμένων του ξενώνα του Ερυθρού Σταυρού στην πλατεία Κουμουνδούρου.
       "Σε έναν φόνο δεν φταίει μόνο ο θύτης, αλλά συχνά και το θύμα, που μπορεί να άργησε να αντιδράσει ή να ανέχτηκε καταστάσεις"εξηγεί ο 61χρονος. "Είχα βρεθεί για ημέρες στο δρόμο. Είχα δυσκολία να βρω φαγητό και ήμουν χωρίς νερό. Με αλχημείες προσπαθούσα να επιβιώσω.Είχα βρει μία καφετερία στο κέντρο της Αθήνας. Δίπλα της υπάρχουν τρία ιδρύματα,τα οποία φρουρούνται διαρκώς. Πήγαινα να κοιμηθώ εκεί για σιγουριά.Τη νύχτα τα πράγματα είναι πολύ άγρια. Μπορεί να μπλεχτείς σε διαφορές χωρίς να φταις.Εργαζόμουν σε εταιρεία εισαγωγής ενδυμάτων. Οι δύο συνέταιροι αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Βρέθηκα εκτός...Κατοικούσα σε έναν χώρο και αργότερα βρέθηκα εδώ. Δεν είχα πρόσβαση σε σπίτι, όμως δεν ήθελα να απευθυνθώ σε φίλους και ήμουν μόνος. Έχω πάρει διαζύγιο εδώ και χρόνια και δεν έκανα παιδιά."
    "Η παραμονή μου εδώ στον ξενώνα τελειώνει.Λογικό είναι.Υπάρχει μεγάλη ζήτηση εκεί έξω και το βλέπουμε καθημερινά. Λογικά, θα βρεθώ πάλι έξω. Προσπαθούμε εδώ με τους ανθρώπους του ξενώνα να κάνουμε επαφές με επιχειρήσεις,στέλνουμε βιογραφικά για να βρεθεί μια δουλειά. Όμως, όταν ακούν την ηλικία μου,απαντούν “ψάχνω για κάποιον νεότερο”.Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα βρισκόμουν εδώ.Είχα σπίτι και αυτοκίνητο. Αφιερωνόμουν στη δουλειά και αμειβόμουν με το παραπάνω πάντοτε πάνω από τη συλλογική σύμβαση.Δεν έχουμε να αγοράσουμε ένα τσιγάρο.Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός για έναν άνθρωπο που έχει δουλέψει να ζητά ένα τσιγάρο!"

     "Αυτά που ακούμε στην τηλεόραση για τον ΟΑΕΔ είναι καραμέλες.Εδώ είμαστε τα τέσσερα άλφα: Άνεργοι, ανασφάλιστοι, άστεγοι και άφραγκοι.Ο ξενώνας δεν έχει τα κονδύλια.Απευθύνομαι και στους έχοντες για να προσφέρουν κάτι, για να μας βοηθήσει ψυχολογικά.Αυτό το πράγμα είναι παράλογο.Μηδενική ευαισθησία από τους εργοδότες. Αυτές οι εκρήξεις που δημιουργούνται θα στραφούν εντέλει εναντίον τους."
        Σύμφωνα με τη μη κυβερνητική οργάνωση Ρraksis, περί τους 20.000 ανθρώπους στην Ελλάδα στερούνται στέγης.Ανάμεσά τους εντοπίζονται και οι νεοάστεγοι,πολλοί εκ των οποίων μορφωμένοι που φτάνουν στους δρόμους γιατί χάνουν τη δουλειά τους ή δεν καταφέρνουν να βρουν εργασία.Επίσης,ανησυχητικές διαστάσεις λαμβάνει το φαινόμενο των απολυμένων λίγο πριν από τη σύνταξη,αλλά και των νέων ανθρώπων που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις βασικές οικονομικές υποχρεώσεις.Άλλες αιτίες είναι τα χαμηλά εισοδήματα,τα προβλήματα υγείας,η χρήση ουσιών,η απουσία οικογενειακού υποστηρικτικού περιβάλλοντος και η μετανάστευση.
         Πρόκειται για έναν «τέταρτο κόσμο» σύγχρονων κλοσάρ,των οποίων τα δημογραφικά, πολιτιστικά και εκπαιδευτικά αγαθά απέχουν πόρρω από τα παραδοσιακά στερεότυπα του αστέγου.Ο μέσος όρος ηλικίας τους φτάνει τα 47 έτη,ενώ το προσδόκιμο ζωής των αστέγων είναι 20 χρόνια κάτω από τον μέσο όρο.Μάλιστα είναι τέτοια η κατάσταση στους δρόμους,που καταγράφονται έντονες αψιμαχίες για το ποιος θα προλάβει να καπαρώσει ένα παγκάκι για να κοιμηθεί...
www.tovima.gr

