Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Επάγγελμα "εκπαιδευτικός"

       Ο Freud εμπιστεύτηκε κάποτε στην πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη (Bonaparte, 1931) ότι «στην εκπαίδευση ό,τι κι αν κάνει κανείς, το κάνει λάθος».
      Και το 1937, στο “Ανάλυση που τελειώνει και ανάλυση που δεν τελειώνει”, ο ίδιος χαρακτήριζε ως «μη δυνατά» τα επαγγέλματα του εκπαιδευτικού, του πολιτικού και του αναλυτή, θέλοντας να τονίσει έτσι ότι σε κάθε μια από τις περιπτώσεις αυτές οι «επαγγελματίες» βρίσκονται (ή θα πρέπει να βρίσκονται) σε μια τόσο στενή και βαθιά σχέση ψυχικής αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, μεταβιβαστικού τύπου, με τους ανθρώπους στους οποίους αποσκοπεί η εργασία τους, ώστε τα αποτελέσματα της να εξαρτώνται κυρίως από αυτήν ακριβώς τη σχέση και όχι τόσο από τις δικές τους ενέργειες.
      Στο πλαίσιο της επαγγελματικής του ταυτότητας ο εκπαιδευτικός καλείται να διαχειριστεί, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, μέσα του αλλά και στις διαπροσωπικές του σχέσεις, μια σειρά από συγκρούσεις, που συχνά είναι οδυνηρές ή τουλάχιστον δυσεπίλυτες. Θα ασχοληθούμε εν συντομία με τρεις από αυτές, ίσως τις πιο χαρακτηριστικές.
        Η πρώτη έχει να κάνει με την εξιδανίκευση αλλά και ταυτόχρονα την απαξίωση της εργασίας του όσο και του ίδιου από την κοινωνία και την πολιτεία. Είναι γνωστή εξάλλου στην ψυχαναλυτική ψυχολογία η σχέση της εξιδανίκευσης με την επιθετικότητα. Από το ένα μέρος, το μήνυμα που παίρνει ο εκπαιδευτικός είναι ότι αυτό που κάνει είναι εξαιρετικά σημαντικό, ότι η κοινωνία του έχει εμπιστευτεί τα ίδια της τα όνειρα και το μέλλον, ότι η εργασία του δεν αποτελεί καν επάγγελμα αλλά λειτούργημα, ενώ από το άλλο, αυτό που εμπράκτως του απευθύνεται είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο: είναι η κοινωνική ανυποληψία, η υποτίμηση, ακόμα και η περιφρόνηση. Σε μια κοινωνία όπου τα πάντα μετρώνται με το χρήμα, οι αμοιβές των εκπαιδευτικών αποτελούν ένα κραυγαλέο και αδιάψευστο δείκτη της κοινωνικής αξίας που φαίνεται να τους αναλογεί.
       Μια δεύτερη σύγκρουση, ιδεολογική αυτή, συνδέεται με το δίπολο ελαστικότητα vs. αυστηρότητα. Από τη μία, τόσο η περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα του ανταγωνισμού όσο και ο ρόλος του κοινωνικού ελέγχου και της επιλογής που ανατίθεται από την κοινωνία και την πολιτεία στο σχολείο απαιτούν από τον εκπαιδευτικό να αξιολογεί τους μαθητές του και να είναι αυστηρός. Από την άλλη, οι αξίες του αντι-αυταρχισμού, της ανοχής και της επιτρεπτικότητας που αιωρούνται επίσης μέσα στην ίδια ιδεολογική ατμόσφαιρα, απαιτούν ταυτόχρονα από τον εκπαιδευτικό να είναι ελαστικός Δεν είναι καθόλου εύκολο να ανακαλύπτει κανείς διαρκώς τη σωστή δοσολογία πάνω σ' αυτόν τον άξονα, ώστε να μπορεί να είναι τόσο ελαστικός που να μην παύει να είναι και όσο χρειάζεται αυστηρός, ή να είναι τόσο αυστηρός που να μη χάνει και την ελαστικότητα που οφείλει επίσης να έχει.

       Μια τρίτη αντίθεση και σύγκρουση είναι ανάμεσα στα στοιχεία ενήλικας και παιδί. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει την εξής ιδιαιτερότητα: ο εκπαιδευτικός καλείται να περνά το μεγαλύτερο μέρος της εργάσιμης μέρας του ως μόνος ενήλικας αυτός μέσα σε μια ομάδα παιδιών ή εφήβων.
         Για να μπορέσει να κάνει σωστά τη δουλειά του, κάτι που προϋποθέτει την ουσιαστική και σε βάθος επικοινωνία με τους μαθητές, ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει την ικανότητα να ταυτίζεται εν μέρει με το μαθητή. Εν μέρει, γιατί θα πρέπει και να μπορεί να παραμένει ενήλικας, ώστε να λειτουργεί σαν δάσκαλος.
       Πώς να διατηρεί ανέπαφη και νηφάλια αυτή την ενήλικη πλευρά του επαγγελματικού εαυτού του, όταν κατακλύζεται από παιδικές συμπεριφορές που εγκαλούν διαρκώς και αναπόδραστα το παιδί που είναι μέσα του; Ένα παιδί, που από το άλλο μέρος δεν είναι το ίδιο εύκολο, ή δεν είναι πάντα το ίδιο εύκολο, σε όλους τους εκπαιδευτικούς να το αντιμετωπίσουν και να έχουν ψυχική επαφή μαζί του, γιατί συμβαίνει να είναι ένα παιδί που έχει υποφέρει, ένα παιδί που αισθάνεται νωπή ακόμα τη ντροπή και την ενοχή (Navridis, 1998), το φθόνο, την οργή, την εγκατάλειψη; Με ποια πλευρά του εαυτού του να ταυτιστεί ο εκπαιδευτικός; Με την ενήλικη ή την παιδική; Απέναντι σε ποια άλλη;
       Μερικές φορές, η εμμονή πολλών εκπαιδευτικών να προτάσσουν στην επικοινωνία το ενήλικο κομμάτι του εαυτού τους λειτουργεί ως αμυντική προκάλυψη που τους επιτρέπει να αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν άμεσα βαθύτερες ψυχικές τους ανάγκες και αιτήματα. Ανεξάρτητα δηλαδή από τη συγκεκριμένη χαρακτηροδομή και την ψυχοπαθολογία που μπορεί να έχει ένας εκπαιδευτικός, η δυσκολία του να εκφράσει συναισθηματικά αιτήματα έχει να κάνει και με το επάγγελμα και αυτή ακριβώς η ψυχοκοινωνική και επαγγελματική πτυχή του προβλήματος είναι που μας απασχολεί στο πλαίσιο αυτού του κειμένου.
       Πώς κατασκευάζεται αυτό το επαγγελματικό ιδίωμα; Από το γεγονός ότι η ίδια η παιδαγωγική σχέση, λόγω της ηλικιακής ασυμμετρίας της, αλλά και της δομικής ανισοτιμίας των ρόλων που προϋποθέτει καθώς πραγματώνεται μέσα σ' ένα ακραία υπερεγωτικό αξιακό καθεστώς υψηλών εξιδανικεύσεων, με κεντρικό όρο το ίδιο το «παιδί», αυτοθυσίας, αλτρουισμού και αυστηρότητας, απαιτεί διαρκώς από το δάσκαλο να αναστέλλει τις προσωπικές του ανάγκες υπέρ των αναγκών του μαθητή, στον οποίο αισθάνεται ότι οφείλει να προσφέρει αφειδώς, εκτός από γνώσεις, το ενδιαφέρον, τη φροντίδα και την αγάπη του.

      Επίσης, οι εκπαιδευτικοί βιώνουν μεγάλη ψυχική και σωματική ένταση στη δουλειά τους και άγχος, από την πίεση ενός παράλογα αυστηρού επαγγελματικού υπερεγώ, που τους επιβάλλει άκαμπτους και απαιτητικούς κανόνες σχετικά με το ωράριο διδασκαλίας και παρουσίας τους στο σχολείο, με την τήρηση του προγράμματος και της διδακτέας ύλης, την καθημερινή προετοιμασία για το μάθημα και τη δουλειά που πρέπει να παίρνουν στο σπίτι.
        Η υποχρέωση να διδάσκουν προκαλεί στους εκπαιδευτικούς άγχος, γιατί ασυνείδητα προβάλλουν στους μαθητές τους το δικό τους (επι)κριτικό και απαξιωτικό υπερεγώ. Είναι δηλαδή σαν να μη μιλάνε προς τους μαθητές, αλλά να απευθύνονται σε μια πλευρά του βαθύτερου εσωτερικού εαυτού τους, που αν κάνουν κάποιο λάθος, αν τύχει να παραλείψουν κάτι, είναι έτοιμη να τους ελέγξει, να τους αποδοκιμάσει και να τους επιπλήξει με τον πιο προσβλητικό τρόπο.
      Η απροκάλυπτη τέλος επιθετικότητα, η έντονη αμφισβήτηση και η βία των μαθητών σε πραγματικό επίπεδο, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς και η πραγματική πλέον απειλή εκδήλωσης ακόμη και σωματικής βίας προς τους καθηγητές, σε μια εποχή μάλιστα χαρακτηριστικής και γενικευμένης κοινωνικής έκπτωσης του κύρους της εξουσίας και του σεβασμού για τους θεσμούς, οξύνει ακόμα περισσότερο το φαντασιωσικό τρόμο, που ούτως ή άλλως προκαλεί ασυνείδητα ο έφηβος στον εκπαιδευτικό (όπως άλλωστε και στο γονιό).
Εάν σε όλα αυτά προστεθούν και οι δυσκολίες που συνήθως υπάρχουν στις σχέσεις με τους συναδέλφους, οι οποίες συχνά είναι ή βιώνονται ως ακραία ανταγωνιστικές, με βασικό αντικείμενο την αγάπη και την προτίμηση των μαθητών, έχουμε το συνοπτικό πανόραμα των προβλημάτων μιας μάλλον παραγνωρισμένης επαγγελματικής καθημερινότητας, που παρόλα αυτά τείνει να προκαλεί το φθόνο της υπόλοιπης κοινωνίας, η οποία επιμένει να θεωρεί τους εκπαιδευτικούς προνομιούχους.
Η πραγματικότητα βεβαίως είναι τελείως διαφορετική. Τα ψυχολογικά και ψυχοσωματικά προβλήματα δεν είναι διόλου σπάνια στους εκπαιδευτικούς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που φτάνουν ακόμη και μέχρι τη νευρική και ψυχική εξουθένωση, το λεγόμενο burnout.                                       

Κλήμης Ναυρίδης

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Όταν η κρίση της Αργεντινής σάρωνε στο διάβα της ζωές, αξίες, θεσμούς, όνειρα...

