Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Κανείς δε θέλει μια Αγία για μαμά!

        Δεν γνωρίζω αν κάποιοι θεωρούν πως η Μητέρα είναι προορισμένη, για να θυσιάζεται για τα παιδιά της, αλλά τα ίδια τα παιδιά, αν τα ρωτήσεις, θα σου απαντήσουν σίγουρα πως δε συμφωνούν. Τα παιδιά, είτε βρίσκονται σε μικρή ηλικία, είτε όχι, έχουν ανάγκη από μία μαμά γεμάτη αγάπη, αποδοχή, χαρά και όρεξη για ζωή. Και συνεπώς από μαμά με αγάπη και αποδοχή για τον εαυτό της.
     Πολλές φορές, οι μαμάδες μπερδεύουν την απόλυτη και άνευ όρων αγάπη με την έννοια της θυσίας, μιας θυσίας που αρκετές φορές δεν έχει καν σκοπό και νόημα. Είναι διαφορετικό το να κάνεις κάτι για τον άλλον και κυρίως για το παιδί σου με χαρά, και άλλο το να κάνεις πράγματα και να νιώθεις το βλέμμα σου να βγάζει φωτιές θυμού και αγανάκτησης. Να νιώθεις πως δε ζεις για τον εαυτό σου αλλά για τους άλλους. Ή να έχεις καρφιτσώσει στα μαλλιά σου το φωτοστέφανο, για να μη φαίνεται η απέραντη θλίψη στα μάτια σου, για  όσα θα ήθελες να κάνεις και δεν έκανες.
    Από πού θα πάρουν τα παιδιά το παράδειγμα της ζωής γεμάτης χαρά; Πώς θα μάθουν να αγαπούν τον εαυτό τους; Αλλά, το κυριότερο, πώς θα ζουν μια ζωή απαλλαγμένη από το βάρος της ενοχής πως η μαμά τους που υπεραγαπούν θυσιάζεται για εκείνα και άρα κάνει πράγματα που δεν θέλει η καρδιά της;

    Όταν μάλιστα μεγαλώνεις παιδί με ιδιαιτερότητες είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρεις τη χρυσή τομή, ανάμεσα σε αυτό που θα ήθελες να κάνεις και σε εκείνο που χρειάζεται να κάνεις ως μητέρα. Γιατί απλώς, το παιδί με ιδιαιτερότητες χρειάζεται πολύ περισσότερη φροντίδα και ενέργεια, για να μπορέσει να ανθίσει. Ωστόσο, για να προσφέρει κάποιος  αληθινή φροντίδα πρέπει να έχει πρώτα προσφέρει ανάλογα και στον εαυτό του, γιατί ο καθένας κρύβει μέσα στην καρδιά του ένα μικρό παιδάκι.
    Κάτι σημαντικό που θα βοηθήσει μια μητέρα να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του εαυτού της και των παιδιών ταυτόχρονα, είναι να αποκηρύξει όσο το δυνατόν νωρίτερα τις καθωσπρέπει δράσεις (επαφές, συγκεντρώσεις, επικοινωνίες), οι οποίες δεν της δίνουν καμία χαρά και  τις διάφορες «τοξικές» σχέσεις με ανθρώπους «βαμπίρ» που κυκλοφορούν γύρω της και παλαιότερα ανεχόταν. Η καθημερινότητα λιγοστεύει τις αντοχές και ανοχές όλων μας και δεν μας επιτρέπει να αναλωνόμαστε χωρίς λόγο...

www.tovima.gr/ Μαρία Τζέμη

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

"Η ζωή δεν είναι δική μου πια..."

     Η μοναξιά δεν τίθεται μόνο ως υπαρξιακό ερώτημα.Αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα, ισότιμη με τον πόνο και την απόγνωση και την καθημερινή προσπάθεια που αγχώνει και ματώνει.
     Όλα τα κανάλια ανοικτά, όλα παίζουν την ίδια στιγμή, όλα φτηνά, όλα διαθέσιμα και τίποτα δικό σου. Σύγχυση και «τρικυμία εν κρανίω» μέχρι σημείου χορήγησης αγωγής αντικαταθλιπτικών. Πίεση για να είσαι σωστός, να έχεις δουλειά, να βγάλεις λεφτά, να γίνεις γνωστός, να είσαι ευτυχισμένος, να είσαι υγιής, να είσαι φυσιολογικός «όπως όλοι οι άλλοι».
     Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αγκαλιάζω τη διαφορετικότητα, ίσως γιατί εγώ δεν έχω άλλη οδό. Ίσως γιατί όλοι οι άλλοι με στρίμωξαν στη γωνία, στο περιθώριο, με έριξαν στο καναβάτσο και περίμεναν από μένα ν’ αγωνιστώ «πετώντας σαν πεταλούδα και τσιμπώντας σαν σφήκα…» Όχι για το τρόπαιο, αλλά για την επιβίωση. Η ζωή δεν είναι δική μου πια. Είναι χρεωμένη σε μια τράπεζα με τη μορφή επαγγελματικού δανείου. Συγκάτοικοι μου όλοι στην τρέλα της οικονομικής κρίσης,ενώ κάπου στο βάθος ελλοχεύει και η μοναξιά…
   Κι η ψυχή; Πού πήγε και χώθηκε φοβισμένη και δεν μιλάει; Γιατί μου έφυγε αγνοούμενη και πώς να την αναζητήσω, αφού δεν νιώθω ότι την έχασα ποτέ; Κοιμάται ολοφάνερα δίπλα μου και ανασαίνει όνειρα.