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Πού είναι οι διανοούμενοι;

       Από την επιταγή του Πλάτωνα για τη διακυβέρνηση του κόσμου από τους φιλοσόφους έως την κραυγή που ακούγεται τελευταία «πού είναι οι διανοούμενοι, γιατί δεν μιλούν;» είναι πραγματικά μεγάλη η απόσταση. Και είναι σίγουρο πως τώρα, περισσότερο από άλλες ιστορικές στιγμές, και ενώ οι ιδέες κερδίζουν όλο και μεγαλύτερη δύναμη, ο φάρος της σκέψης των πιο ευαίσθητων ηθικά και οξύνοων πολιτικά ανθρώπων μοιάζει θαμπός,pαγκοσμίως.
     Αντίθετα, η φωνή των απανταχού τεχνοκρατών και οικονομολόγων είναι εκκωφαντική. Μονοπωλεί την προβολή. Ποια είναι, όμως, η πολιτική ευθύνη των διανοούμενων; Και καταρχήν υπάρχει; Eίναι αλήθεια πολύ ενδιαφέρον ότι ζήτημα ευθύνης τίθεται σχεδόν αποκλειστικά σε αρνητικά αποτελέσματα.
     Φυσικά, η πολιτική ευθύνη είναι «ένα ζήτημα που δεν αφορά πολίτες, οι οποίοι νιώθουν ότι ζουν παγιδευμένοι μέσα σε ένα κλειστό σύστημα, την κοινωνία και την ιστορία, ή ότι λειτουργούν σαν πιόνια ενός καλά σχεδιασμένου και οργανωμένου παιχνιδιού», όπως λέει ο Θ. Βέικος. Για να νιώσουμε υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση της ιστορίας, πρέπει να είμαστε συνειδητοί παράγοντες.
Η υψηλή αυτογνωσία και η ισχυρή γνώση είναι απαραίτητες προϋποθέσεις. Και είναι κάτι που οι διανοούμενοι διαθέτουν. Έπειτα, αν ο διανοούμενος έχει κύριο πεδίο αναφοράς τη διανοητική καλλιέργεια της κοινωνίας και κατέχει τα όργανα για την ανάλυση της ιδεολογίας και την κριτική της κοινωνικής γνώσης (Chomsky), τότε έχει χρέος περισσότερο από κάθε άλλον πολίτη να μάχεται στο όνομα των πολιτικών και ηθικών αξιών.
     Έχουν οι διανοούμενοι, άραγε, ευθύνη για την παραίτηση ή τη συνθηκολόγηση των πολλών, για τον «αντιδιανοητισμό» των νέων ή για την υποταγή στη μαζική κουλτούρα; Ή μήπως πρέπει να απομακρύνονται από την εμπόλεμη ζώνη και να περιμένουν να καταλαγιάσει η σκόνη, στοχεύοντας στη νηφάλια σκέψη; Μήπως, όμως, και η ουδέτερη στάση ή η σιωπή είναι εντελώς πολιτική στάση; Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Θ. Βέϊκος, «ο φιλόσοφος δεν είναι, βέβαια, ένας «ειδικός» που έχει κατορθώσει να αξιοποιήσει απλά ένα κεφάλαιο ειδικών γνώσεων, όπως ο επιστήμονας, παρά ένας άνθρωπος που έχει πετύχει μεγαλύτερη –άνιση σε σύγκριση με τους άλλους – συμμετοχή σε κοινές αξίες».Αυτό τα λέει όλα...
www.aixmi.gr

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Αν στεγνώσει το μέσα σου, τι τραγούδι να βγει;

- Τι θα αφηγούνται τα εγγόνια σας, μετά από χρόνια, στα δικά τους εγγόνια για τις μέρες που διάγουμε;
      Εγώ θα’ θελα να αφηγούνται αυτό που αφηγούμαι εγώ σ’ αυτά τώρα που είναι μικρά. Κάποτε, στην αγαπημένη μας χώρα ζούσαμε δύσκολα, μας έλειπαν πολλά αλλά δεν μας έλειπε τίποτα. Και μετά ήρθαν άλλες μέρες, ας πούμε εύκολες, όπου είχαμε πολλά αλλά δεν είχαμε τίποτα. Η αξία της ζωής δεν είναι στα υλικά πράγματα. Αυτό θα’ θελα να ακούνε τα μικρά ελληνόπουλα και σ’ αυτό να καταλήξουν, όταν με το καλό γίνουν παππούδες.