     "Η χρονιά της ερήμου" του νέου και ελπιδοφόρου αργεντινού συγγραφέα Πέδρου Μαϊράλ, στις εκδόσεις Πόλις, είναι ένα μυθιστόρημα για την Αργεντινή της κρίσης. Είναι σίγουρα υπερτονισμένο ως ένα βαθμό, γιατί ο συγγραφέας θέλει να αποδώσει μια φρικιαστική αλληγορία για την τρομακτική κρίση της Αργεντινής που ξέσπασε και σάρωσε στο διάβα της ζωές, αξίες, θεσμούς, όνειρα. Η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας προκαλεί ανατριχίλα:
        Το ηλεκτρικό κόβεται, οι υπολογιστές αντικαθιστώνται με γραφομηχανές, το πλύσιμο στο πλυντήριο γίνεται πολυτελής συνήθεια, αφού δεν υπάρχουν ρεύμα και απορρυπαντικά. Αντικαθίσταται από το πατροπαράδοτο πλύσιμο στη σκάφη, συχνά χωρίς σαπούνι. Οι εκπομπές στην τηλεόραση προβάλλονται με διακοπές που όσο πάνε επεκτείνονται.Τα ίδια και το ραδιόφωνο που αποτελεί πηγή ενημέρωσης και ψυχαγωγίας στους ελευθέρους πολιορκημένους.
      Η βενζίνη γίνεται σπάνιο είδος, τα νοσοκομεία μένουν από φάρμακα, υλικό και ιατρικά εργαλεία. Οι γιατροί αναγκάζονται να γυρίσουν στα παλιά πατροπαράδοτα μαντζούνια της μεσαιωνικής επαρχίας, για να ανακουφίσουν πρόσκαιρα και όχι για να θεραπεύσουν, τους αρρώστους. Οι επιδημίες θερίζουν ανθρώπινες ζωές, χωρίς κανείς να μπορεί να τις αντιμετωπίσει.
    Και όταν δεν θερίζουν οι επιδημίες, θερίζουν οι σφαίρες, καθώς οι δρόμοι είναι γεμάτοι οδοφράγματα, με μόνιμη την υπόκρουση των εκρήξεων, το κροτάλισμα των όπλων, με τις κάνες να προβάλλουν από ανοιχτά παράθυρα και να σκορπούν τον θάνατο. Το κέντρο της πόλης βρίσκεται στο έλεος συμμοριών, ένστολων και επαναστατημένων, έτσι που η πεινασμένη επαρχία έχει εισβάλει στην πρωτεύουσα και διαγουμίζει το καθετί.

      Ηχητική υπόκρουση οι λεηλασίες στα καταστήματα, το σπάσιμο των βιτρινών με τους ιδιοκτήτες ένοπλους να υπερασπίζονται το βιος τους, οι προκηρύξεις, τα επαναστατικά τραγούδια και συνθήματα. Λαϊκοί ηγέτες της στιγμής, ριζοσπάστες συνθηματολόγοι, ένοπλες ομάδες ρέμπελων και ένοπλες ομάδες πραιτωριανών του καθεστώτος, σε ένα τραγικό χορό θανάτου, με δίκες και θανατικές εκτελέσεις χωρίς απολογία και χωρίς δικαστική απόφαση. Παντού το δίκιο της κάνης, η επιβολή του ισχυρότερου.
        Οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους, αρνούνται να κατέβουν στους δρόμους που περπατούσαν, τα οικοδομικά τετράγωνα επικοινωνούν μεταξύ με υποτυπώδεις εναέριες γέφυρες, και οι σφαίρες να σφυρίζουν γύρω τους. Οι ανθρώπινες σχέσεις, τα συναισθήματα γυρίζουν εκατομμύρια χρόνια πίσω, όταν τα δίποδο ον που λέγεται άνθρωπος είχε σπίτι του την ζούγκλα.
      Τα σχολεία μένουν χωρίς βιβλία και χωρίς χαρτί να γράψουν οι μαθητές, το γκάζι είναι κομμένο, οι άνθρωποι μαγειρεύουν το λιτό φαγί τους ακόμη και με προσάναμμα τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών τους. Ένα ατέλειωτο ανθρωπομάνι κατατρεγμένων ,πεινασμένων, ειδικά στην παραμεθόριο, φεύγουν ποδαρόδρομο από τη χώρα να γλυτώσουν από την πείνα, τη δυστυχία και το θάνατο.

      Η ηρωίδα του βιβλίου , η Μαρία Βαλπέζ Νεϊλαν, ζούσε μια ήρεμη μικροαστική ταχτοποιημένη ζωή. Γραμματέας σε μια λατινοαμερικάνικη πολυεθνική, φρόντιζε τον πατέρα της και φλέρταρε τον όμορφο νεαρό Αλεχάντρο.Η κρίση της ανέτρεψε τα πάντα και τη βυθίζει σταδιακά στη φρίκη.Ο Αλεχάντρο συλλαμβάνεται από τις δυνάμεις του καθεστώτος, η ίδια χάνει την δουλειά της, γίνεται νοσοκόμα για να φροντίσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα της, εγκαταλείπει το νοσοκομείο, για να μη γίνει ένα από τα επόμενα θύματα σε αυτή την επικράτεια θανάτου, που έχουν καταντήσει τα νοσοκομεία της χώρας.  
      Περιπλανιέται αβοήθητη στους πέντε δρόμους, η αδυσώπητη ανάγκη του ψωμιού την αναγκάζει να γίνει πόρνη και στη συνέχεια φόνισσα. Τρέπεται σε φυγή, για να βρει απάγκιο στην πρωτόγονη αθωότητα των φυλών της προκολομβιανής περιόδου τη χώρας της. Αναπολεί παραληρηματικά τον αγαπημένο της Αλεχάντρο και τις βόλτες με τη μηχανή του στο όμορφο, προ κρίσης, Μπουένος Αϋρες, ώσπου κατανοεί ότι εκείνος ο παράδεισος της νιότης και της ανεμελιάς, έχει οριστικά χαθεί.
    Είναι μια ιστορία για την έρημο αλλά και για τη φωνή της ερήμου, που αφηγείται με παράδοξο χιούμορ και πηγαία ανθρωπιά την κατάντια της ίδιας της ανθρωπότητας, όπως σημειώνει το οπισθόφυλλο του βιβλίου…

www.protagon.gr/ Γιάννης Σιδέρης

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Στη μνήμη της φίλης μου Μαρίας

   
       Η Μαρία δεν ήταν ακριβώς φίλη μου. Γιατί φίλο λες κάποιον με τον οποίον μοιράζεσαι μυστικά. Αλλά η Μαρία δεν ανοιγόταν. Ούτε και σ’ αυτούς –μάλλον-που έμοιαζε να νιώθει πιο κοντά τους. Αλλά ήταν συνάδελφός μου. Δεν ταιριάζαμε ακριβώς. Εγώ πιο αυστηρή, εκείνη πιο αλέγρα. Ίσως πάλι και να μην της έδωσα την ευκαιρία ή να μη μου έδωσε τη δυνατότητα να πούμε αλήθειες. Σημασία έχει πως τώρα πια δεν μπορούμε να διορθώσουμε τίποτα. Μερικές φορές νομίζουμε πως ο χρόνος είναι ανεξάντλητος. Πόσο παιδική είναι αυτή η σκέψη…
      Πριν από δύο εβδομάδες, το μεσημέρι της Παρασκευής, της ευχήθηκα «καλό Σαββατοκύριακο» και τώρα δεν είναι πια μαζί μας. Αυτός ο θάνατος είναι τόσο ακατανόητος και τόσο άδικος! Τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν είμαι σίγουρη καν αν τη χαιρέτισα. Το μεσημέρι της Παρασκευής όλοι είναι αφηρημένοι και βιάζονται. Ίσως ήθελα απλά να φύγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ίσως απορροφημένη από τη μικροζωή μου, τη θεωρούσα δεδομένη. Ότι θα τη ξανασυναντήσω, σαν το γραφείο μου, στη θέση που καθόταν πάντα, το πρωί της Δευτέρας.

     Εκείνη ήταν πάντα εκεί συνήθως χαρούμενη ή τουλάχιστον αισιόδοξη. Της άρεσε το χρώμα και η διάθεσή της φαινόταν πρωτίστως από τα ρούχα της. Μερικές φορές ντυνόταν σοφιστικέ κι όταν κάποτε της είπα ότι μου άρεσε το στυλ της, γιατί έμοιαζε με αγγλίδα δασκάλα, δεν το πήρε καλά. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω τι θα ήθελε να της πω.
        Καθόταν στον υπολογιστή και πάντα μοιραζόταν με το σύλλογο οτιδήποτε της έκανε εντύπωση. Τον τελευταίο καιρό ήταν φοβισμένη, αλλά περισσότερο θυμωμένη με τις περικοπές στο μισθό των εκπαιδευτικών, όπως όλοι μας. Μου είχε εξομολογηθεί τους φόβους της κι εγώ την αποπήρα. Αλλά δεν κατάλαβα κάτι παραπάνω. Δεν υποψιάστηκα ότι ήταν πιεσμένη.
     Ποτέ δε μου ζήτησε βοήθεια. Μπορεί να μην είχε μάθει να ζητάει από τους άλλους. Ήταν αυτάρκης και δυναμική. Έτσι τουλάχιστον, ήθελε να δείχνει. Σίγουρα, δεν της άρεσε η ζωή της πόλης. Της άρεσε η Σάμος, γιατί είχε ζήσει καλά εκεί και ήθελε να ξαναγυρίσει. Τη θαύμαζα, όταν μιλούσε για το διάστημα που είχε ζήσει στη Νότιο Αφρική. Μου διηγιόταν ιστορίες που τη σημάδεψαν εκεί και τη ζήλευα για τη γενναιότητά της. Τότε σκεφτόμουν ότι το σχολείο μας είναι πολύ μικρό για κείνη, αλλά δεν της το είπα ποτέ.