   Γιατί, χωρίς αυτήν την πίστη, η ζωή είναι ένα απέραντο νεκροταφείο περασμένων εμπειριών. Τίποτα δεν σε κινητοποιεί να συνεχίσεις, όλα σε ακινητοποιούν σε ένα παρόν που δεν αποφεύγεται. Κι όμως ένα μέλλον σφυρίζει μέσα στο νου μου έναν γνώριμο σκοπό. Δεν φοβάμαι, καθησυχάστηκα από το ίδιο μου το μυαλό, ότι όλα πάνε καλά :Είναι ελπιδοφόρο σαν σύννεφο, να σκέπτομαι σαν παιδί και να ζω σαν ενήλικη.
    Κι όσο η ευτυχία δεν διαρκεί παρά στιγμές, εγώ δεν προλαβαίνω να την γευτώ και μένω με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα. Θα 'θελα, μια φορά, να ξεφύγω από τους τοίχους της τετράγωνης λογικής της πόλης που ζω και να ζήσω δίπλα στη θάλασσα των ονείρων μου. Το αξίζω, όπως το αξίζουμε όλοι που ζούμε σ’ αυτόν το γλυκό τόπο…

Λένα Ζαφειρίου, www.protagon.gr

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Οι πόλεις και τα βιβλία τους

     Κάθε πόλη έχει το βιβλίο της. Οι μεγάλες μητροπόλεις έχουν πολλά βιβλία φυσικά. Έτσι εκ του προχείρου θα πω για το Λονδίνο του Τσαρλς Ντίκενς και του Νικ Χορνμπι, για τη Νέα Υόρκη του Πωλ Ώστερ, το Παρίσι του Εμιλ Ζολά, τη Σεβίλλη του Αρτουρο Περεθ Ρεβέρτε, την Αθήνα του Πέτρου Μάρκαρη και πρόσφατα της Χίλντας Παπαδημητρίου και πολλά πολλά ακόμη. Η Θεσσαλονίκη έχει το Ντίνο Χριστιανόπουλο (ανάμεσα σε άλλους), τα Χανιά τη Μαρώ Δούκα και η Λάρισα;
    Μέχρι προχθές δεν είχα διαβάσει κάτι που να έχει ως φόντο και ηρωίδα τη Λάρισα. Η πόλη κάνει περάσματα σε πολλά βιβλία με γνωστότερα ίσως τα βιβλία του Καραγάτση. «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» μάλιστα διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο εδώ. Όμως δεν το έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο του Καραγάτση (ομολογώ και υπόσχομαι να επανορθώσω). Έτσι αυτό που ανακάλυψα την Τρίτη είναι το πρώτο βιβλίο για μένα με πρωταγωνίστρια τη Θεσσαλική πρωτεύουσα και τους ανθρώπους της. Και είναι ένα διαμαντάκι.
      Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Μάκης Λαχανάς, μια χαρακτηριστική φιγούρα της πόλης που πέθανε μόλις πέρσι κι από την Τρίτη που διάβασα το βιβλίο με διακατέχει μια λύπη που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω.
     Το βιβλίο «Η Πόλις» είναι μια μυθιστορηματική ανθρωπογεωγραφία της Λάρισας, όπως λέει στο εξώφυλλο και δεν έχω ξαναδεί πιο εύστοχη περιγραφή μυθιστορήματος. Έχει ένα μυθοπλαστικό περιτύλιγμα αλλά ουσιαστικά είναι ένα χρονικό του πως μια πόλη επίπεδη σκονισμένη, λασπωμένη, με ανθρώπους πλούσιους αλλά αμαθείς έγινε αυτό που είναι σήμερα δηλαδή μια πόλη επίπεδη, ζεστή, λιγότερο σκονισμένη, καθόλου λασπωμένη αλλά μολυσμένη με ανθρώπους ακόμη πιο πλούσιους και ακόμη περισσότερο αδαείς…
     Για μας που ζούμε εδώ στη Λάρισα το ανάγνωσμα είναι άκρως συγκινητικό. Ονόματα γνωστών μας, οι πατεράδες και οι παππούδες των φίλων μας, έμποροι στα πρώτα τους βήματα, γιατροί αλλά και θρυλικές φυσιογνωμίες της πόλης κάνουν την εμφάνιση τους. Όμως το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν είναι απλά τοπικό.
     Απ’ότι καταλαβαίνω από το βιβλίο η οικογένεια του Μάκη Λαχανά ήταν μια προσφυγική οικογένεια που έφτασε στη Λάρισα τη δεκαετία του 20. Η μοίρα του πρόσφυγα φαίνεται ότι ακολουθούσε το συγγραφέα παρόλο που ο ίδιος γεννήθηκε εδώ. Είναι αυτό το αίσθημα ότι δεν ανήκεις πουθενά, μια φυγή που σε διακατέχει σε όλη σου τη ζωή. Σπούδασε ψυχιατρική και έγραψε αρκετά θεατρικά έργα, μονόλογους, δοκίμια. Μέχρι πρόσφατα παρόλο που ήταν προχωρημένης ηλικίας συνέχιζε να παίρνει μέρος στην πνευματική ζωή αυτής της πόλης.