- Έχετε αναφέρει πως όταν η Ελλάδα νιώσει το «δεν θέλω να πεθάνω» θα ενεργοποιηθεί για να περισώσει τις σημερινές και τις επόμενες γενιές. Θεωρείτε ότι έχει ακόμη τη δύναμη να το προσπαθήσει;
      Την έχει αυτή τη δύναμη. Πρέπει οι πολίτες να δραστηριοποιηθούν εθελοντικά, γιατί το κράτος δεν μπορεί. Η πόλη δεν μπορεί πια να συντηρήσει τους κατοίκους της. Το οικονομικό μοντέλο που ακολούθησε απ’ τα χρόνια του ’50 – ’60 και μετά, δηλαδή οικοδομές, εργολαβίες κλπ τελείωσε. Τώρα θα μας σώσει η επαρχία. Πρέπει εθελοντικά να αναπτυχθούν σχέδια, να δημιουργηθούν χωριά ή κωμοπόλεις υποδοχής, στην ύπαιθρο. Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι ανέργων που μένει στο Παγκράτι με δύο παιδάκια και έχουν τα πεθερικά στην Κυψέλη με μια σύνταξη, να φύγουν όλοι μαζί και να πάνε σε ένα χωριό ή κωμόπολη υποδοχής, για να αρχίσουν μια μικρή επιχειρησούλα με πολύ μικρές φιλοδοξίες, μ’ ένα πολύ «μικρό» ΑΦΜ, να βγάζουν 1500 ευρώ το μήνα, να παίρνει κι ένα 100ρικο η εφορία, όχι για να περάσουν οι δύσκολες μέρες, αλλά για να αλλάξουν ζωή και ποιότητα. Και να δεσμευτούν όσοι καλλιτέχνες, άνθρωποι του θεάτρου κλπ θέλουν, να περνούν απ’ αυτά τα μέρη της υποδοχής δύο φορές το χρόνο, για να μη μένουν μόνοι τους οι άνθρωποι. Ξέρετε, ήδη οι πολίτες, χωρίς φωνές, συζητούν τέτοια πράγματα μέσα στα σπίτια τους. Θα αρχίσουμε να τα βλέπουμε σε λίγο. Αντίστοιχα, κάποιος που βγάζει πάνω από 50.000 – 60.000 ευρώ το χρόνο, ας δίνει το 1/10 σε μια οικογένεια που να την ξέρει, ότι π.χ. έμειναν άνεργοι και οι δύο. Εγώ τέτοια πράγματα πιστεύω ότι θα γίνουν. Η κρίση μας αναγκάζει να σκεφτούμε περισσότερο απ’ όσο σκεφτόμαστε. Μας χρειάζεται η δημιουργική ανάσα, η παραγωγική φλόγα. Αυτό θέλω να δούμε, κι ας φτωχύνουμε.

- Στα μέσα της χρονιάς, ερωτώμενος για τις αιτίες της κρίσης που βιώνουμε είχατε συμπεριλάβει και την ευχή «Καλό συμμάζεμα». Μετά και τη σύσταση της κυβέρνησης συνεργασίας τη βλέπετε να πραγματοποιείται;
     Κάτι πήγε να γίνει, αλλά φτάσανε τελικά σε μια συναίνεση, αλληλομισούμενοι και με 49 υπουργούς. Δηλαδή πάλι τα ίδια. Μα δεν καταλαβαίνουν τίποτα αυτοί οι άνθρωποι. Δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτα.