       Πάντα αναπολούσαμε τη βραδιά που είχαμε πάει μαζί στη συναυλία του Μαραβέγια και είχαμε περάσει πολύ καλά. Είχαμε διασκεδάσει πολύ κι αυτό ήταν σημείο αναφοράς για τη σχέση μας. Γενικά, της άρεσε η μουσική και μάλιστα οι προτιμήσεις της δεν ήταν συνηθισμένες. Μου άρεσαν τα τραγούδια της δεκαετίας του ’30 που άκουγε. Πραγματικά, μάθαινα από εκείνη, αλλά ούτε κι αυτό της το είπα ποτέ.
      Τότε είχαμε δοκιμάσει να τα πούμε κι εκτός σχολείου, αλλά δεν  καταφέραμε να πούμε πολλά. Ανέκαθεν πίστευα ότι όσοι εργάζονται στον ίδιο χώρο, φοβούνται να μοιραστούν πιο προσωπικές σκέψεις. Μπορεί να είναι και προσωπικός φόβος. Δεν ξέρω. Πάντως, μέσα μου δεν είχα κλείσει το ενδεχόμενο να ξαναδοκιμάσουμε στο μέλλον. Πίστευα ότι όλος ο χρόνος είναι δικός μας…
       Στο νοσοκομείο την είδαμε λίγο, αλλά είμαι σίγουρη ότι μας κατάλαβε. Την ένιωσα φοβισμένη από το αναπάντεχο και λυπημένη από την ανημποριά της. Ίσως, να μην ήταν η δική μας Μαρία, αλλά είμαι σίγουρη ότι μας κατάλαβε. Τουλάχιστον, προλάβαμε να τη χαϊδέψουμε λίγο, πριν μας την πάρουν.
      Δε θέλω να την αποχαιρετήσω. Ο θάνατός της ήταν απροσδόκητος και δε θέλω να τον δεχτώ. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι μέσα σε δυο εβδομάδες μπορούμε να εξαφανιστούμε έτσι απλά, σα να μην είχαμε υπάρξει ποτέ… Μπορώ όμως να της πω «καλό ταξίδι» και θέλω να δώσει χαιρετίσματα στους αγαπημένους από την άλλη όχθη…
                                                                                                                        Σοφία Κανιάκα

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Ποιος φταίει πραγματικά;

     Σ'αυτόν τον πόλεμο, τον κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, ποιος ακριβώς είναι ο εχθρός;Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι είναι ο δυσκολότερος όλων: Ο εαυτός μας και οι εδραιωμένες συνήθειες των τελευταίων 40 χρόνων.
      Ο ζόφος της οικονομικής κρίσης έφερε στην πραγματικότητα όλους τους Έλληνες αντιμέτωπους με τον εαυτό τους και τις επιλογές τους. Η ελληνική κοινωνία είναι σαφές ότι αιφνιδιάσθηκε από το ξέσπασμα της κρίσης , από τη σφοδρότητά της και κυρίως από την ταχύτητα των εξελίξεων, που δεν επέτρεψε την ανάλυση και και την αφομοίωση των γεγονότων και των αιτίων τους και μάλιστα τη στιγμή που ταυτοχρόνως προσπαθεί κανείς στοιχειωδώς να επιβιώσει.
      Το ερώτημα "τι είναι αυτό που μας συνέβη;" και "γιατί;" γρήγορα οδήγησε στο πιο θεμελιακό ερώτημα, "τι είναι αυτό που κάναμε λάθος;" ή αν θέλετε "τι είναι αυτό που έκανα λάθος;" Σε συντροφιές, στο διαδίκτυο, και στον τύπο, τα τελευταία 2 χρόνια, λέγονται και γράφονται κάθε είδους προσωπικές και συλλογικές αυτοκριτικές προσεγγίσεις για πολιτικές, οικονομικές, επαγγελματικές, καταναλωτικές επιλογές από όλων των ειδών και των αποχρώσεων τις ιδεολογικές, βιοφιλοσοφικές, ηθικές σκοπιές.
      Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική κοινωνία επέλεξε ή αφέθηκε στη δεκαετία του'80 στην κυριαρχία ενός ψευδοεκδημοκρατισμού με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, που υπονόμευσε την ιεραρχία και τη διοικητική επάρκεια του κρατικού μηχανισμού, διέλυσε τα πανεπιστήμια, διόγκωσε το δημόσιο και τις παραφυάδες του, διέχυσε τη μικρής κλίμακας διαφθορά σε όλη την κοινωνία, για να γίνεται ανεκτή και να επιβραβεύεται πολιτικά η μεγάλης κλίμακας διαφθορά των εκάστοτε κυβερνητικών αξιωματούχων και εμπέδωσε μια λογική ήσσονος προσπαθείας που σταδιακά επικράτησε παντού.

       Ο ιδιωτικός τομέας έγινε και αυτός κρατικοδίαιτος,με "εθνικούς" εργολάβους και "προμηθευτές" να καταβροχθίζουν εθνικούς πόρους και κοινοτικές επιδοτήσεις.Ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας ατρόφησε και η χώρα έφθασε να μην παράγει σχεδόν τίποτα. Στην πραγματικότηταλα, όλα  αυτά δεν απασχολούσαν σχεδόν κανένα μας. και το βλαχομπαρόκ life style της δεκαετίας του ενενήντα μετετράπη σε απόλυτα χαζοχαρούμενο καταναλωτισμό και κοντόφθαλμο (ενίοτε δε και χυδαίο) ευδαιμονισμό μόλις στα πορτοφόλια μας μπήκε το "σκληρό" ευρώ και οι φθηνές πιστώσεις που το συνόδευαν.
      Ουδέποτε αναρωτηθήκαμε σοβαρά πού βαδίζουμε, ποιο είναι ή πρέπει να είναι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, μιας χώρας μέλους της ευρωζώνης, τι ρόλο θα παίξουμε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Και το κυριότερο, ποτέ δεν θέσαμε αυτά τα ερωτήματα στους πολιτικούς μας ταγούς, ούτε απαιτήσαμε απαντήσεις και συνηθίζαμε να ψηφίζουμε αυτούς που μας χάϊδευαν τα αυτιά.
    Αυτού του τύπου την αυτοκριτική οι Έλληνες πολίτες σε μεγάλο βαθμό την έχουν κάνει και συνεχίζουν να την κάνουν, ενώ και τα ελληνικά και τα ξένα ΜΜΕ καλλιεργούν ένα κλίμα, υπερβολικής έως ύποπτης-ως προς τα κίνητρα αυτών που την καλλιεργούν- συλλογικής ενοχής. Η αυτοκριτική προαπαιτεί εντιμότητα και γενναιότητα και είναι το πρώτο και κρισιμότερο βήμα στην πορεία προς την αυτογνωσία. Αισθάνομαι ότι η ελληνική κοινωνία παρά την κατάθλιψη και την οργή της βαδίζει προς τα εκεί.
     Εκείνο που τραβά άλλο δρόμο και μοιάζει απολύτως αμετανόητο είναι το λεγόμενο πολιτικό σύστημα, το οποίο εντέλει ούτε πολιτικό είναι, ούτε πολύ περισσότερο σύστημα. Οι άνθρωποι αυτοί, που είχαν την πολιτική διεύθυνση της χώρας και την εξουσία στα χέρια τους, δεν βρίσκουν ούτε μία κουβέντα αυτοκριτικής να αρθρώσουν, ούτε καν για τα προσχήματα. Για όλους αυτούς, μηδενός εξαιρουμένου, για όλα φταίνε, είτε οι πολίτες που τους εκβίαζαν, για να κάνουν διορισμούς ("μαζί τα φάγαμε"), είτε οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, είτε ενδεχομένως ο διεθνής καπιταλισμός.

       Όταν, σπανίως ερωτώνται αν έχουν κάνει κάποιο λάθος, δεν αναφέρουν ποτέ κάποιο συγκεκριμένο ολίσθημά τους, αλλά παραθέτουν με βαρύγδουπο ύφος φαιδρές κοινοτυπίες όπως "όποιος δρα και δουλεύει σκληρά, κάνει λάθη", "λάθη δεν κάνει μόνο ο Θεός" ή το κορυφαίο "ήταν λάθος μου ότι δεν επικοινώνησα σωστά  το μεγάλο έργο που έκανα".
      Ο πρωθυπουργός της χώρας που ερημώνεται από την ύφεση αδυνατεί να μας αναφέρει ένα λάθος που έχει κάνει, μία λανθασμένη εκτίμηση. Ούτε καν για το περίφημο "λεφτά υπάρχουν", έχει απολογηθεί. Στα 2 χρόνια διακυβέρνησής του αναγνώρισε (στη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ) έναν λανθασμένο υπολογισμό: δεν υπολόγισαν λέει σωστά, φέτος, την επίπτωση της επιστροφής φόρου από την υποβολή αποδείξεων και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν περισσότερους φόρους από αυτούς που λογάριαζαν! Να σημειωθεί εδώ, ότι για να προϋπολογισθεί τι δημοσιονομικές επιπτώσεις θα είχε το εν λόγω μέτρο απαιτούνταν από τους "εγκεφάλους" του οικονομικού επιτελείου στοιχειώδεις γνώσεις αριθμητικής επιπέδου Δ' δημοτικού.
         Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πιθανότατα επόμενος πρωθυπουργός αδυνατεί επίσης να βρει και να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο σφάλμα στην πενταετή κυβερνητική θητεία 2004-2009, οποιαδήποτε συγκεκριμένη αιτία για την εκλογική συντριβή του κόμματός του το 2009 και πολύ περισσότερο οποιοδήποτε δικό του προσωπικό λάθος στην πολυτάραχη πολιτική του πορεία από το 1990 (Μακεδονικό, ανατροπή κυβέρνησης το 1993 κτλ) και εντεύθεν. Ο τέως πρωθυπουργός που δημοσιεύει μακροσκελή άρθρα για τον στρουθοκαμηλισμό των Ελλήνων, δεν έχει πει ποτέ τίποτα, ούτε για την είσοδο της χώρας στο ευρώ με ανατιμημένη ισοτιμία (σημαντικό μέρος του προβλήματος της ανταγωνιστικότητας της), ούτε καν για το θηριώδες σκάνδαλο του χρηματιστηρίου.
      Την ίδια απόλυτη αδυναμία αυτοκριτικής (πρόκειται ουσιαστικά περί αναπηρίας) μοιράζονται και οι "μικρότεροι" του πολιτικού σκηνικού. Διεκδικούν και αυτοί το αλάθητο. Το ΚΚΕ έχει το αλάθητο της κομμουνιστικής ορθοδοξίας, ο Καρατζαφέρης το αλάθητο της χριστιανικής ορθοδοξίας, ο Τσίπρας το αλάθητο της παρατεταμένης εφηβείας, ο Κουβέλης της πολιτικής ευπρεπείας και η Ντόρα το αλάθητο της οικογενείας.
    Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πέραν του ότι είναι κατώτερο των περιστάσεων-αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο στην Ελλάδα, αφορά δυστυχώς όλη την Ευρώπη- είναι και αμετανόητο ή τουλάχιστον δε δείχνει να έχει διδαχθεί τίποτα από την κρίση. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται πολλά για να ξεκολλήσει το κάρο από την λάσπη και μεταξύ αυτών όραμα, πραγματισμό, ενότητα, αλλά  και   ηγεσία. Νομίζω ότι θα μπορέσει να αρχίσει να ελπίζει ότι τη βρήκε, όταν προκύψει πολιτικός ηγέτης που θα απευθυνθεί στους πολίτες ξεκινώντας από ειλικρινή και προσωπική αυτοκριτική.