     Πιστεύω όμως ότι το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί από ένα ευρύτερο της Λάρισας κοινό γιατί είναι μια αποτύπωση της ελληνικής επαρχιακής πόλης, της ιστορίας των προσφύγων που πολύ βολικά ξεχνάμε, της ακμής και της παρακμής του αστικού βίου. Πουτάνες, χασικλήδες, ωραίες αλλά άπιαστες γυναίκες, διανοούμενοι, αντάρτες, αγρότες, έμποροι, λατερνατζήδες, φαντάροι και νταβατζήδες, μισότρελοι τύποι (χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η πόλη που δεν έχει τρελούς έχει χάσει την ψυχή της…
      Τώρα η πόλη δεν έχει τρελούς ούτε τύπους να περιφέρονται στην αγορά…. Η πόλη έχει τέσσερις ψυχιατρικές κλινικές. Αρκετές για να φιμώσουν την ψυχή της πόλης») όλοι κάνουν την εμφάνιση τους στο μυθιστόρημα. Το κεφάλαιο για τη Belle de Ville είναι ένα αριστούργημα με τις λέξεις διαλεγμένες μία προς μία. Ο Λαχανάς δεν ήταν απλώς ένας γεράκος που έγραψε στα τελευταία του τις αναμνήσεις του από την πόλη που αγάπησε και μίσησε (τελευταία υιοθέτησε ως νέα του πατρίδα την όμορφη Κέρκυρα και περνούσε το μισό χρόνο του εκεί).    
     Ήταν ένας ευρυμαθής διανοούμενος, ένας πολύ διαβασμένος άνθρωπος που όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο «μεσούντος του Εμφυλίου άκουγε προκλασική μουσική και μελετούσε μεγάλους ευρωπαίους συγγραφείς και ζωγράφους», ένας εστέτ της Λάρισας (δεν έχει και πολλούς) που ξεχώριζε. Όλη αυτή η παιδεία είναι φανερή στο βιβλίο και η μη γραμμική του αφήγηση, το πώς πάει από περιγραφή σε περιγραφή, χωρίς απόλυτη χρονολογική σειρά το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον.

    Πάντως για να είμαστε δίκαιοι, η Λάρισα δεν είναι τόσο έρημη χώρα όσο την κατηγορώ. Αν μάλιστα κάποιος ήταν εδώ τη μέρα που γιορτάσαμε την Ευρωπαϊκή Μέρα Μουσικής με μουσικούς ντόπιους, μια γιορτή εκ των ενόντων, νομίζω ότι θα θαύμαζε τη νέα γενιά αυτής της πόλης.
    Τώρα γιατί εγώ συγκινούμαι από τις ιστορίες για τη Λάρισα, μια και δε γεννήθηκα εδώ, ήρθα σε ηλικία 23 χρονών, είναι άξιο απορίας. Ίσως γιατί πατρίδα μας είναι το μέρος που υιοθετούμε και το αγαπάμε όσο άσχημο κι αν είναι. Φεύγεις σαν κυνηγημένος από ένα πανέμορφο μέρος και καταλήγεις εδώ, στη μέση του κάμπου, να βλέπεις τα στάχυα να κιτρινίζουν Μάρτιο μήνα και να χαίρεσαι, ίσως γιατί πατρίδα μας είναι και οι άνθρωποι.
http://annabooklover.wordpress.com/