- Την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου, μεγάλη εφημερίδα αποκαλύπτει την ύπαρξη σταγονιδίων της χούντας στη σχολή Ευελπίδων, σε μια περίοδο απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, κάτι που προκαλεί ανησυχία στους δημοκρατικούς πολίτες. Να …ανησυχούμε;
     Να ανησυχούμε, διότι αρκούν δυο – τρεις τρελοί και πέντε – έξι τανκς. Και μάλιστα τώρα είναι ευκολότερο σε σχέση με τον Απρίλιο του ’67 που υπήρχαν ακόμη κάποιες δομές. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Αλλά θέλω να προσθέσω και το εξής: Το επάγγελμα του στρατιωτικού είναι το επάγγελμα του «να πεθαίνεις». Όταν λοιπόν ένας νεαρός αξιωματικός που εκπαιδεύεται γι’ αυτό, βλέπει να ξεφτιλίζονται όλα γύρω του, αρχίζει κι έχει δικαιολογημένες ανησυχίες. Εάν δεν υπάρξει μια σοβαρή απάντηση σ’ αυτές τις ανησυχίες, τότε η πειθαρχική δίωξη δεν αρκεί. Αυτό που με ανησυχεί δηλαδή, δεν είναι ότι κάποιοι περιφρόνησαν τη στρατιωτική πειθαρχία, είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρή απάντηση στις ανησυχίες τους που είναι αληθινές. Απουσιάζει η σοβαρή απάντηση. Οι νέοι αξιωματικοί βλέπουν τη χώρα τους ταπεινωμένη, εξευτελιζόμενη και φρικάρουν.

- Ακούγεται ότι ο πολίτης «βρίσκει καταφύγιο» στην τέχνη σε χαλεπούς καιρούς. Είναι, τελικά, μια από τις ευκαιρίες της κρίσης; Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά απ΄ τις παλιές ιαχές;
     Είναι αλήθεια ότι προηγήθηκαν χρόνια όπου κραυγές με τον μανδύα της τέχνης έκοβαν εισιτήρια. Κι εγώ το έκανα, αν και σε χρόνια ακόμα πιο παλιά, χρόνια του ’63 – ’65 όπου το να είσαι αριστερός είχε κόστος. Έβγαλα κι εγώ κραυγές: «Ε, ε, ήλιε ήλιε αρχηγέ…». Θυμάμαι ότι το πρωτοτραγούδησα σε μια απεργία εργατών, σε ένα γήπεδο στο Περιστέρι. Δεν είχαν φώτα, και είχαν ανάψει τους προβολείς δύο αυτοκινήτων, για να φωτιζόμαστε. Εννοείται ότι «πήρα την κερκίδα με το μέρος μου» μ’ αυτό το τραγούδι. Γενικά όλο το «Φορτηγό», που βγήκε το ’66, ήταν μια κραυγή. Πρέπει να προσθέσω ότι μια κραυγή είναι καλή άμα θες να «γκρεμίσεις» κάτι. Εγώ όταν έκανα το «Φορτηγό» ένιωθα να γκρεμίζω μέσα μου ό,τι μέχρι τότε κυκλοφορούσε ως τραγούδι. Ωραία, το γκρεμίζεις. Και μετά; Μετά χρειάζεται κάτι άλλο. Και ευχαριστώ το θεό που το κατάλαβα όταν ήμουν νέος ακόμη. Αυτό το άλλο, προσπάθησα να εκφράσω στο «Περιβόλι του τρελού» και στους δίσκους που ακολούθησαν. Έστω και αργά χαίρομαι που ο κόσμος αρχίζει να αναζητά αυτό το «κάτι άλλο» μέσα στην τέχνη. Εδώ είμαστε τώρα…

- Τι λείπει από τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου; Γιατί έχει χαθεί η μαγεία στα μουσικά δρώμενα σήμερα;
     Η μαγεία του τραγουδιού σκοτώθηκε από μια θανατηφόρα εξωστρέφεια που επικράτησε μετά τη μεταπολίτευση. Είτε επρόκειτο για τραγούδια «λαϊκο-πόπ», είτε για πολιτικά, χαρακτηρίζονταν κατά τη γνώμη μου από μια σοβαροφανή εξωστρέφεια. Τα μεν «λαϊκο-ποπ» λαχταρούσε το lifestyle, τα δε λεγόμενα έντεχνα και πολιτικά, έριχναν όλο το βάρος τους σε μια κριτική της εξουσίας, σε μια διαχείριση και νομή της. Καταρχήν αυτό δεν είναι κακό. Όταν όμως το παρακάνουμε, τότε αυτή η έντονη εξωστρέφεια, έχει σαν αποτέλεσμα σιγά – σιγά να στεγνώσει το «μέσα» μας. Κι αν στεγνώσει το «μέσα» σου, όχι τραγούδι, ούτε πολιτισμό, ούτε πολιτική, ούτε οικονομία, ούτε φρόνημα μπορείς να έχεις. Φτιάχνεις μόνο στερεότυπα. Τα οποία κυκλοφορούν ως κλισέ του έντεχνου ή του lifestyle και δεν λένε τίποτα. Και πάλι καλά πως μπορέσαμε να έχουμε αρχικά τους νεότερους μου Μάλαμα, Περίδη, Δεληβοριά και εν συνεχεία και τους ακόμη νεότερους Μουζουράκη, Μποφίλιου, Μπαλάφα, Καρακώστα… Υπάρχουν αξιόλογα παιδιά.