 Σπύρος  Ασραχάς, "H αμαρτία και η συλλογική ενοχή"/ Καθημερινή/sxoliopoliti.blogspot.com

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Πώς να κρυφτούμε απ' τα παιδιά...

   11 η ώρα βράδυ, βράδυ Κυριακής. Έκλεισε τον υπολογιστή … χαρούμενος απόψε …. αύριο δεν θα περνούσε την κόλαση του Δάντη διδάσκοντας λογοτεχνία στα παιδιά της Γ’ Λυκείου, ένα μάθημα καταδικασμένο, μιας και δεν εξετάζεται στις πανελλαδικές όπως λένε κι οι συνάδελφοι. Κι ο ίδιος ήταν μπουχτισμένος από τη μονοτονία τόσων χρόνων: ανάγνωση του ποιήματος, χωρισμός σε ενότητες, πλαγιότιτλοι, νόημα κ.λπ. – πόσο μάλλον τα παιδιά …
       Τι κρίμα, σκεφτόταν, για τον Αναγνωστάκη, το Λειβαδίτη, τη Δημουλά … τι κρίμα να πάνε χαμένα τα έργα τους και να διαβάζονται σε αίθουσες, όπου τα παιδιά συλλαβίζουν ξύλινο σχολικό λόγο και εφευρίσκουν κάθε απίθανο τρόπο να διασκεδάσουν την αφόρητη πλήξη τους παίζοντας με τα νεύρα του…
       Αυτή τη φορά θα ήταν αλλιώς… μετά από 20 χρόνια υπηρεσίας πήρε την απόφαση να τολμήσει ένα μάθημα διαφορετικό, να δώσει μια άλλη αίσθηση στα παιδιά για τη λογοτεχνία. Κάτι βοήθησε ένα σεμινάριο για «το πώς μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα άλλο στυλ δασκάλου», κάτι ο διαδραστικός πίνακας που μπήκε από πέρσι στην τάξη (κι αράχνιαζε), κάτι τα βιβλία που δεν ήρθαν ακόμη...
     Kι έτσι βρέθηκε να παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις: ας μείνει λίγο πίσω στην ύλη, ας εγκαταλείψει τις τυραννικές «Οδηγίες διδασκαλίας του Υπουργείου», ας υπομείνει τα ειρωνικά σχόλια των παλιότερων συναδέλφων…. Θα διδάξει στα παιδιά λογοτεχνία μιλώντας στη γλώσσα τους και στη γλώσσα του. Το μάθημα θα είχε τίτλο «Το δίκιο του αγώνα» και θα τους μάθαινε πως δεν υπάρχει χαμένος αγώνας και πως το να αγωνίζεσαι για το συλλογικό, δίνει νόημα στην ύπαρξή σου … Ένιωσε μέρες Φιλοσοφικής Σχολής της δεκαετίας του ’80, τότε που μαζί με τους συμφοιτητές του οραματιζόταν ένα άλλο σχολείο.
      Θα έβαζε τα παιδιά να ακούσουν στο youtube το τραγούδι του δικού του Ρασούλη «Τίποτα δεν πάει χαμένο», θα διάβαζαν ιστοσελίδες με αυθεντικές ιστορικές πηγές που συνήθως δεν υπάρχουν στα σχολικά βιβλία, θα μελετούσαν μουσική της δεκαετίας του ’60 με το ροκ της αμφισβήτησης, θα ανέλυαν στίχους, θα συσχέτιζαν ιστορικά γεγονότα, θα συνέδεαν με το σήμερα … Κάτι του ‘λεγε πως η ζωντάνια θα έμπαινε στην τάξη, πως θα τους έλεγε «αντίο» η κατάθλιψη του πίνακα, της κιμωλίας, της «ερώτησης-απάντησης» και πως θα ξαναέβρισκε τη χαρά της διδασκαλίας.

        Λίγο πριν κοιμηθεί είδε στην τηλεόραση να συζητούν για τις καταλήψεις που φούντωναν στα πανεπιστήμια και στα λύκεια. Μια ομιλούσα κεφαλή απήγγειλε: «Πάντα οι καταλήψεις είχαν σοβαρό λόγο ύπαρξης… και φέτος με την έλλειψη των βιβλίων ακόμη σοβαρότερο. Δεν είναι υποκινούμενες όπως ισχυρίζονται όσοι θέλουν να υποβαθμιστεί το λαϊκό κίνημα. Τα παιδιά μάς δείχνουν το δρόμο».
       «Μήπως να βιντεοσκοπήσω ένα κομμάτι της συζήτησης και να το ενσωματώσω στο μάθημα»; αναρωτήθηκε, «έτσι για να συνδέσω το χθες με το σήμερα… να αποκτήσει το μάθημα προσωπικό νόημα για τους μαθητές. Πολλά μπορώ να κάνω. Θα δω πώς θα βγει το αυριανό μάθημα και θα κάνω βελτιώσεις και προσθήκες». Κοιμήθηκε καλά …
       Το πρωί μόλις έστριψε τη γωνία και είδε το σχολείο, κατάλαβε … οι συνάδελφοι στο πεζοδρόμιο, ο διευθυντής πέρα – δώθε, οι γονείς σε πηγαδάκια, όλοι έτοιμοι για καυγά – Κατάληψη! Μια μητέρα ούρλιαζε ότι το παιδί της υπέστη εκφοβισμό για να ψηφίσει «ναι».
        Ένας πατέρας ανέλυε την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και οικονομική κατάσταση και κατέληγε ότι τα παιδιά με τον αγώνα τους μας δείχνουν το σωστό δρόμο. Σε διάφορα πηγαδάκια ακουγόταν κραυγές «υποκινούμενη» «ναι, αλλά καλύτερα να πείθεις τα παιδιά, παρά να τους επιβάλλεσαι», «να ‘ρθει ένας εισαγγελέας επιτέλους», «ποιος έχει την ευθύνη για ό,τι γίνεται εκεί μέσα; ξέρετε ότι μιλάμε για μικρά παιδιά;»
       Ζαλίστηκε· έκανε στην άκρη για να σκεφτεί … Τελικά έχει το δίκιο του ο αγώνας των παιδιών; Στο κάτω – κάτω αυτό το μάθημα θα τους έκανε αν δεν υπήρχε η κατάληψη. Πήγε προς την κεντρική καγκελόπορτα της αυλής του σχολείου για να μπει μέσα και να πάρει ένα καφέ από το κυλικείο, το οποίο τις μέρες της κατάληψης έκανε χρυσές δουλειές. Τρελάθηκες; του φώναξε μια φίλη συνάδελφος. Γυρεύεις καυγάδες με τα παιδιά, μέρα που είναι;
      Πλησίασε· η ομάδα περιφρούρησης – παιδιά της Α’ Λυκείου του χαμογέλασε με νόημα «καλημέρα κύριεεεε!» σαν να του ‘λεγε «είδατε τι είμαστε ικανοί να κάνουμε»; «Θέλετε να πάρετε καφέ; Άντε θα σας αφήσουμε γιατί είστε καλός!» όσο περίμενε πιάσανε κουβέντα «να προσέχετε το σχολείο, την καθαριότητα, τους υπολογιστές και τα μουσικά όργανα!», τους είπε. «Ναι καλέ κύριε, παιδιά είμαστε τώρα;» Ευγενικά, πρόσωπα, καθαρά.    
        Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να βγαίνουν όλοι οι υπόλοιποι συμμαθητές τους από το κτίριο με τύμπανα, κορνέτες, κλαρινέτα και σαξόφωνα. «Πού τα πάτε» ρώτησε. «Έχουμε πορεία, συνεννοηθήκαμε με το συντονιστικό των μαθητών κι εμείς θα συμμετέχουμε μετά μουσικής». Άρχισαν τις πρόβες, τα τύμπανα βροντούσαν κι έδιναν τον τόνο στα συνθήματα, οι κορνέτες δονούσαν την ατμόσφαιρα με ενθουσιασμό γηπέδου και σε προκαλούσαν να λάβεις μέρος στη γιορτή. Άρχισε να συγκινείται. Ίσως τα παιδιά να έχουν δίκιο σκεφτόταν, ίσως ο αγώνας τους να πάει κερδισμένος … κι ενδόμυχα καμάρωνε.
Οι μεγάλοι της Γ’ Λυκείου, χτυπούσαν τύμπανα και τραγουδούσαν:
Δεν είμαστε καλά  //  δεν έχουμε μυαλό // είμαστ’ άρρωστοι με το Μουσικό Σχολειό.
Θα γίνουμε καλά  //  θα έχουμε μυαλό   //  όταν έρθουν πάλι τα βιβλία στο  σχολειό.
Παύση λίγων δευτερολέπτων – το σύνθημα συνεχίστηκε όλο και πιο θρασύ, όλο πιο ρυθμικό:
Αν δεν έρθουν όμως τα   //  βιβλία στο σχολειό  // τότε να! κι εμάς, στ’ αρχίδια μας τα δυό.


       Τόμπολα!! «Αυτό ήταν όλο λοιπόν; Μια πλάκα; Τσάμπα χαραμίζω τη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό μου; Μια  τσογλανοπαρέα κάνει την πλάκα της με τα ιερά και τα όσια της νιότης μου;» Βγήκε σκυφτός από την αυλή κι έπιασε μόνος τον ήσκιο της απέναντι φτελιάς. Έβλεπε τα παιδιά να βγαίνουν από το σχολείο σε πορεία, με μουσικές και συνθήματα. Οι γονείς και οι καθηγητές, τους κοιτούσαν να απομακρύνονται βλοσυροί, ειρωνικοί, χαρούμενοι, ανήσυχοι, απειλητικοί, σκεπτικοί, ψύχραιμοι, θερμόαιμοι … Εκείνος μια κοίταζε τα παιδιά και μια τους μεγάλους…
       Θυμήθηκε τις ένδοξες κινητοποιήσεις του κλάδου του και των ΔΕΚΟ, το κλείσιμο δρόμων από τους αγρότες και την ΑΕΛ, όλα όσα έγιναν στα προ μνημονίου χρόνια … Και τότε κατάλαβε! …. κατάλαβε τι συμβαίνει. Τα παιδιά – χωρίς να το ξέρουν – κοροϊδεύουν τους δήθεν «αγώνες» των γονιών τους …. Τους «αγώνες» με τους οποίους τόσα χρόνια κερδήθηκαν πόστα, εύνοιες και ατιμωρησία. Παρωδούν όσους καμώνονται πως είναι αρχέτυπα – αγωνιστές, όσους ξεπατικώνουν τον πραγματικό αγωνιστή εκείνον που έχασε περιουσία, αρτιμέλεια ίσως και ζωή, εκείνον που «το δίκιο του αγώνα πολλά του στέρησε».
      «Πώς να κρυφτούμε απ’ τα παιδιά;» σκέφτηκε. «Αυτά παίζουν τους αγωνιστές και τους καταληψίες, αλλά πάνω στον καθρέφτη του «αγώνα» τους ζωγραφίζεται η φάτσα και τα κόλπα μας. Και γι’ αυτό, οι αγώνες τους έχουν το δίκιο τους· οι δικοί μας όμως όχι. Ας μη θυμώσουμε με τα «τσογλάνια»· μας βοηθούν να καταλάβουμε που πατήσαμε και που πήγαμε…»Η πορεία με τα τύμπανα να βροντούν απομακρυνόταν σιγά – σιγά για να συναντήσει τα άλλα σχολεία σε μια πλατεία της πόλης. Έτσι είχαν συνεννοηθεί με το συντονιστικό.
 www.protagon.gr/ Αναστάσιος Μάτος, φιλόλογος

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Η οικονομική κρίση με απογυμνώνει από αυτό που θέλω να είμαι. Mε κάνει αυτό που είμαι.

      Ο Karl Marx γράφει σε μια επιστολή του: "Ό,τι υπάρχει για μένα μέσω του χρήματος, ό,τι μπορώ να πληρώσω, δηλ. μπορεί το χρήμα να αγοράσει, είμαι εγώ ο ίδιος, ο κάτοχος του χρήματος." Η φράση του Marx ισχύει σήμερα κατά μείζονα λόγο.
      Αρχές του '80 ο ιδιοκτήτης ενός μίνι-μάρκετ στην Ύδρα μου είπε για τους τουρίστες: "Και η ανάσα τους είναι τζίρος". Τούτο δεν ισχύει μόνο για τους τουρίστες της Ύδρας αλλά για όλους μας. Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά δραστηριότητα την οποία δεν πληρώνουμε. Και η ανάσα μας ακόμη θέλει, κυριολεκτικά πλέον, χρήματα για έργα που θα διατηρήσουν τον αέρα σχετικά αναπνεύσιμο.
      Ενδεχομένως σήμερα θα ίσχυε η αντιστροφή της φράσης του Marx: "Είμαι ό,τι μπορώ να πληρώσω." Δεν είναι δηλαδή το πορτοφόλι μου, που καταλαμβάνει μια θέση στο είναι μου, το οποίο θα μπορούσε να περιλαμβάνει και άλλα πράγματα έξω από την οικονομία, αλλά σε μεγάλο βαθμό το πορτοφόλι μου είναι ο φορέας του είναι μου. Έτσι η οικονομική κρίση είναι κρίση υπαρξιακή. Με ποιον τρόπο όμως ταυτίζονται πορτοφόλι και ύπαρξη; Ο Marx συνεχίζει στην επιστολή του:
      "Όσο μεγάλη είναι η δύναμη του χρήματος, άλλο τόσο μεγάλη είναι η δύναμη μου. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις δικές μου - του κατόχου του -. Αυτό που είμαι και δύναμαι δεν καθορίζεται λοιπόν διόλου από την ατομικότητα μου. Είμαι πανάσχημος, όμως μπορώ να μου αγοράσω την ωραιότερη γυναίκα. Άρα δεν είμαι πανάσχημος γιατί η επίδραση της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εκμηδενίζεται από το χρήμα. Είμαι - σύμφωνα με την ατομικότητα μου - παράλυτος· όμως το χρήμα μου δίνει 24 πόδια· άρα δεν είμαι παράλυτος· είμαι ένας κακός, άτιμος, ασυνείδητος, απολίτιστος άνθρωπος· όμως το χρήμα εκτιμάται, επομένως και ο κάτοχος του."

      Αν είναι γεγονός η ασχήμια, η παραλυσία, η κακία μου κλπ., τότε το χρήμα επιτελεί μια απο-γεγονοποίηση. Με κάνει έναν άλλο. Κάνει τον πανάσχημο γοητευτικό, τον παράλυτο ελάφι, τον άτιμο ευυπόληπτο. Όμως η απο-γεγονοποιούσα ιδιότητα του χρήματος δεν αφορά μόνο την εικόνα του κατόχου του.
     Αφαιρεί και από τα πράγματα την οντότητα τους διότι τα καθιστά αντικαταστάσιμα κατά βούληση. Από τη στιγμή που έχω αρκετά χρήματα για ένα νέο κινητό, ένα νέο αυτοκίνητο, ένα νέο σπίτι κλπ., το κινητό, αυτοκίνητο, σπίτι του σήμερα είναι το προδιαγραμμένο σκουπίδι του αύριο. Το πόσο κοντά είναι αυτό το αύριο εξαρτάται μόνο και μόνο από τα χρήματα που διαθέτω για την αντικατάστασή τους.
Το χρήμα με καθιστά ικανό να αγνοώ το πώς είμαι (πανάσχημος, παράλυτος, κακός κλπ.) και συνάμα να αγνοώ τα πράγματα, τον δικό τους χρόνο της χρήσης και της φθοράς.
      Η οικονομική κρίση, εκεί που συνεπάγεται δραστική μείωση των εισοδημάτων, είναι ένας σεισμός που καταλύει αυτήν τη σχέση με τον εαυτό και τα πράγματα. Με επαναφέρει στη γεγονότητά μου: Είμαι πανάσχημος και αποκρουστικός, δεν γυρίζει καμιά γυναίκα να με κοιτάξει. Είμαι παράλυτος, δεν μπορώ πια να εξαγοράσω 24 πόδια με τη μορφή τεχνικών υποκατάστατων, υπηρετών που να τρέχουν για μένα, κολάκων που κάνουν σαν να μην τρέχει τίποτα κλπ.Η οικονομική κρίση μου αφαιρεί όλα τα φτιασίδια που με καλλώπιζαν, όλα τα φτερά παγωνιού που με στόλιζαν. Η οικονομική κρίση με απογυμνώνει. Από αυτό που θέλω να είμαι, με κάνει αυτό που είμαι.
    Τα πράγματα δεν είναι πια αντικαταστάσιμα. Το κινητό μου θα το προσέχω, θα το επιδιορθώνω, θα το κρατήσω όσο κρατήσει. Το ίδιο θα γίνει με το αυτοκίνητο, με τα έπιπλα κλπ. Δεν θα διαθέτω εγώ τα πράγματα. Θα είμαι στη δική τους διάθεση.Για πολλούς αυτές οι προοπτικές είναι εφιάλτης. Αντιδρούν και θα αντιδρούν με λύσσα. Καθώς ύπαρξη και πορτοφόλι ταυτίζονται, περικοπή των εσόδων τους ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό. Αν ποτέ συμφιλιωθούν με τη γύμνια τους, αν ποτέ μάθουν να προσέχουν τα πράγματα, αυτό θα γίνει με πολύ πόνο και αίμα.

www.protagon.gr/ Κώστας Γεμενετζής, ψυχαναλυτής

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Σήμερα στην Ελλάδα το να πει κανείς ότι είναι πολιτικός είναι ντροπή !

      Ονομάζομαι Καλλιόπη Ακτσόγλου και είμαι μαθήτρια της Γ’ τάξης του Γενικού Λυκείου Ελευθερίου-Κορδελιού .Φέτος είχα την τύχη να συμμετάσχω στη Βουλή των Εφήβων, ένα θεσμό που ξεκίνησε το 1995.Το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει στόχο να ενισχύσει το ενδιαφέρον των νέων για τα κοινά, ώστε να διαμορφώσουν τη συνείδηση του ενεργού πολίτη αλλά και να μυηθούν στις πρακτικές της δημοκρατίας. Τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στη Βουλή των Εφήβων ενδιαφέρει ολοένα και λιγότερους μαθητές, αλλά αυτός ο θεσμός κρύβει πολλές εκπλήξεις, που ούτε εγώ μπορούσα να φανταστώ, προτού επιλεγώ να συμμετάσχω.
       Η χαρά και η ικανοποίησή μου ήταν άμετρη ,όταν έμαθα ότι κληρώθηκα ως τακτική έφηβη-βουλευτής της Α’ Θεσσαλονίκης λόγω της έκθεσής μου γύρω από το περιβάλλον και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες αποτελούν ένα στοίχημα για την παγκόσμια κοινότητα , αλλά και για την Ελλάδα. Σιγά-σιγά όμως, ο φόβος για το άγνωστο γινόταν όλο και πιο έντονος , ιδιαίτερα καθώς πλησίαζε ο καιρός να βρεθώ στην Αθήνα. Το αεροπλάνο πετούσε στις 2 Σεπτεμβρίου κατά τις 12:00. Έτσι, την Παρασκευή μαζί με άλλα 60 παιδιά από τη Θεσσαλονίκη πετάξαμε από το αεροδρόμιο "Μακεδονία" για το "Ελευθέριος Βενιζέλος" .
      Είναι περίεργο να βρίσκεσαι άγνωστη μεταξύ αγνώστων ,αλλά αυτό με γοήτευε ακόμη περισσότερο .Η διανομή στο ξενοδοχείο ήταν υπέροχη και αμέσως γνώρισα πολλά παιδιά, με όνειρα, στόχους και ενδιαφέροντα αρκετά κοντά στα δικά μου. Πριν βιώσω από κοντά τα πράγματα, θεωρούσα τους έφηβους βουλευτές "φυτουκλάκια",αλλά τελικά άλλαξα γνώμη. Καθένας είχε τη δική του προσωπικότητα, ήταν επικοινωνιακοί και γεμάτοι χιούμορ. Νιώθαμε ικανοποίηση και ευχαρίστηση που βρισκόμασταν σε ένα περιβάλλον, μέσα στο οποίο συνοδοί και βουλευτές μας αντιμετώπιζαν ως τους μελλοντικούς πολίτες αυτού του τόπου .
Η Βουλή είχε οργανώσει για μας πολλές δραστηριότητες ,όπως θέατρο ,δείπνο με τον Πρόεδρο της βουλής, κ. Πετσάλνικο ,αλλά και χορούς μέσα στο ξενοδοχείο. Η πρώτη μέρα πέρασε γρήγορα , αλλά η πιο ενδιαφέρουσα ήταν η Κυριακή στις 4 Σεπτεμβρίου, όπου η επιτροπή των Οικονομικών Υποθέσεων Παραγωγής και Εμπορίου, όπου ανήκα, επρόκειτο να συνεδριάσει.