- Τα τελευταία σας έργα είναι παιδικά βιβλία. Πόσο δύσκολο και απαιτητικό κοινό είναι τα παιδιά;
      Απαιτητικό είναι, γιατί αν βαρεθούν σηκώνονται και πάνε στο άλλο δωμάτιο, δεν τηρούν δηλαδή ούτε τα προσχήματα. Απ’ την άλλη είναι εύκολο, γιατί μπορείς να διηγηθείς οτιδήποτε. Από ένα περιστατικό που σου έτυχε με έναν ταξιτζή το μεσημέρι, μέχρι τη ραψωδία με την Καλυψώ από την Οδύσσεια. Το θέμα είναι, και εκεί βρίσκεται η δυσκολία, να μπορείς να καλλιεργείς και να αφήνεις τον εαυτό σου να καθοδηγείται από μια βαθιά σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον αφηγητή και στο παιδάκι. Η δυσκολία στην αφήγηση δεν είναι να βρεις τις κατάλληλες λέξεις αλλά να έχεις την ικανότητα αυτής της βαθιάς σχέσης. Αν την έχεις, οι λέξεις έρχονται από μόνες τους.

- Τι γνώμη έχετε για τα νέα μέσα όπως, πλέον, τα ψηφιακά βιβλία; Δικαίως τα παραδοσιακά μέσα συγκρίνονται με τα σύγχρονα;
      Το τυπωμένο βιβλίο όπως και το βινύλιο, κάνουν την τέχνη, «χειροπιαστή». Έβαζες έναν καφέ, κι ενώ έπαιζε η μουσική έπιανες το εξώφυλλο στο χέρι, και έβλεπες τη φωτογραφία, τα κείμενα, τους συντελεστές, το studio κλπ. Το ίδιο και το βιβλίο, μύριζε, το ξεφύλλιζες, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι μπορούν και παίρνουν το ηλεκτρονικό βιβλίο τους και το laptop τους στην τουαλέτα, χάθηκε η μάχη, πάει το βιβλίο. Γιατί εγώ έλεγα πριν λίγο καιρό ότι, εν πάση περιπτώσει, πως θα κουβαλάς τον υπολογιστή στο κρεβάτι σου ας πούμε, στην τουαλέτα, ή στο τρένο; Να που γίνεται… Τα CD, ποτέ δεν τα χώνεψα, γιατί πρέπει με ένα φακό να διαβάζεις τα γραμματάκια. Είναι πολύ μικρό. Σκέφτομαι μερικές φορές πως θα αισθανόντουσαν άραγε εκείνοι οι άνθρωποι, που γράφανε με ένα φτερό πάνω σε έναν πάπυρο και πήγαινες μέσα σε βιβλιοθήκες με παπύρους και τους ξετύλιγες, για να τους διαβάσεις; Πώς θα αισθανόντουσαν αυτοί οι άνθρωποι, όταν ο Γουτεμβέργιος έκανε τα βιβλία; Κάπως έτσι αισθάνονται οι άνθρωποι της γενιάς μου. Αλλά έτσι είναι η ζωή, τι να κάνουμε; Ναι λοιπόν, νομίζω ότι το βιβλίο θα είναι όπως τα βινύλια, μια νοσταλγία, και κατά τα άλλα ο κόσμος θα είναι σε μια οθόνη σκυμμένος.

- Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο; Πόσο επηρεασμένο και «εμπνευσμένο» από τις σημερινές συνθήκες είναι αυτό;
     Πάντα με ενέπνεε η επικαιρότητα, ποτέ δεν ήμουν όμως επικαιρικός, γιατί το τραγούδι έρχεται μετά από 2-3 χρόνια, όταν το γεγονός έχει πάψει να είναι επίκαιρο. Ετοιμάζουμε, με τη Συμφωνική της ΕΡΤ, το μουσικό παραμύθι «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Σεργκέι Προκόφιεφ. Δεν απαντά, βέβαια στο κόψιμο των μισθών και των συντάξεων όμως, όπως όλα τα κλασσικά έργα, έχει μια παράξενη δύναμη. Η δύναμη της τέχνης μας κάνει ανθρώπους. Έχετε παρατηρήσει όταν παρακολουθείτε ένα ωραίο έργο, μια ωραία παράσταση, μια ωραία μουσική…; Όταν τελειώνει, αισθάνεσαι μέσα σου ευγενέστερος, δηλαδή ικανότερος να αντιμετωπίσεις τα πολύπλοκα προβλήματα της καθημερινότητας με ανθρώπινη αξιοπρέπεια και καινούργια αντοχή.

- «Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις – ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί – και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης – στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί». Θα σταματήσει ποτέ ο τόπος αυτός να «τρώει τα παιδιά του»;
     Δεν είδα ποτέ να γίνεται μια απεργία, μια συνδικαλιστική προσπάθεια, στα προηγούμενα χρόνια, με αίτημα να σταματήσουν οι διορισμοί στο δημόσιο, γιατί βουλιάζει η χώρα. Καταλαβαίνω τον ηλεκτρολόγο που δεν μου κόβει απόδειξη, αλλά και κοτζάμ γιατρός, δεν ντρέπεται που κάνει το κορόιδο; Όπως λέει μια φίλη, θα σταματήσει ο τόπος να «τρώει τα παιδιά του» όταν τα παιδιά του σταματήσουν να «τρώνε τον τόπο».

- Τι μερίδιο ευθύνης αναλογεί στον πολίτη που και δια των επιλογών του βρίσκεται τώρα σε αυτή την κατάσταση;
    Η ευθύνη ανήκει πάντα σε αυτόν που, ενώ είχε την ικανότητα της πρόβλεψης δεν έπραξε τα δέοντα. Πώς να αντισταθείς σε ένα κυρίαρχο ρεύμα που έρχεται από το κατεστημένο και που όλοι ακολουθούν; Αφού σου έλεγε η τράπεζα «πάρε δάνειο», τι θα πεις «όχι»; Αυτών είναι η ευθύνη. Των ανθρώπων που μας κουμαντάρουν. Βεβαίως καλό είναι να υπάρχει μια αυτοκριτική, γιατί στο κάτω – κάτω ξεχάσαμε κι εμείς την ανατροφή μας, γιατί ο μπαμπάς και η μαμά μας έλεγαν «μην δανείζεστε, μη χρωστάτε». Είχαν περάσει πολύ δύσκολα χρόνια, με τις κατοχές και τους εμφυλίους, είχαν ζήσει το «κραχ», είχανε μάθει.

- Στο εξωτερικό θεωρούμαστε «Κωλοέλληνες». Πώς θα το αποτινάξουμε;
      Οι «Κωλοέλληνες» είναι οι άνθρωποι εκείνοι που νόμιζαν ότι ο άκρατος καταναλωτισμός, που ήταν από δάνεια βέβαια, οφειλόταν στους αγώνες τους. Αυτό είναι ο «Κωλοελληνισμός». Αν σταματήσει αυτό το πράγμα και κάνουμε μια δημιουργική προσπάθεια βεβαίως και θα αλλάξει η εικόνα έξω. Μας συμπαθούν έξω. Απλώς έχουν τρελαθεί κι αυτοί με τις δικές μας ασυναρτησίες. Και εν πάση περιπτώσει κι αυτοί δεν είναι αμόλυντοι. Έχουν περάσει την Ελλάδα δεκαπέντε ακτινογραφίες. Αν περάσουμε τη Γερμανία δεκαπέντε ακτινογραφίες δεν θα βρούμε παρεκκλίσεις, μίζες, ανακολουθίες;

- Ποιο είναι το τετράστιχο που περικλείει τη ματιά σας για το ελληνικό σήμερα;
     Μα, το γνωστό: «Τον χειμώνα τούτο άμα τον πηδήσαμε – για άλλα δέκα χρόνια άιντε καθαρίσαμε…». Γιατί φανερώνει την δυσκολία αλλά αφήνει και μια ελπίδα.
Βαγγέλης Λιακόγκονας/ www.aixmi.gr