        Η διαδικασία ήταν πολύ απλή συγκριτικά με αυτό που φανταζόμουν. Πήγαμε με το λεωφορείο στη Βουλή και συγκεντρωθήκαμε σε μία αίθουσα ,όπου σαν κανονικοί βουλευτές διαβάσαμε τα κείμενα για το νομοσχέδιο που είχαμε να μελετήσουμε, κάναμε δευτερολογία και γενικότερα ακολουθήσαμε τη διαδικασία των πολιτικών. Οι απόψεις που εκφράστηκαν ήταν τόσο ενδιαφέρουσες και η γλώσσα των μικρών πολιτικών δεν έμοιαζε καθόλου με τον ξύλινο λόγο των πολιτικών .
      Οι "συνάδελφοι", όπως αποκαλούμασταν, προέρχονταν από χώρες, τόσο του εξωτερικού (απόδημος ελληνισμός), όσο και από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Εντύπωση μου προξένησε το γεγονός πως όλοι ήμασταν μια ομάδα. Ανάμεσά μας δεν υπήρχε ζήλια και όλοι συνεργαζόμασταν αρμονικά. Ο κάθε έφηβος βουλευτής της ΙΣΤ’ Συνόδου επικεντρωνόταν κυρίως σε θέματα που αφορούσαν τον τόπο του και τις δυσκολίες του.
     Όσο αφορά εμένα, είχα την τύχη μαζί με άλλους έφηβους-βουλευτές (2 ομιλητές και 1 εισηγητής από κάθε επιτροπή) να κληρωθώ, για να μιλήσω την επόμενη μέρα στην ολομέλεια της Βουλής ,που έγινε στις 10:00, στην αίθουσα Γερουσίας και μεταδόθηκε ζωντανά από το κρατικό κανάλι της Βουλής. Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική, αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ο χώρος της Βουλής ,τα γραφεία και η οργάνωση που επικρατούσε. Ο καθένας θα ένιωθε, νομίζω, υπερηφάνεια, εάν του δινόταν η ευκαιρία να βρεθεί σε ένα τόσο σημαντικό χώρο , όπως αυτός της Βουλής.
Κατά τη διάρκεια των ομιλιών παραβρέθηκαν πολλοί πολιτικοί μεταξύ των οποίων ο Πρωθυπουργός (για τον οποίο έπειτα ακούστηκαν αρνητικά σχόλια, επειδή έπαιζε με το ipad του) και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας .Το πιο αξιοπρόσεκτο σημείο είναι ότι μας δόθηκε η δυνατότητα για πρώτη φορά στη ζωή μας να εκφράσουμε άμεσα τους προβληματισμούς μας και ενδεχομένως να επηρεάσουμε τον αρχηγό του κράτους, ώστε να επέλθει η πολυπόθητη αλλαγή.
      Αυτό που προκάλεσε εντύπωση σε πολλούς είναι ότι η ολομέλεια έληξε σχετικά γρήγορα και ξεκίνησε η διαδικασία αποχαιρετισμού με τα παιδιά, όπου τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Όταν άκουσα έναν έφηβο να λέει πως η κάρτα που κρατούσε ως βουλευτής ήταν γι΄ αυτόν τέσσερις μέρες ευτυχίας που δεν ανταλλάσσονται με τίποτα ,κατάλαβα πως αυτό το ταξίδι δημιούργησε πραγματικές φιλίες.

     Ωστόσο η ουσία των πραγμάτων για μένα από αυτό το ταξίδι είναι αλλού .Στην Ελλάδα του 2011 οι πολίτες έχουν απαξιώσει οποιαδήποτε συμμετοχή στα κοινά. Υπάρχει μια γενικότερη αδιαφορία και άρνηση απέναντι σε θεσμούς και αξίες, γεγονός που μας επιτρέπει να μιλάμε για κρίση αξιών ,ηθών αλλά και ιδεών .Ένας έφηβος βουλευτής είπε πως στην Ελλάδα το να πει κανείς ότι είναι πολιτικός είναι ντροπή ! Η άποψη αυτή με έβρισκε σύμφωνη πριν από λίγα χρόνια, αλλά πλέον διαφωνώ. Δεν πρέπει να ντρεπόμαστε να κυβερνάμε τον τόπο μας , γιατί άμα απαρνηθούμε τη χώρα μας είναι σαν να αρνούμαστε τους εαυτούς μας και το παρελθόν μας.
     Πιστεύω πως ίσως με αυτό το κείμενο να παρακινηθούν πολλοί και να συμμετάσχουν σ’ αυτό το θεσμό που οργανώνει η Βουλή των Εφήβων για τον κοινοβουλευτισμό .Δεν πρέπει να έχουμε προκαταλήψεις ,διότι οι εμπειρίες είναι αυτές που μας κάνουν δυνατούς. Ας πάψουμε να ασχολούμαστε με τους άλλους και ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε τους εαυτούς μας ,διότι μόνο έτσι θα αλλάξουμε τον ΤΟΠΟ ΜΑΣ!

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Κάτω τα χέρια από τα παιδιά μας!

        Έχω ζήσει από κοντά τις πρώτες σχολικές καταλήψεις. Τις άρχισαν κάποτε μαθητές των Τ.Ε.Λ. Διότι τα παιδιά που γράφονταν στα Τεχνικά Λύκεια στην πλειοψηφία τους δεν μας έρχονταν από τις πιο εύπορες οικογένειες.
       Αυτά λοιπόν τα παιδιά κάποια στιγμή ξεσηκώθηκαν πρώτα. Αλλά εκείνες οι καταλήψεις, τέλος της δεκαετίας του ’80, πέρα από τον αυθορμητισμό τους διέθεταν αποφασιστικότητα, εφευρετικότητα και τον ενθουσιασμό που χάριζε πάντα η ηλικία τους. Στο δικό μου σχολείο είχαν ξεκινήσει από το Νοέμβριο και παρ’ όλο το κρύο πέρασαν όχι μόνο όλα τους τα Σαββατοκύριακα αλλά και τις διακοπές των Χριστουγέννων μέσα στις τάξεις που τις είχαν κάνει σπίτι τους.
        Τώρα οι καταλήψεις ποια σχέση έχουν με τις παλιές; Τις έχει αναλάβει εργολαβικά και τελείως αντιπαιδαγωγικά το κόμμα της αφιονισμένης που ανέμιζε και τη φραντζόλα μέσα στη Βουλή, έχοντας μπερδέψει το πρωϊνάδικο στην TV με την κοινοβουλευτική παρουσία. Και διαπράττεται λοιπόν το απαράδεκτο: να πηγαίνουν κάποιοι να αλυσοδένουν τα χαράματα τις πόρτες, να μην υπάρχει ψυχή από το μεσημέρι και μετά ή τα Σαββατοκύριακα, αυτό το πράγμα να ονομάζεται «κατάληψη» και το μεγάλο πλήθος των μαθητών από τις οκτώ το πρωί να σκορπίζεται στους δρόμους, στο τίποτα, στα παγκάκια. «Κάτω τα χέρια από τα παιδιά μας» ήταν γραμμένο με κόκκινα μεγάλα γράμματα στο πανί που άπλωσε η πρόεδρος μιας Ομοσπονδίας Γονέων μέσα στη Βουλή. Συμφωνώ πολύ. Αλλά θα ήθελα να είμαι εκεί κοντά να το πω και σ’ εκείνη. Και σε όποιους ομοϊδεάτες της χρησιμοποιούν τα παιδιά για τις δικές τους διαφορές με το κράτος.

       Χθες το απόγευμα βγαίνοντας από ένα αθλητικό κέντρο στο Γαλάτσι άκουσα ένα παιδί του Γυμνασίου να λέει σε ένα άλλο: «Είχαμε συμφωνήσει με τους καθηγητές να πάμε την κατάληψη μέχρι την Παρασκευή αλλά γ…το κάποιος πήγε κι έδωσε το κλειδί». Εγώ λέω ότι όλο αυτό να ήταν εντελώς στη φαντασία του μικρού. Και πάλι όμως καταλαβαίνουμε από τα λόγια του τι ζημιά έχει γίνει. Και ανατρίχιασα ακούγοντας χθες τον κ. Παφίλη να ωρύεται στη Βουλή: «Το Κ..Κ.Ε. στηρίζει όλες τις κινητοποιήσεις των μαθητών».
        Προσέχοντας ιδιαίτερα αυτό το «όλες» και ότι στη συνέχεια δήλωσε: «είναι αίσχος δεκαπεντάχρονα παιδιά να τα θεωρούν εγκληματίες». Μήπως όμως δεν είναι αίσχος δεκαπεντάχρονα κάποιοι άλλοι να τα θεωρούν βαποράκια των κομματικών τους επιδιώξεών; Μάλωναν με την κ. Διαμαντοπούλου. Αυτήν που έσπρωξε τα Δημόσια σχολεία πιο βαθιά στο τέλμα. Με απαράδεκτα προγράμματα, με το να κατεβάζει ακόμη πιο δύσκολη ύλη Μαθηματικών από τη Β’ στην Α’ Λυκείου. Με το να καταφέρει παιδιά που έκαναν μια ξένη γλώσσα δυο χρόνια στο Γυμνάσιο την τρίτη χρονιά να μπαίνουν και να κάνουν υποχρεωτικά για οικονομία άλλη γλώσσα. Με το να βιαστεί να κλείσει πέρυσι τα σχολεία πιο πριν και από την κανονική ημερομηνία, ποδοπατώντας σχετικές αποφάσεις για αναπλήρωση των μαθημάτων και εφέτος να μας κάνει να ξαναγελάμε, καλή της ώρα, όταν επαναλαμβάνει συνοφρυωμένη ότι δεν θα χαθούν οι ώρες των καταλήψεων.
         Από τα λίγα, έστω και κακοεξηγημένα, που μαθαίνεις στη σχολική Φυσική είναι η Αρχή της Δράσης και της (αυθόρμητης) Αντίδρασης. Ίσης και αντίρροπης προς τη Δράση. Όταν λοιπόν η Δράση συνίσταται στην υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου, ποιά θα ήταν λογικά η Αντίδραση; Να κρατάμε τα σχολεία ΑΝΟΙΧΤΑ και να δουλεύουν αποτελεσματικά, νομίζω. Κόντρα στο συμφέρον του οποιουδήποτε κόμματος, κόντρα στο βόλεμα της κ. Υπουργού που μια χαρά της έρχεται να κλείσουν όλα, γιατί κλειστό σχολείο σημαίνει για εκείνη σχολείο χωρίς προβλήματα και κόστος.
       Και ας μη βιαστεί να μου πει κάποιος ότι χωρίς βιβλία τι μαθήματα να γίνουν. Πρώτον γιατί εύκολα θα μπορούσε αυτό το εμπόδιο να ξεπεραστεί αν βοηθούσαν ΟΛΟΙ, γονείς δήμαρχοι και λοιποί. Στον Πειραιά ο Δήμαρχος τύπωσε 10.000 κομμάτια με τα πρώτα κεφάλαια, ίσως αρκετά για μέχρι τα Χριστούγεννα. Και να μη θυμηθώ ότι κάποια κόμματα της Αριστεράς διαθέτουν και εκδοτικές επιχειρήσεις, αλλά δεν άκουσα για οποιαδήποτε εθελοντική προσφορά από την πλευρά τους στη δύσκολη ώρα. Μήπως απλά περιμένουν σαν τα όρνεα να τσιμπήσουν μια καλή μπουκιά και από το σχολικό πτώμα;
       Βέβαια η λαχτάρα για ένα καλύτερο σχολείο δεν μπορεί να ταυτίζεται με παλιομοδίτικες απαιτήσεις. Μέσα από τη διάλυση ας ξεκινήσει το νέο με τη βοήθεια ανοιχτόμυαλων εκπαιδευτικών. Σε ένα βιβλίο που εμφανίστηκε πρόσφατα (Συστημική Σκέψη και Εκπαίδευση, του εκπαιδευτικού Δ. Γαβαλά, εκδόσεις Γαβριηλίδη), βρίσκω σε ένα σημείο συμπυκνωμένα τα ελαττώματα της παλιάς, βιομηχανικής εποχής για το σχολείο και τη μάθηση:

Παραδοχές της Βιομηχανικής Εποχής για τη Μάθηση
(i) Τα παιδιά είναι ελαττωματικά και το σχολείο τα επιδιορθώνει.
(ii) Η μάθηση λαμβάνει χώρα στο κεφάλι και όχι στο σώμα ως σύνολο.
(iii) Καθένας μαθαίνει ή πρέπει να μαθαίνει με τον ίδιο τρόπο.
(iv) Η μάθηση λαμβάνει χώρα εντός της τάξης και όχι στον κόσμο.
(v) Υπάρχουν έξυπνα και χαζά παιδιά.

Παραδοχές της Βιομηχανικής Εποχής για το Σχολείο
(i) Τα σχολεία διοικούνται από ειδικούς που διατηρούν τον έλεγχο.
(ii) Η γνώση είναι δομικά κατακερματισμένη.
(iii) Τα σχολεία κοινωνούν ‘την αλήθεια’.
(iv) Η μάθηση είναι πρωταρχικά ατομιστική και ο ανταγωνισμός την επιταχύνει.
          Στη μεταβιομηχανική εποχή της πληροφορίας λοιπόν, η χρήση της τεχνολογίας, οι εκπαιδευτικές εργασίες, η διαθεματική εργασία, οι αναθεωρημένες σχέσεις δασκάλου- μαθητή όπου έχει πλέον παρεμβληθεί και ο υπολογιστής, η συνεχής επαφή του δασκάλου με υποστηρικτικές ομάδες ειδικευμένων επαγγελματιών, θα έπρεπε να είναι θέματα που θα έπαιρναν τον καιρό και τη σκέψη μας, θα μονοπωλούσαν τις διαμαρτυρίες μας, μέσα όμως στα σχολεία αντί να καθόμαστε αργοί και να κοιτάμε τα κάγκελα απέξω. Κάτω τα (κομματικά) χέρια (οποιασδήποτε παράταξης) από τα παιδιά μας. Μέσα όμως τα χέρια και το μυαλό στα σχολεία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πάψουμε να διαμαρτυρόμαστε σε καίριες στιγμές. Αλλά όλη την ημέρα μπροστά σε κλειστές πόρτες και τα μυαλά σκουριάζουν.

Άλκης Γαλδαδάς/www.protagon.gr

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Στιβ Τζομπς: Μην αφήσετε το θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή!

        Είναι τιμή μου που είμαι μαζί σας σήμερα στην τελετή αποφοίτησής σας στο Στάνφορντ, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Για να σας πω και την αλήθεια, αυτό είναι το πλησιέστερο που έχω φτάσει ποτέ σε τελετή αποφοίτησης. Σήμερα, θέλω να σας πω τρεις ιστορίες από τη ζωή μου.


Η πρώτη, έχει να κάνει με το πώς να ενώνεις σημεία.

      Εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο Κολλέγιο τους πρώτους 6 μήνες, αλλά παρέμεινα εκεί ως drop-in (σ.σ.: που είναι ο φοιτητής ο οποίος αντί για 4 χρόνια, επιλέγει να σπουδάσει μόνο για 2 χρόνια στο πανεπιστήμιο) για άλλους 18 μήνες, οπότε και τα παράτησα οριστικά. Γιατί το έκανα αυτό, λοιπόν;
       Όλα άρχισαν προτού καν γεννηθώ. Η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Πίστευε πολύ βαθιά ότι θα έπρεπε να υιοθετηθώ από απόφοιτους πανεπιστημίου, από μορφωμένους ανθρώπους δηλαδή, και έτσι όλα είχαν κανονιστεί ώστε μόλις γεννιόμουν να με υιοθετούσαν ένας δικηγόρος και η γυναίκα του.
        Μόνο που, μόλις βγήκα από τη κοιλιά της μητέρας μου, οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή ότι ήθελαν κορίτσι. Έτσι, λοιπόν, οι σημερινοί μου γονείς, οι οποίοι ήσαν σε λίστα αναμονής τότε, έλαβαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας και άκουσαν κάποιον να τους λέει: «Έχουμε, αναπάντεχα, ένα νεογέννητο αγόρι. Το θέλετε;». Και είπαν: «Βεβαίως».
       Η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε αργότερα ότι η θετή μου μητέρα ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από κανένα πανεπιστήμιο, και ότι ο θετός μου πατέρας δεν είχε αποφοιτήσει καν από γυμνάσιο. Έτσι, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα στα οποία χρειαζόταν η συμφωνία της, ώστε να οριστικοποιηθεί η υιοθεσία μου. Υποχώρησε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, όταν οι θετοί μου γονείς υποσχέθηκαν ότι κάποια μέρα θα με έστελναν σε πανεπιστήμιο. Να μορφωθώ.
     Πράγματι, 17 χρόνια μετά, πήγα για σπουδές σε πανεπιστήμιο. Αλλά πολύ αφελώς, επέλεξα ένα πανεπιστήμιο το οποίο ήταν σχεδόν όσο ακριβό είναι και το Στάνφορντ, και έτσι όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζομένων γονιών μου ξοδεύονταν για τα δίδακτρά μου. Έπειτα από 6 μήνες, όμως, δεν είχα ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα εάν άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα, για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους. Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Και δεν είχα ιδέα εάν η πανεπιστημιακή ζωή θα με βοηθούσε να βρω την απάντηση. Κι’ όμως, ήμουν εκεί, και σπούδαζα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που οι γονείς μου είχαν εξοικονομήσει ολόκληρη ζωή.
     Έτσι, λοιπόν, πήρα μια μέρα την απόφαση να εγκαταλείψω τις σπουδές, πιστεύοντας ειλικρινά ότι όλα θα τακτοποιηθούν και ότι θα βρω τελικά τον δρόμο μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό, τότε, αυτό που έκανα, αλλά καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, νομίζω πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ. Τη στιγμή που εγκατέλειψα το κανονικό πρόγραμμα σπουδών, σταμάτησα να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν, και άρχισα να πηγαίνω σ’ εκείνα που μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα. Κατ’ επιλογήν.
     Δεν ήταν όλα ωραία, εύκολα και ρομαντικά τότε. Δεν είχα δικό μου δωμάτιο στη φοιτητική εστία, κοιμόμουν στο πάτωμα των δωματίων μερικών φίλων μου, πήγαινα σε σούπερμαρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από την μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ, για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα. Κι’ όμως, τα λάτρευα όλ’ αυτά. Και όσα πράγματα ανακάλυψα τυχαία, ακολουθώντας την περιέργεια και την διαίσθησή μου, αργότερα αποδείχτηκαν ανεκτίμητα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:
       To Κολλέγιο Reed, εκείνον τον καιρό, διέθετε την πιο καλή σχολή καλλιγραφίας σε όλη τη χώρα. Σε όλη τη πανεπιστημιούπολη, κάθε αφίσα, κάθε ταμπέλλα σε κάθε ντουλάπα ή συρτάρι καθηγητή, λέκτορα ή φοιτητή, ήταν γραμμένη στο χέρι με την πιο όμορφη καλλιγραφία. Εγώ, επειδή είχα παραιτηθεί από το κανονικό πρόγραμμα σπουδών και έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα, αποφάσισα να πάρω το μάθημα της καλλιγραφίας και να μάθω και εγώ να γράφω έτσι ωραία. Έμαθα, λοιπόν, για τις γραμματοσειρές serif και san serif, έμαθα να τροποποιώ το διάστημα μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων, και έμαθα τι είναι εκείνο που κάνει την σπουδαία τυπογραφία πραγματικά σπουδαία. Ήταν υπέροχο, ήταν ιστορικό, ήταν καλλιτεχνικά διακριτικό με τρόπο που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει, και εγώ το έβρισκα τόσο, μα τόσο συναρπαστικό.

        Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχαν βέβαια καμία ελπίδα πρακτικής εφαρμογής στη ζωή μου. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, όλα όσα έμαθα στο μάθημα της καλλιγραφίας, μου ξανάρθαν πάλι. Και τα ενσωματώσαμε όλα στο Mac. Ήταν το πρώτο κομπιούτερ με πραγματικά υπέροχη τυπογραφία.
      Έτσι, εάν δεν είχα παρατήσει εκείνον τον κύκλο υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, το Mac δεν θα είχε ποτέ ούτε τις πολλαπλές γραμματοσειρές, ούτε και τα fonts με αναλογικά διαστήματα. Και, μιας και τα Windows απλώς αντέγραψαν το Mac, είναι πολύ πιθανό, σήμερα που σας μιλάω, κανένα PC να είχε αυτές τις εφαρμογές. Εάν δεν είχα παρατήσει τότε τα υποχρεωτικά μαθήματα, δεν θα πήγαινα ποτέ σ’ αυτές τις τάξεις καλλιγραφίας, και οι προσωπικοί υπολογιστές μπορεί να μην είχαν την υπέροχη τυπογραφία που έχουν σήμερα.
         Βεβαίως, ήταν αδύνατον να δω τόσο πολύ μακριά όταν σπούδαζα τότε στο πανεπιστήμιο και να συνδέσω τα σημεία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων. Έτσι, θα πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη, ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στην διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου.

Η δεύτερή μου ιστορία είναι για την αγάπη και την απώλεια.

      Ήμουν τυχερός – πολύ νωρίς ανακάλυψα τι ήθελα να κάνω στη ζωή. Ο Woz κι εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ του σπιτιού των δικών μου, όταν εγώ ήμουν 20 χρονών. Δουλέψαμε σκληρά, και σε 10 χρόνια η Apple είχε αναπτυχθεί από μια δουλειά που την κάνανε δύο άνθρωποι μέσα σε ένα γκαράζ σπιτιού σε μία εταιρεία αξίας $2 δισεκατομμυρίων δολαρίων με περισσότερους από 4000 υπαλλήλους. Είχαμε μόλις βγάλει στην αγορά την καλύτερή μας δημιουργία – το Macintosh - έναν χρόνο νωρίτερα, κι εγώ μόλις είχα γίνει 30 ετών. Και τότε, με απέλυσαν. Πώς μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ;
            Έτσι λοιπόν, στα 30 μου χρόνια, με πέταξαν έξω. Και μάλιστα με τον πιο «δημόσιο», πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ό,τι ήταν έως τότε, το επίκεντρο της ενήλικης ζωής μου, γκρεμίστηκε. Και αυτό για μένα ήταν ολέθριο, καταστροφικό.Για μερικούς μήνες μετά, δεν ήξερα τι να κάνω. Πίστευα πως είχα απογοητεύσει φοβερά όλη τη προηγούμενη γενιά των επιχειρηματιών – ότι μου έπεσε η σκυτάλη τη στιγμή που μου την έδιναν για να συνεχίσω. Σκέφτηκα ακόμα να φύγω εντελώς από την Silicon Valley και να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Αλλά κάτι άρχισε σιγά-σιγά να ρίχνει λίγο φως στη ζωή μου. Αυτό το «κάτι» ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Όσα είχαν συμβεί στην Apple, δεν είχαν καν αγγίξει, για μένα, αυτό το «κάτι». Είχα γευτεί την απόρριψη, αλλά ήμουν ακόμα ερωτευμένος. Και έτσι, αποφάσισα να ξεκινήσω πάλι από την αρχή.
      Δεν το έβλεπα τότε, αλλά αποδείχτηκε ότι η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου είχε συμβεί. Το βάρος του να είσαι επιτυχημένος, αντικαταστάθηκε από την ελαφράδα του να μπορείς και πάλι να είσαι πρωτάρης, και να έχεις για όλα λιγότερη σιγουριά. Η απόλυσή μου με απελευθέρωσε, και με βοήθησε να περάσω σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.Στα επόμενα πέντε χρόνια, ίδρυσα μια νέα εταιρεία, την NeXT, και ακόμα μία, την Pixar και ερωτεύτηκα μια καταπληκτική γυναίκα που έμελλε να γίνει και σύζυγός μου. Η Pixar, παρήγαγε την πρώτη, στον κόσμο ταινία κινουμένων σχεδίων «φτιαγμένων» εξ ολοκλήρου στο κομπιούτερ, το Toy Story, και είναι σήμερα το πιο επιτυχημένο στούντιο για παραγωγή τέτοιων ταινιών στον κόσμο.
    Επίσης, σε μία συγκλονιστική ανατροπή των πραγμάτων, ή Apple εξαγόρασε την NeXT, εγώ επέστρεψα στην Apple, και η τεχνολογία που αναπτύξαμε στην NeXT είναι σήμερα στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και, μαζί με όλα αυτά, ή Leurene και εγώ έχουμε μαζί μια θαυμάσια οικογένεια. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί, εάν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Ήταν ένα φάρμακο με απαίσια γεύση, αλλά νομίζω πως τελικά ο ασθενής το χρειαζότανε. Μερικές φορές, η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μην χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο, ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα.
      Πρέπει λοιπόν και εσείς να ανακαλύψετε τι πραγματικά σας αρέσει. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε, και το σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας, και ο μόνος τρόπος, για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι, είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος, για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά, είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε.
       Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυθείτε. Μην συμβιβαστείτε. Όπως όλα τα «θέματα της καρδιάς», όταν το ανακαλύψετε, θα το αισθανθείτε, θα καταλάβετε ότι «αυτό είναι». Και θα δείτε τότε ότι, όπως κάθε σπουδαία σχέση, έτσι και αυτή, όσο θα περνούν τα χρόνια, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Έτσι λοιπόν, συνεχίστε να ψάχνετε έως ότου βρείτε αυτό το «κάτι» που θα ξέρετε ότι είναι το «δικό σας». Μην επαναπαυθείτε.

Η τρίτη ιστορία μου, έχει να κάνει με το θάνατο.
       Όταν ήμουν 17 ετών, διάβασα μία ρήση που έλεγε: «Εάν ζήσεις κάθε μέρα ωσάν να ήταν η τελευταία σου, κάποια μέρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι στα 33 θα δικαιωθείς». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ρήση, και έκτοτε, για τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτώ τον εαυτό μου:
     «Εάν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία της ζωής σου, θα ήθελα να κάνω αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω σήμερα;». Και όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για σειρά ημερών, ήξερα αμέσως ότι κάτι έπρεπε να αλλάξω.
        Υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου ότι «σύντομα θα πεθάνεις», βρήκα το πιο χρήσιμο εργαλείο, ώστε να παίρνω τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή μου. Διότι σχεδόν όλα τα πράγματα – όλες οι εξωτερικές προσδοκίες, όλες οι υπερηφάνειες, όλοι οι φόβοι και οι όλες οι ντροπές για πιθανή αποτυχία – όλα αυτά απλώς γκρεμίζονται, εξαφανίζονται, όταν βλέπεις μπροστά σου τον θάνατο και μένουν μόνο εκείνα που είναι στ’ αλήθεια σημαντικά. Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την παγίδα του να σκέφτεσαι συνεχώς αυτά που θα χάσεις, εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση». Θυμήσου ότι είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην ακολουθήσεις αυτό που σου ζητάει η καρδιά σου.
       Πριν από περίπου έναν χρόνο, μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο. Έκανα (μαγνητική τομογραφία) στις 7.30 το πρωί, και έδειξε ξεκάθαρα ότι είχα καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε, δεν ήξερα κάν τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί μου είπαν ότι ο καρκίνος που είχα εγώ εκεί, ήταν σχεδόν αθεράπευτος, και ότι θα έπρεπε να αρχίσω να συνηθίζω στην ιδέα ότι δεν μου έμενε περισσότερη ζωή από τριών έως εννέα μηνών. Ο προσωπικός μου γιατρός με συμβούλευσε να επιστρέψω στο σπίτι και να αρχίσω αμέσως να τακτοποιώ τις «προσωπικές» μου υποθέσεις, μία φράση που χρησιμοποιούν ως κλισέ οι γιατροί αντί να σου πουν «προετοιμάσου να πεθάνεις».
       Η «τακτοποιηση προσωπικών υποθέσεων» είναι να προσπαθήσεις να πεις, σε ελάχιστους μήνες, στα παιδιά σου, όσα νόμιζες ότι είχες άλλα τουλάχιστον δέκα χρόνια, για να τους τα πεις. Είναι, επίσης, να μην αφήσεις πίσω σου, πεθαίνοντας, εκκρεμότητες που θα ταλαιπωρήσουν τους δικούς σου ανθρωπους που θα μείνουν πίσω. Σημαίνει, τέλος, αυτό το «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων», να βρεις τον κατάλληλο χρόνο και τρόπο για να αποχαιρετήσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα.

      Ζούσα με αυτήν την καταραμένη διάγνωση κάθε μέρα της ζωής μου. Το ίδιο βράδυ μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι είχα καρκίνο, μια πολύ σπάνιας μορφής καρκίνου του παγκρέατος που είναι θεραπεύσιμη με εγχείρηση. Σχεδόν όλες οι άλλες μορφές τέτοιου καρκίνου είναι καταδικασμένες. Έτσι, λοιπόν, με βάλανε στο χειρουργείο, και σήμερα είμαι μια χαρά.
      Αυτό ήταν το κοντινότερο που έχω φτασει στον θάνατο. Και ελπίζω να είναι το κοντινότερο που θα φτάσω σε αυτόν, για τις επόμενες δεκαετίες. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία, νομίζω πως μπορώ, με μεγαλύτερη σιγουριά, απ’ ότι όταν ό θάνατος ήταν για μένα απλώς μία «φιλοσοφική ιδέα», ότι: Κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Ακόμα και οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο, δεν θέλουν να πεθάνουν, για να φτάσουν εκεί. Και όμως, ο θάνατος είναι ο προορισμός που όλοι μοιραζόμαστε. Κανείς ποτέ δεν έχει γλυτώσει από αυτόν.
      Ο Θάνατος είναι, ίσως, ή καλύτερη ανακάλυψη της Ζωής. Και έτσι, μάλλον, πρέπει να είναι. Ο Θάνατος είναι ο ατζέντης, ο μεσίτης, που σε βοηθά να αλλάξεις τη Ζωή σου, προτού έρθει αυτός να σε πάρει. Ξεκαθαρίζει το παλιό, προετοιμάζοντας το έδαφος για νάρθει το καινούργιο. Αυτήν την στιγμή που σας μιλάω, το καινούργιο είστε εσείς. Αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή από τώρα, και εσείς θα εξελιχθείτε σιγά-σιγά σε «παλιό», και θα … ξεκαθαριστείτε. Συγχωρήστε με που γίνομαι τόσο δραματικός, αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια.
       Ο χρόνος σας είναι περιορισμένος. Μην τον σπαταλάτε, λοιπόν, ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Μην παγιδευτείτε από το δόγμα του να ζείτε από τα αγαθά της σκέψης ενός άλλου. Μην αφήστε τον θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή. Και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, να έχετε πάντα το θάρρος να ακολουθείτε την καρδιά και το ένστικτό σας.    Αυτά τα δύο, κάπως, πάντοτε, γνωρίζουν ήδη τι εσύ θέλεις πραγματικά να γίνεις. Είναι δευτερεύοντα.
        Όταν ήμουν νέος, υπήρχε ένα καταπληκτικό δημοσίευμα που είχε τίτλο «The Whole Earth Catalog» («Ο Κατάλογος Όλου του Κόσμου»), που ήταν μία από τις Βίβλους της δικής μου γενιάς. Τον είχε συντάξει ένας τύπος ονόματι Stewart Brand, που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Menlo Park, και το ζωντάνεψε με το ποιητικό του άγγιγμα. Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’70, και είχα την δική σας ηλικία. Στο οπισθόφυλλο της τελευταίας αυτής έκδοσης, υπήρχε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ξημέρωμα σε έναν επαρχιακό δρόμο, έναν δρόμο στον οποίο θα μπορούσατε να βρεθείτε και εσείς κάποια στιγμή, εάν είστε περιπετειώδεις τύποι, να κάνετε ώτο-στοπ. Κάτω από αυτήν την φωτογραφία, υπήρχε μια λεζάντα με τα λόγια: «Stay hungry. Stay foolish». Δηλαδή, «Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου».
       Μείνε πεινασμένος. Μείνε ανόητος. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούργια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα.

http://filoftero.blogspot.com/